Aναζητώντας μια θέση στην Ευρώπη των λαών




Eίναι προφανές πως η Ευρώπη των λαών αναζητεί εδώ και κάποιες δεκαετίες το δικό της θέατρο, ένα θέατρο που θα κουβαλά τις επί μέρους ιδιαιτερότητες των μελών της, αλλά και παράλληλα θα προβάλλει μια ενιαία ταυτότητα. Δεν είναι εύκολη η διαδρομή, καθώς απαιτεί συνεχείς υπερβάσεις. Σύμφωνα με τον Ζακ Λεκαριέρ, “το να είναι κανείς σήμερα καλλιεργημένος, δεν σημαίνει πλέον να γνωρίζει να διαβάζει τον Όμηρο ή τον Τάκιτο [...] σημαίνει απλώς να αναγνωρίζει την κουλτούρα των άλλων, να αναμετριέται μαζί της, να δαποτίζεται από αυτήν. Το να είναι σήμερα κανείς καλλιεργημένος σημαίνει να φέρνει μέσα του μέχρι τον θάνατο τους πολλούς άλλους κόσμους, πέρα από αυτόν της γέννησής του...»


Ο κόσμος σίγουρα αλλάζει και μαζί του αλλάζουν οι συμμαχίες, οι ιδεολογίες, η έννοια του ταξικού αγώνα. Με τις επκρατούσες συνθήκες, βλέπουμε όλο και περισσότεροι λαοί να σπεύδουν να ενταχθούν κάπου, να ανήκουν κάπου. Και μαζί τους τρέχει και το θέατρο. Και πολύ φυσιλογικά. Είναι προφανές πως το θέατρο που θέλει να έχει και διεθνείς φιλοδοξίες, δεν μπορεί να περιορίζεται στο να αποθηκεύει τη μνήμη του παρελθόντος και μόνο ή να εξασφαλίζει τη ζωτικότητα του εθνικού παρόντος ή να συντηρεί ένα είδος τουριστικού εξωτισμού. Το θέατρο που δεν τολμά να αναμετρηθεί με τα άλλα θέατρα και τους άλλους πολιτισμούς, να συνομιλήσει μαζί τους, αργά ή γρήγορα θα πεθάνει. Και βεβαίως αυτό  προαπαιτεί εγρήγορση, ενημέρωση, αισθητικη και ιδεολογική.
Όλα αλλάζουν με τρομακτική ταχύτητα. Είναι ίσως η πρώτη φορά που το θέατρο τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει την πραγματικότητα. Πιο παλιά, συμβάδιζε μαζί της, ενίοτε άνοιγε και δρόμους. Τώρα, δείχνει όλο και πιο μπερδεμένο, λες και δεν είναι σίγουρο για τη θέση του στον κόσμο. Κι εδώ είναι η πρόκληση για τους θεατρανθρώπους του 21ου αιώνα: να ξανακάνουν το θέατρο μια αναγκαιότητα και όχι μια μόδα.
Για χρόνια θεωρούσαμε την χώρα μας ομφαλό της γης, ακόμη και χώρα εξωτική, μοναδική, χώρα του Αισχύλου και του Ευριπίδη. Μόνο που ούτε εξωτική χώρα είμαστε (ευτυχώς) ούτε παραδοσιακή και, βεβαίως, ούτε το κέντρο της γης. Οι ζορμπάδες, τα γραφικά καμάκια της παραλίας με την τρίχα κάγκελο και τα θεληματικά πιγούνια, καθώς και οι μπουζουκομανίες, οι “χαλαρές” φραπεδιές και δεν ξέρω τι άλλο, μπορεί να ενδιαφέρουν κάποιους περίεργους, όμως θέλω να πιστεύω πως δεν πρέπει να μας αφορούν πια. Ή κι αν μας αφορούν, μόνο ως όψεις της δικής μας πραγματικότητας κι όχι ως η πραγματικότητά μας. Όπως δεν είναι διεθνές διαβατήριο η όποια πραγματική ή φαντασιακή σχεση μας με τους αρχαίους τραγικούς.
Το ξαναλέω: Σήμερα ένα θέατρο, για να επιβιώσει, πρέπει να συνομιλεί και με τα άλλα θέατρα, πράγμα που προϋποθέτει συμμαχίες, πυκνές συναντήσεις, και αλληλεγγύη, ώστε να δημιουργηθεί ένα μέτωπο ανομοιοτήτων, ελεύθερου στοχασμού και ελεύθερης συνείδησης.
Το ανησυχητικό με μας είναι ότι, ενώ προδίδουμε την επιθυμία να συμμετέχουμε στον διάλογο γύρω από τη διαμόρφωση της θεατρικής Ευρώπης, αδυνατούμε να το κάνουμε. Από τη μια θέλουμε να μας ακούσουν και από την άλλη δεν κάνουμε τίποτα για να βοηθήσουμε την κατάσταση, είτε ως άτομα είτε ως πολιτεία. Κι έτσι έχουμε φτάσει αισίως στο 2011 και εξακολουθούμε να είμαστε η άγνωστη ετερότητα της Ευρώπης. Και σαν να μην φτάνει αυτό, ήρθε να προστεθεί και η επικίνδυνη απαξίωση της χώρας σε όλα τα επίπεδα, για να κάνει την όλη εικόνα ακόμη πιο ζοφερή.
Βραβεύσεις
Πριν από κάποιους μήνες, συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2011 και με αφορμή την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων των φετινών ευρωπαϊκών θεατρικών βραβείων «Premio Europa», είχα σχολιάσει στην Ελευθεροτυπία  την εκ νέου απουσία ελληνικών ονομάτων από τη λίστα. Είναι αποκαλυπτικό όσο και ανησυχητικό το γεγονός ότι, από την ημερομηνία έναρξης του θεσμού πριν από 23 χρόνια, και μάλιστα με πρόταση της Μελίνας Μερκούρη, δεν βραβεύτηκε κανένας Έλληνας θεατράνθρωπος. Ούτε καν πλησίασε. Σε κάποια φάση εμφανίστηκε στη λίστα των υποψηφίων το ΑΜΟΡΕ (ως οργανισμός) και λίγο μετά ο Μαρμαρινός, χωρίς όμως συνέχεια. Και μην πάει ο νους σας σε κάποια συνωμοσία.
Είναι προφανές πως, για να σε βραβεύσουν, πρέπει, όπως είπα, να σε γνωρίζουν. Και, για να σε γνωρίσουν, πρέπει να είσαι διαρκώς εκεί όπου γίνονται οι συναντήσεις, οι ζυμώσεις. Και μάλλον δεν είμαστε εκεί ή, κι αν είμαστε, δεν μας προσέχουν. Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν. Και κυρίως καλλιτέχνες και σχήματα που έβγαλαν το ελληνικό θέατρο από την αποπνικτική του μοναξιά. Να σας θυμίσω τον Ροντήρη με το Εθνικό, τον Κουν με το Θέατρο Τέχνης, τον Ευαγγελάτο με το Αμφιθέατρο, οι οποίοι, παρά τις δυσκολίες πάλευαν για το κάτι παραπάνω.
 Σε σύγκριση με το παρελθόν, και εννοώ τα τελευταία είκοσι χρόνια,  είναι αναμφίβολα πολύ περισσότερα τα θεατρικά σχήματα που ταξιδεύουν. Και είναι λογικό. Η ενημέρωση είναι και καλύτερη και γρηγορότερη και η μετακίνηση σαφώς ευκολότερη. Αναφέρω εν τάχει μερικά απ’ αυτά τα σχήματα που πρόχειρα θυμάμαι: Δόλιχος, Πλεύσις, Χρυσοθήρες, Blitz, Νοητή Γραμμή, Στιγμή, Όπερα, Θέατρο της Άνοιξης, Θέατρο του Νέου Κόσμου, Χώρος, Κανιγκούντα. Δεν σχολιάζω τον χορό, αφού θα μας μιλήσει η κα Σαβράμη γι’ αυτό.
Το θέμα βέβαια είναι άλλο: Όντως η παρουσία τους έκανε ή μπορεί να κάνει τη διαφορά; Και ποια είναι αυτή;
Εύκολη η συμμετοχή, δύσκολη η διαφορά
Ας μην γελιόμαστε. Είναι τόσο πολλά τα φεστιβάλ σήμερα, που όποιος επιμένει να ενημερώνεται και να κάνει αιτήσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να μην βρει κάπου να πάει. Από τον Απρίλιο μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου η Ευρώπη ζει και αναπνέει στους ρυθμούς των φεστιβάλ.
Συνεπώς, το θέμα δεν είναι τόσο πόσοι ταξιδεύουν (που και αυτό παίζει ρόλο, πολύ σοβαρό, εφόσον όλα τα άλλα βαίνουν καλώς) αλλά πρωτίστως ποιοι (δεν είμαστε όλοι το ίδιο), με τι πυκνότητα (δεν μπορείς να διασχίζεις τα σύνορα κάθε δέκα χρόνια), πού (δεν είναι όλα τα φεστιβάλ το ίδιο) και, βεβαίως, με τι. Στέκομαι ειδικά στο «με τι», γιατί έχει σημασία. Αυτό κάνει τη διαφορά.
 Το να πας σ’ ένα φεστιβάλ χωρίς να έχεις κάτι να δείξεις, τζάμπα τα έξοδα. Το θέμα είναι ν’ αφήνεις κάποια ίχνη πίσω σου. Και εάν συζητούμε για τη Λεκόντ, τους tg STAN, τον Βαρλικόφσκι ή τον Καστελούτσι και πολλούς άλλους, είναι γιατί, φεύγοντας, αφήνουν κάτι να τους θυμόμαστε. Αφήνουν, αν μη τι άλλο, την ιδιαιτερότητα της σκηνικής τους γραφής. Δεν έχει σημασία εάν κάποιος συμφωνεί ή όχι μαζί τους. Σημασία έχει το ότι κάνουν τη μικρή διαφορά. Ξεχωρίζουν. Κάνουν μια κατάθεση πέρα από τα εσκαμμένα. Άλλωστε είναι κοινός τόπος να πούμε ότι, η τέχνη που κάνει τη διαφορά είναι πάντα οριακή. Το κάπου ανάμεσα, δεν χαρακτηρίζει τους ευλογημένους καλλιτέχνες. Ούτε ο Ευριπίδης ήταν κάπου ανάμεσα, ούτε ο Σέξπηρ, ο Μπέκετ ή ο Πίντερ ή ο Μπρουκ, η Μνουσκίν. Τη διαφορά την κάνουν όσοι υπερβαίνουν. Και είναι μέσα από αυτές τις υπερβάσεις που η Ευρώπη διαμορφώνει το θεατρικό της πρόσωπο.
Με όλες τις καλές προθέσεις κατά νου, διερωτώμαι ποιοι καλλιτέχνες μας ή ποια σχήματά μας είναι έτοιμα να μπουν σ’ αυτό τον «υπερ-βατικό» διάλογο και να κάνουν τη μικρή διαφορά; Να κάνουν τους εαυτούς τους αναγκαίους (κι όχι απλώς γνωστούς) για την υπόλοιπη Ευρώπη; Να βοηθήσουν να δημιουργηθεί ένα ρεύμα, μια σχολή, ένας τρόπος σκέψης;
Χωρίς να θέλω να ακούγομαι απόλυτος, εκτιμώ πως για την ώρα μόνο ένα σχήμα στη νεοελληνική ιστορία πληροί όλες ή σχεδόν όλες τις προδιαγραφές του «διεθνούς». Είναι το Άττις. Και βεβαίως αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε της στιγμής. Η καταξίωση επιτυγχάνεται μέσα από τη διάρκεια, τον προγραμματισμό και,πρωτίστως, την άποψη. Και το Άττις (βλ. Θ.Τερζόπουλος) έχει άποψη, την οποία εδώ και δεκαετίες υποστηρίζει και καλλιεργεί και φυσικά εξάγει, γιατί είναι μια γραφή ιδιαίτερη. Ξεχωρίζει. Και οτιδήποτε ξεχωρίζει είθισται να έχει φανατικούς φίλους, όπως φυσικά και πολέμιους.
Αρκετά πίσω σε ό,τι αφορά τη συγκομιδή διεθνών παρουσιών, διόλου όμως αμελητέα περίπτωση, είναι  και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ο οποίος, από την εποχή ακόμη που είχε το σχήμα «Διπλούς Έρως» (αρχές της δεκαετίας του 1980), κοιτούσε διαρκώς και προς τα έξω, όμως η διεθνής του πορεία θ’ αρχίσει προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τον «Αγαμέμνονα», θα συνεχιστεί με τον «Εθνικό Ύμνο» και θα κορυφωθεί με το «Πεθαίνω σαν χώρα». Κάτι που, εκτιμώ, θα μπορούσε να πετύχει και ο Γ. Χουβαρδάς (ιδίως στις μέρες του Αμόρε, με παραστάσεις όπως η «Σάρα» και η «Βερενίκη»). Το γιατί δεν το επιχείρησε ενώ είχε πολλές και καλές επαφές, ιδίως με χώρες της σκανδιναβικής χερσονήσου, δεν το γνωρίζω. Από κει και πέρα δυστυχώς το τοπίο σκοτεινιάζει. Καλοί σκηνοθέτες, όπως η Πατεράκη, ο Μοσχόπουλος, ο Κακλέας, ο Μαστοράκης, ο Αρβανιτάκης, πληρώνουν το τίμημα της γενικότερης ανοργανωσιάς μας, αλλά ενδεχομένως και μιας δικής τους αναποφασιστικότητας ή και αδιαφορίας, δεν μπορώ να ξέρω.
Η απουσία του νεοελληνικού έργου
Κι αν στο επίπεδο σκηνοθεσίας και συμμετοχής σε φεστιβάλ κάτι γίνεται, εκεί όπου κυριαρχεί το τέλμα είναι στο νεοελληνικό έργο. Ενώ αυτή τη στιγμή μεταφράζονται και παίζονται στις σκηνές της Ευρώπης έργα από όλες σχεδόν τις «μικρές» γλώσσες (όπως κροατικά, σέρβικα, τσέχικα, γεωργιανά, σλοβένικα, φινλανδικά, δανέζικα, νορβηγικά), η ελληνική γραφή απουσιάζει, όπως απουσίαζε σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Βέβαια είχαμε κάποιες σποραδικές μεταφράσεις έργων των Καμπανέλλη, Αναγνωστάκη, Μανιώτη, Μάτεσι, Δοξιάδη και ορισμένων άλλων, όμως δεν πέτυχαν απολύτως τίποτα, υπό την έννοια ότι δεν τράβηξαν την προσοχή των ξένων κριτικών, παραγωγών, θεατροφίλων κ.λπ. Δεν μπήκαν σε καμιά αίθουσα διδασκαλίας. Δεν απασχόλησαν δραματικές σχολές του εξωτερικού. Οι πιο πολλές από αυτές κινήθηκαν μέσα στα όρια της ελληνικής διασποράς, σκηνοθετημένες από άτομα που μάλλον δεν είχαν ή δεν μπόρεσαν να πουν κάτι. Κι έτσι κανείς δεν τις πήρε είδηση.
Σίγουρα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση οι μεταφραστικές προσπάθειες που γίνονται πρόσφατα, κυρίως στα γαλλικά, όπου ξεχωρίζει η παρουσία στο Οντεόν του πολυγραφότατου Δημήτρη Δημητριάδη, ο οποίος έδωσε αφορμή να συζητηθεί το έργο του στη γαλλική πρωτεύουσα. Είναι και οι  μεταφράσεις στα γαλλικά έργων της αξιόλογης Μαρίας Ευσταθιάδη, όπως και του Γιάννη Μαυριτσάκη, αλλά και της Έλενας Πέγκα στα αγγλικά.
Σημειώνουμε ακόμη τις  προσπάθειες που καταβάλλουν Έλληνες του εξωτερικού, όπως η Αναστασία Ρεβή στο Λονδίνο, η οποία ούσα στο τιμόνι του Φεστιβάλ Σύγχρονου Ελληνικού Έργου, λειτουργεί ως μια καλή αρχή ώστε να μεταφραστούν έργα συγγραφεων όπως των Ανδρέα Φλουράκη, Γιώργου Ηλιόπουλου, Άκη Δήμου, Μιχάλη Ανθή, Σερέφα, Ποντίκα κ.ά, αλλά και να σκηνοθετηθούν, ορισμένα από αυτά, από ξένους, πράγμα πολύ σημαντικό γιατί έτσι δίνεται η ευκαιρία να φτάσει το ελληνικό έργο και σε ένα πιο ποικίλο κοινό.
Να προσθέσουμε εδώ και τις προσπάθειες που καταβάλλει το Ελληνικό Θέατρο Νέας Υόρκης (Greek Theatre Foundation Inc) το οποίο, κάτω από την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Σιμωνίδη, έχει παρουσιάσει, εκτός από αρχαίο δράμα, και έργα των Κορρέ, Σκούρτη, Καμπανέλλη, Ζακόπουλου κ.ά. ενώ συνεργάστηκε με πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες, όπως Ολυμπία Δουκάκη, Γιάννης Χουβαρδάς, Θεώνη Βαχλιώτη Όλντριτζ, Λουκάς Σκιπητάρης, Διονύσης Φωτόπουλος, Caryn Heilman, Dan Georgakas κ.ά. Σύμφωνα με τα λόγια της Μελίνας Μερκούρη, είναι “τo παλαιότερο εν ενεργεία και το πιο επιτυχημένo θέατρο της Ελληνικής Διασποράς”. Κάτι που όλοι αναγνωρίζουμε, όπως αναγνωρίζουμε την πολύτιμη προσφορά και όλων των άλλων Ελλήνων του εσωτερικού και της διασποράς που παλεύουν για το καλύτερο, όμως εκτιμώ πως απέχουμε πολύ από το να πούμε ότι έχει αλλάξει κάτι σοβαρά. Βρισκόμαστε αισθητά πίσω σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Γιατί μας αγνοούν;
Οι ξένοι δεν έχουν κανένα λόγο να μας σνομπάρουν. Όπως είναι η παγκόσμια θεατρική αγορά σήμερα, όλοι αναζητούν το καλό έργο, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται. Και για να μας μάθουν, κάποιος πρέπει να τους υποψιάσει. Κάποιος πρέπει να τους καθοδηγήσει και να τους πείσει. Έάν δείτε το ρεπερτόριο όλων των κρατών, το μόνο ελληνικό που θα συναντήσετε είναι το αρχαίο. Από κει και πέρα το χαος. Και είναι λογικό.
Πώς να μας μάθουν, όταν δεν συμμετέχουμε σε καμία συντακτική επιτροπή θεατρικού εντύπου διεθνούς εμβέλειας, όταν δεν έχουμε καμία καλή οργανική θέση σε σημαντικό διεθνή θεατρικό οργανισμό, όταν απουσιάζουμε από τα μεγάλα διεθνή συνέδρια ή, κι όταν εμφανιζόμαστε, συνήθως κουβαλούμε στις αποσκευές μας κάτι αρχαιοπρεπές (ως πιο «πιασάρικο»), σνομπάροντας ακόμη και εμείς οι ίδιοι το σύγχρονο ελληνικό ρεπερτόριο; Ως ενδεικτικό παράδειγμα, αναφέρω το φετινό διεθνές συνέδριο που οργάνωσε η Association of Modern Greek Studies, όπου στις δεκάδες των ανακοινώσεων, μόνο δύο αφορούσαν τπο νεοελληνικό έργο (από τη μεταφράστρια Ιωάννα Λεκάκου και τον σύζυγό της).
Όπως το σνομπάρουν και οι φοιτητές μας που σπουδάζουν στο εξωτερικό. Εννέα στις δέκα μεταπτυχιακές μελέτες τους στρέφονται στο αρχαίο δράμα ή κι αν δεν στρέφονται σπάνια οδηγούν σε κάτι πιο σοβαρό, ένα βιβλίο ας πούμε.. Και από την άλλη, βλέπεις όλους τους «άλλους», κυρίως από τις μικρές χώρες, να χώνονται παντού, σε επιτροπές, συνέδρια, φορτωμένοι ενημερωτικό υλικό για ό,τι πιο σύγχρονο διαθέτουν. Και το πιο εντυπωσιακό, πολλοί από αυτούς κυκλοφορούν με CD όπου είναι όλα τα μεταφρασμένα τους έργα (σε αγγλικά, γαλλικά κ.λπ), πράγμα που σημαίνει πως κάποιος δημόσιος φορέας μερίμνησε ώστε να γίνουν οι μεταφράσεις και να βγουν προς τα έξω.
Εμείς εδώ, επειδή μέχρι πρόσφατα ανεβάζαμε 400 και 500 παραστάσεις τον χρόνο, νομίζαμε πως κάτι κάναμε. Ίσως και να κάναμε. Όμως, η διεθνής κοινότητα δεν είχε ιδέα. Και εννοώ κοινότητες τόσο κοντά μας όσο η Σόφια και το Βελιγράδι. Και για να μη θεωρηθεί ότι υπερβάλλω, δείτε σας παρακαλώ τις σελίδες που αφιερώνουν τα περισσότερα μεγάλα θεατρικά περιοδικά σε Αμερική, Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία στο θέατρο χωρών από την ευρωπαϊκή περιφέρεια, και δέστε την κάλυψη του νεοελληνικού. Κάποιοι τίτλοι περιοδικών αρκούν: American Theatre, PAJ, TDR, Modern Drama, Theatre Journal, Yale/Theatre, Theatreforum.
Το δε θλιβερό στην όλη υπόθεση είναι ότι οι ξένοι, και σε αυτό ακόμη που θεωρούμε ως «δικό μας» χώρο, το αρχαίο θέατρο, πάλι μας αγνοούν. Ρίξτε και πάλι μια ματιά στη βιβλιογραφία που χρησιμοποιούν, στις παραπομπές τους και θα καταλάβετε τι εννοώ. Και αυτή η άγνοια του τι κάνουμε επεκτείνεται και στην πρακτική. Σπάνια σύγχρονη ελληνική παράσταση αρχαίου δράματος απασχολεί τη διεθνή κοινότητα. Απασχολεί όμως η παράσταση ενός Ρονκόνι, ενός Σέλαρς, ενός Χολ, μιας Μνουσκίν. Αναμφίβολα άδικο. Γιατί πιστεύω πως, και σε επιστημονικό και σε πρακτικό επίπεδο, έχουμε να πούμε και να δείξουμε πολλά και σημαντικά. Το θέμα είναι, πώς. Τα ζητούμενα είναι πολλά, το κρατούμενο όμως είναι ένα και λέει ότι: οι μέχρι σήμερα μηχανισμοί και μεθοδεύσεις μας έχουν αποτύχει παντελώς. Όλοι μας προσπερνούν με χίλια. Μάλιστα, με την απαξίωση που βιώνει η χώρα πρέπει να ανασκουμπωθούμε ταχύτατα, και πρωτίστως οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς, διαφορετικά θα χάσουμε εντελώς το τρένο. Και δεν θα μας φταίει κανένας άλλος παρά μόνο ο κακός μας εαυτός.
1)           Καταρχάς πιστεύω πως πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί μία λυση με τις μεταφράσεις νεοελληνικών έργων, ώστε να μπορούν να «ταξιδέψουν». Χρησιμοποιούμε μια μικρή γλώσσα που, αρέσει δεν αρέσει, δεν πουλάει. Κανένας δεν πρόκειται ν’ αφιερώσει χρόνο να τη  μάθει για να διαβάσει Ποντίκα ή Διαλεγμένο. Στην καλύτερη περίπτωση θα μάθει αρχαία για να διαβάσει Αισχύλο. Πρέπει να μπούμε στη διεθνή αγορά με προδιαγραφές που πουλάνε. Κι εδώ οι επιλογές είναι τρεις: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά (μεσοπρόθεσμα και τα κινέζικα). Μόνο έτσι θα φτάσει το νεοελληνικό έργο και στα γραφεία κάποιου καθηγητή θεατρολογίας και από κει στις αίθουσες διδασκαλίας και από κει στα διάφορα πρότζεκτ, στα συνέδρια, στις εκτενείς μελέτες, στους εκδοτικούς οίκους  κ.λπ.
2)           Όταν καλούμε ένα μεγάλο ξένο σκηνοθέτη στην Ελλάδα, συνήθως του εμπιστευόμαστε ένα αρχαίο κείμενο, αφήνοντας απέξω το νεοελληνικό. Και διερωτώμαι: εάν ο Στάιν, λ.χ., σκηνοθετούσε ένα νεοελληνικό έργο αντί την Ηλέκτρα, τα (διεθνή) κέρδη δεν θα ήταν μεγαλύτερα και ουσιαστικότερα; Το ίδιο και με τον Μπομπ Γουίλσον; Γιατί υλικό από την αρχαία γραμματεία; Προφανώς, γιατί πρώτοι εμείς δείχνουμε να μην εμπιστευόμαστε το νεοελληνικό έργο. Αλλά, για πόσο ακόμη θ’ ακουμπούμε στους αρχαίους; Μας πήραν όλοι χαμπάρι.
3)           Από τη στιγμή που δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσουμε στην αλλοδαπή κάτι ανάλογο με την Αμερικανική ¨Ενωση, το Βρετανικό Συμβούλιο, τη Fulbright, το Ινστιτούτο Γκαίτε κ.λπ., πρέπει να βρούμε τρόπους να εκμεταλλευτούμε τις όποιες υφιστάμενες υπηρεσίες μας, δηλαδή πρεσβείες, προξενεία, εκπαιδευτικούς συμβούλους και ακόλουθους, πολιτιστικές ενώσεις, συμβούλια κ.λπ.. Κι όταν λέω εκμεταλλευτούμε εννοώ την αποστολή σε αποστέλνοντας σε τακτά χρονικά διαστήματα πληροφοριακό θεατρικό  υλικό ώστε να διοχετεύεται άμεσα στην αγορά. Λίγο πολύ οι φορείς αυτοί χωρίς ιδιαίτερο κόστος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή, αλλά και του φορέα προβολής των πολτιστικών μας προϊόντων. Εδω είναι καθοριστικός ο ρόλος αρμόδιων υπουργείων όπως Πολιτισμού, Τουρισμού, Εξωτερικών, Παιδείας.
4)           Χωρις βιβλιογραφία δεν πας πουθενά. Και εδώ εννοώ, γενναία χρηματοδότηση ειδικών θεατρικών περιοδικών σε μία ή και στις τρεις κυρίαρχες γλώσσσες, ώστε να δίνεται η ευκαιρία σε Έλληνες μελετητές να δημοσιοποιούν τις θέσεις τους και τις εκτιμήσεις τους για το νεολληνικό θέατρο και σε ξένους να συμμετέχουν στον διάλογο γύρω από θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος.
5)           Κι εδώ μπαίνει και η σωστή και συστηματική χρήση του ίντερνετ.
Το Σύστημα Αθήνα
Θα μου πείτε, τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Γιατί όχι; Έστω και κοινότοπο, να το ξαναπούμε: τον πολιτισμό τον κρατάς όρθιο όταν όλα τριγύρω καταρρέουν. Είναι το σωσίβιό σου. Πριν από τέσσερα χρόνια ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, πρόεδρος τότε του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου και γνώστης της διεθνούς μας ανυπαρξίας, είχε τη λαμπρή ιδέα να προτείνει το «Σύστημα Αθήνα», μια πλατφόρμα για την προβολή του ελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό. Άνθρωπος πολυταξιδεμένος έβλεπε το έλλειμμα και νοιαζότανε, ανησυχούσε. Με κάλεσε να συμμετάσχω. Κι έτσι άρχισε η όλη ιστορία. Τον πρώτο χρόνο (2007) πήραμε κοντά στις 100.000 επιχορήγηση. Τον δεύτερο, μόλις και μετά βίας 41.000 και τον τρίτο 120.000 (για να πληρωθούν τα σπασμένα της προηγούμενης χρονιάς). Ψίχουλα, δηλαδή. Την ίδια στιγμή που Πολωνοί, Κροάτες, Ούγγροι, Γεωργιανοί και πολλοί άλλοι που έχουν εγκαινιάσει (ορισμένοι μιμούμενοι το ελληνικό παράδειγμα) τις δικές τους πλατφόρμες, κινούνται με προϋπολογισμούς που ούτε τους φανταζόμαστε. Αρκεί να πούμε ότι οι Πολωνοί, στο πρώτο τους κιόλας showcase, ξόδεψαν κοντά στις 800.000 ευρώ. Σίγουρα δεν τους περίσσευαν. Όμως πάνω από όλα μετράει η «διπλωματία» του πολιτισμού. Πώς αλλιώς θα γνώριζε ο κόσμος τον Νεκρόσιους, τον Eρμάνις, τον Σίλινγκ, τον Στούρουα ή τον Σμετς; Όλοι τους, ας το υπογραμμίσουμε αυτό, από χώρες οικονομικά σε κακά χάλια. Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και έτσι, με τις άπειρες δυσκολίες (επιλογής αντιπροσωπευτικών παραστάσεων, οικονομικής επιβίωσης κ.λπ) το Σύστημα Αθήνα κατάφερε να δημιουργήσει κάποιες πρώτες αναγκαίες γέφυρες με τη διεθνή θεατρική κοινότητα. Το προσμετρώ στις επιτυχίες του το ότι από τις συνολικά 33 παραστάσεις που προτάθηκαν στα τρία συνεχόμενα showcases του, εννέα προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν σε διεθνή φεστιβάλ. Επιτυχία που, βεβαίως, απαιτεί και μια σταθερή συνέχεια, γιατί μόνο επιμένοντας μπορείς να επιβάλεις την παρουσία σου στον διεθνή χώρο. Και το ΥΠΠΟ, εφόσον θέλει όντως να βοηθήσει ν’ αλλάξει η εικόνα, πρέπει να στηρίξει την προσπάθεια, η οποία από φέτος μεταφέρεται για λόγους οικονομίας σε ηλεκτρονική μορφή. Πρέπει να δει το «Σύστημα» (αλλά και το όποιο άλλο «σύστημα» στοχεύει στην εξαγωγή του ελληνικού πολιτισμού) σαν ένα αναγκαίο κανάλι επικοινωνίας, ένα άμεσο τρόπο να μας γνωρίσουν καλύτερα οι ξένοι και να πάψουν να μας θεωρούν το άγνωστο «άλλο» της Ευρώπης.
Και ένα τελευταίο. Το Σύστημα Αθήνα για να πετύχει προαπαιτεί τη στενή συνεργασία και των θιάσων. Όπως ξέρετε, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι παραστάσεις αποθηκεύονται και επιστρέφουν όποτε κριθεί αναγκαίο. Σ’ εμάς εδώ κυριολεκτικά στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Εξαφανίζονται, με αποτέλεσμα κάθε φορά που το Σύστημα προτείνει μία παράσταση για να την προβάλει στο εξωτερικό, βρίσκεται μπορστά σε ένα μόνιμο αδιέξοδο. Ενώ οι καλλιτέχνες το επιθυμούν, τα οικονομικά το απαγορεύουν. Πράγμα πολύ άδικο, γιατί πιστεύω ότι ανάμεσα στις 400 ετήσιες παραγωγές, το Σύστημα θα μπορούσε να απομονώσει και να προβάλει τουλάχιστον 15-20 υψηλής και εξαγώγιμης ποιότητας. Όταν όμως από το σύνολο των ετήσιων επιλογών του Συστήματος Αθήνα κοντά στο 85% τουλάχιστον αδυνατούν να συμματάσχουν, αντιλαμβάνεστε ότι τα πράγματα γινονται πολύ δύσκολα.
Σε κάθε περίπτωση, ως Σύστημα Αθήνα επιμένουμε να δηλώνουμε σε όλους τους φεστιβαλικούς κύκλους ότι είμαστε εδώ και δημιουργούμε. Το γεγονός και μόνο ότι ένας θεσμικός φορές όπως το ΙΤΙ, κι όχι ένα άτομο, κάνει την προσπάθεια αυτή λειτουργεί απόλυτα θετικά, γιατί αποκλείεται έτσι το προσωπικό συμφέρον. Τις επιλογές τις υπογράφει ομάδα ειδικών και αυτό δίνει την εγγυρότητα που θα ήθελε ο ξένος αποδέκτης του υλικού.
Το Σύστημα Αθήνα ελπίζει ότι με τον καιρό θα μπορέσει να βάλει ένα μικρό λιθαράκι στην όλη προσπάθεια που γίνεται. Και επιμένει γιατί πιστεύει πως υπάρχει ποιότητα στο θέατρό μας, αρκεί κάποιος να έχει την υπομονή να την αναζητήσει και να την προωθήσει. Και αυτό γίνεται με συλλογική δουλειά.

Ομιλία στην ημερίδα που διοργάνωσε το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου στο Μουσείο της Ακρόπολης, με θέμα την προβολή του ελληνικού θεάτρου στο εξωτερικό (2010). 

Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου