Γέλιο κονσέρβας στο Ράδιο Σίτυ



Τα περισσότερα θέατρα στην πόλη έχουν ξεκαθαρίσει τις προθέσεις τους ως προς το είδος των παραστάσεων που θέλουν να φιλοξενούν. Η «Αυλαία», για παράδειγμα,  επιλέγει πιο μικρές και ευέλικτες παραστάσεις από τον ευρύτερο χώρο του μη εμπορικού θεάματος. Το Μέγαρο Μουσικής  αντλεί, λογικά, από τη δεξαμενή του μεγάλου μουσικού θεάματος. Αριστοτέλειο και Εγνατία είναι πιο κοντά στο εμπορικό, με κάποιες σποραδικές παρενθέσεις.

Όσο για το Ράδιο Σίτυ, είναι εκείνο που σταθερά εστιάζει στις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες. Με μια αίθουσα χιλίων θέσεων, οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι οι λύσεις δεν βρίσκονται στον Μπέκετ ή τον Πίντερ, αλλά στον Σεφερλή, στον Λαζόπουλο κ.λπ.
Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με το εμπορικό θέαμα, εφόσον βέβαια γίνεται με όρους που τουλάχιστο δεν προσβάλλουν τον κοινό νου. Όσο για την ιδιότητά μου ως κριτικού , ομολογώ πως εκεί βρίσκω περισσότερα θέματα να σχολιάσω, γιατί απλούστατα δεν το βλέπω ως ένα απλό καλλιτεχνικό γεγονός (καλό ή κακό), αλλά κυρίως, ως γεγονός που άπτεται της ιδεολογίας. Εκεί φαίνεται και το επίπεδο του κοινού γούστου. Εκεί μπαίνει και το ερώτημα ποιος επηρεάζει ποιον, η τέχνη τον κόσμο ή ο κόσμος την τέχνη ή και τα δυο από λίγο; Όπως εκεί  μπαίνει και το άλλο ερώτημα που λέει, αφού το εμπορικό θέαμα υποστηρίζεται από την πλειοψηφία του κόσμου, πώς γίνεται και την ιστορία του θεάτρου τη γράφουν συγγραφείς και παραστάσεις που υποστηρίζονται από μια μικρή θεατρόφιλη ελίτ; Τι σόι λαϊκό είδος είναι τότε το θέατρο; Εκεί, τέλος, μπαίνει και ο ρόλος του κριτικού, η ιδεατή θέση του οποίου υποτίθεται ότι είναι κάπου ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Όταν το 95% του κοινού μιας αίθουσας επικροτεί με ενθουσιασμό το θέαμα, ποιος νομιμοποιείται να μιλά περί καλού και κακού ;


Ποιος νομοθετεί;
Ως κριτικός έμαθα ένα πράγμα: να κρίνω την παράσταση στα όρια που η ίδια θέτει κι όχι σύμφωνα με κάποια δικά μου επιθυμητά ή αποδεκτά όρια. Αυτό σημαίνει ότι το καλή ή κακή παράσταση είναι πάντα σχετικό, γιατί εξαρτάται από το κατά πόσο υλοποιεί τις υποσχέσεις που μας δίνει. Από κει και πέρα, εάν θεωρούμε ότι το θέμα που πραγματεύεται δεν μας αφορά ή είναι ανάξιο λόγου και δεν ξέρω τι άλλο, φυσικά εμπίπτει στο χώρο της κριτικής μας αποτίμησης και οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε, όπως προτίθεμαι να κάνω εν προκειμένω με  το έργο του Ρομπέρ Τομά «Μάντεψε ποιος θα πεθάνει απόψε» (1960) που είδαμε στο «Ράδιο Σίτυ» σε μια αίθουσα κατάμεστη από κόσμο κάθε ηλικίας. Σημειώστε το αυτό. Κάτι σημαίνει.
Αν κρίνω από το χειροκρότημα, η παράσταση πέτυχε το στόχο της, χωρίς αυτό να σημαίνει  και ποιότητα. Γιατί πολλές φορές το γέλιο του κόσμου δεν προέρχεται από την ποιοτική στάθμη του θεάματος αλλά από τις ευκολίες του. Ο θεατής χαλαρώνει μπροστά στο θέαμα του οικείου, αφού δεν του ζητά να σκεφτεί ή να προβληματιστεί. Σίγουρα ο Τομά είναι ένας πολύ ικανός συγγραφέας στο είδος που αρέσκεται να δοκιμάζεται (να σας θυμίσω και μια άλλη μεγάλη του επιτυχία, το «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται»). Ξέρει να χειρίζεται επιδέξια τα κλειδιά του είδους, ξέρει ν΄ ανοιγοκλείνει πόρτες, να κάνει παράθυρα και πατώματα να τρίζουν, να κρύβει μυστικά κάτω από το χαλάκι, να τρελαίνει τα στοιχεία της φύσης και γενικά ν’ ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου εκεί που πρέπει.


Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι επίσης ξέρουν από διασκευές και πειραγμένα κείμενα οι Ρέππας /Παπαθανασίου. Ξέρουν τους ρυθμούς που απαιτεί μια γρήγορη κωμωδία. Κατέχουν την ελληνική γλώσσα που «γράφει» στο σανίδι. Το γεγονός, όμως, ότι δεν ξεφεύγουν από τη συνταγή που τους καθιέρωσε είναι πλέον ένα πρόβλημα και καλά θα κάνουν να ξαναδούν το ύφος της γραφής (και της αντιγραφής) τους. Κάποια στιγμή θα κουράσει και τους πλέον δεκτικούς φαν.


 Πάντως, εάν κρίνω από την αντίδραση της πλατείας στο «Μάντεψε…», ο κόσμος ακόμη δείχνει να ικανοποιείται με τα γνωστά. Το διασκέδαζε που έβλεπε ένα τσούρμο ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στο στοιχειωμένο σαλόνι του σπιτιού, να στήνουν παγίδες, να σχεδιάζουν τη φυγή τους, να ανατρέπουν προσδοκίες και φτου από την αρχή, μέχρι την τελική σκηνή, ευχάριστη και πάλι ανατροπή στην αποκάλυψη του δολοφόνου, που δεν είναι άλλος από την Κατρίν, η οποία στην αρχή δηλώνει την εξαφάνιση του άνδρα της και στη συνέχεια πέφτει στην παγίδα που με περίτεχνο τρόπο της στήνουν οι αστυνομικές αρχές, μέσα από μια σειρά ευφυείς μεταμφιέσεις.


Συντελεστές
Η Κάτια Δανδουλάκη, δοκιμασμένη βουλεβαρδιέρισα, θα μπορούσε και καλύτερα. Εν προκειμένω περιορίστηκε σε μια αυτοματοποιημένη περασάδα χωρίς λάθη, αλλά και χωρίς χρώμα. Ο Αντωνόπουλος, στο ρόλο του εξαφανισμένου συζύγου, έπαιξε και αυτός με την άνεση που του παρέχει η γνώση του είδους, αλλά χωρίς ζωή. Ο Τάσος Χαλκιάς (αστυνομικός) κινήθηκε στα όρια του τύπου. Τίποτα παραπάνω και φυσικά τίποτα το αξιομνημόνευτο. Η Κίτα, ως ιδιοκτήτρια, εντελώς άχρωμη. Τραβηγμένος από τα μαλλιά ο ρόλος της Ρουμάνας από την Ευείδη. Δεν έγραψε. Όλα αυτά τα τερτίπια γύρω από την ξενική αξάν, δεν βγάζουν πια γέλιο. Τα έχει κιτρινίσει ο χρόνος. Ο Ρέππας στον εκκεντρικό και αδερφίστικο ρόλο του πελάτη έβγαλε γέλιο εκβιάζοντας το ρόλο στα όρια της καρικατούρας. Βουνό τα κλισέ. Όσο για τη σκηνοθεσία του (μαζί με τον Παπαθανασίου), από την αρχή στον αυτόματο. Φαντασία μηδέν. Αλήθεια, δεν βαρέθηκαν όλο τα ίδια; Θα μου πείτε, βαριέται κανείς να μαζεύει ευρώ;
Συμπέρασμα: διασκέδαση κονσέρβας.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

27/04/2014