Περί ιδιοκτησίας και συναισθήματος





Η θερινή μας  μοναξιά
O Ιούνιος είναι ο χειρότερος μήνας για τους θεατρόφιλους της πόλης. Είναι ο μήνας που μας θυμίζει διαρκώς την απόλυτη βαλκάνια μοναξιά μας. Τίποτα της προκοπής δεν συμβαίνει. Αντιδρώντας σ’ αυτή την κατάσταση, επανειλημμένα γράψαμε σ’ αυτήν εδώ τη στήλη για την επείγουσα ανάγκη φιλοξενίας ενός φεστιβάλ διεθνών προδιαγραφών, ενός φεστιβάλ που θα βοηθήσει την πόλη να βγει από την πνιγηρή απομόνωσή της.
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Λες και δεν μας αφορά το θέμα. Επειδή, όμως, παρακολουθώ τα διεθνή φεστιβάλ από κοντά και βλέπω με τι ρυθμό πολλαπλασιάζονται κάθε χρόνο και, το κυριότερο, τι προσπάθεια καταβάλλουν ώστε το θέατρο να μπει στο brand name της πόλης τους, φοβάμαι πως με τι λογική που πορεύεται η Θεσσαλονίκη στο τέλος θα καταντήσει όπως το φάντασμα του βασιλιά Άμλετ.
Θυμάμαι πριν από κάποια χρόνια, και συγκεκριμένα πριν αναλάβει ο Λούκος τη διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που πραγματικά ήξεραν τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτήν τη στιγμή τολμώ να πω πως το αθηναϊκό φεστιβάλ είναι από τα πλέον ενημερωμένα παγκοσμίως. Το αθηναϊκό κοινό βλέπει ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η διεθνής αγορά. Αντίθετα, εμείς εδώ βλέπουμε ό,τι εγχωρίως περιοδεύει (συνήθως, και χωρίς δεύτερη σκέψη, για τα σκουπίδια). Έτσι, εν αναμονή των θερινών μας ταπεινών συγκινήσεων, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να πω δυο λόγια για μια παράσταση που, μπορεί να μην είναι διεθνών προδιαγραφών, ωστόσο δεν στερείται κάποιας ποιότητας. Ο λόγος είναι για τα «Σκουλήκια», του πρωτοεμφανιζόμενου στην Ελλάδα ισραηλινού συγγραφέα Χίλελ Μίτελπουνκτ (γεννήθηκε το 1949), στο Θέατρο Σοφούλη. Το θέμα του έργου, φλέγον («τι είναι δικό μου», «τι είναι δικό σου»), ιδίως για μια χώρα, όπως το Ισραήλ, όπου ο συνεχής εποικισμός εδαφών  και η αντίστοιχη αμφισβήτησή τους είναι διαρκώς στο προσκήνιο.
Ο συγγραφέας
Ο Μίτελπουνκτ μπορεί να είναι άγνωστος στα μέρη μας, είναι όμως πρωτοκλασάτο όνομα στην πατρίδα του, όπου η θεματογραφία του προκαλεί διαρκώς εντάσεις και συζητήσεις. Σ’ αντίθεση με τ’ άλλα μεγάλα ονόματα του εγχώριου θεάτρου (Σόμπολ και Λεβίν), ο Μίτελπουνκτ ρισκάρει και μπαίνει φουριόζος σε «ναρκοθετημένες» ζώνες (όπως η εποίκιση παλαιστινιακών εδαφών) και τα κάνει άνω κάτω. Οι χαρακτήρες του μας έρχονται κατευθείαν από την πιο σκοτεινή πλευρά της ισραηλινής ζωής. Ζουν σ’ ένα περιβάλλον διαρκούς έντασης, χωρίς βαλβίδες αποσυμπίεσης. Τα πάντα γύρω τους στροβιλίζονται αδιάκοπα, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα οριστικής επιλογής. Πουθενά δεν δίνεται η άισθηση κάποιας αρχής, μέσης και τέλους στην περιπέτειά τους. Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, χώνονται ολοένα και πιο βαθά στην απελπισία και τ’ αδιέξοδα.
Ιστορία σκουληκιών
Τα «Σκουληκια» (τίτλος πρωτότυπου: Nehag, Tsayeret=Οδηγός, ζωγράφος) είναι ένα έργο δύο χαρακτήρων (ασυνήθιστο αυτό για το συγγραφέα) που εμπεριέχει (και αυτό ασυνήθιστο) ελάχιστα στοιχεία από την τοπική ζωή. Ο καμβάς της ιστορίας του αρχίζει με τον Άαρον, πρώην οδηγό φορτηγού, που εργάζεται στο αγρόκτημα του Άλεξ, τον οποίο γνώρισε μετά από ένα ατύχημα που είχε και στο οποίο έχασε τη μνήμη του. Στο αγρόκτημα του Άλεξ ο Άαρον αρχίζει να φτιάχνει τη ζωή του από την αρχή. Κάποια στιγμή, και συγκεκριμένα τέσσερις μήνες αφότου έχει πεθάνει ο Άλεξ, η Μίρα, η ζωγράφος και αδελφή του ‘Άλεξ, επισκέπτεται, μετά από 25 χρόνια απουσίας, το αγρόκτημα και αμέσως αρχίζει ένας λυσσαλέος αγώνας γύρω από την κατοχή του σπιτιού. Στην πορεία μαθαίνουμε  ότι η Μίρα δεν επιστρέφει για να διεκδικήσει το σπίτι, αλλά για να περάσει τις τελευταίες στιγμές της ζωής της, αφού έχει ήδη διαγνωστεί η σοβαρή ασθένεια από την οποία πάσχει. 
Το ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι σαφές: σε ποιον ανήκει το σπίτι και κατά πόσο δύο άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί, μπορούν να συνυπάρξουν; Στη διαδικασία διερεύνησης του θέματος, ο συγγραφέας αφήνει τους δύο ήρωές του κυριολεκτικά να ματώσουν, να αποβάλουν κάθε κρούστρα ψεύδους και ψευδαίσθησης ώστε να δουν μαζί την αλήθεια. Στο τέλος, η ζωγραφική, στην οποία δοκιμάζει τις ερασιτεχνικές του ικανότητες ο Άαρον, αποδεικνύεται ο καταλύτης  που τον βγάζει έξω στον καθαρό αέρα. Η αρμονία, η ευαισθησία, όλα οδηγούν σε μία ουσιαστική συνεύρεση, όπου η γαλήνη εντοπίζεται στην απλότητα των πραγμάτων (και των χρωμάτων).
Η παράσταση
Την ιστορία τη ζωντανεύουν στο σανίδι ο Τάσος Νούσιας (γνωστός στο ευρύ κοινό ως πρόεδρος της επιτυχημένης τηλεοπτικής Σπιναλόγκας) και η γερμανίδα Μαρλένε Καμίνσκι. Ενσαρκώνουν πειστικά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους δυο πλάσματα τσακισμένα, που κατά βάση αυτό που αναζητούν είναι κάποιο αγκυροβολείο ν’ αράξουν, κάπου να πιαστούν, μόνο που είναι υπερβολικά εγωκεντρικά να το παραδεχτούν. Κρύβονται πίσω από την επιθετικότητα και τη μαγκιά, κι ας είναι στο βάθος κομμάτια. Η ελληνογερμανική προφορά της πρωταγωνίστριας, σε συνδυασμό με το πιο «σκληρό», συχνά εξωτερικό της παίξιμό, ήταν μια καλή (μπρεχτική) επένδυση, όσο ο στόχος ήταν να υπογραμμιστεί η απόσταση που χώριζε τα δύο στρατόπεδα. Από τη στιγμή, όμως, που αρχίζει να καλλιεργείται ένα πιο γόνιμο έδαφος συνεννόησης, εκτιμώ πως θα ‘πρεπε κάπως να μαλακώσουν οι τόνοι και να σμικρύνουν οι αποστάσεις. Το παραξένισμα της «ξένης» ερμηνείας έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα νέο λόγο (συναισθηματικής) συνεύρεσης. Δεν έγινε. Όσο για τον  Νούσια, έπαιξε χωρίς το τηλεοπτικό του προσωπείο και έδειξε πως δεν ξέχασε τι πάει να πει καλό θέατρο. Ο σκηνοθέτης Μάνος Πετούσης, στην πρώτη του θεατρική απόπειρα, άφησε διακριτικά τους δύο δοκιμασμένους συνεργάτες του να δράσουν κατά βούληση. Και φαντάζομαι πως δεν θα ‘χει παράπονο.
Συμπέρασμα: μία συμπαθητική παράσταση με ορισμένες ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές πινελιές.
3/7/2011