Ένας «τρελός» Ντύρενματ στο «Μελίνα Μερκούρη»



Οι περίεργες σχέσεις γλώσσας και αλήθειας ήταν πάντα ψηλά στην ατζέντα των δραματικών συγγραφέων. Από τις Βάκχες, στο Βασιλιά Ληρ, τον Κάσπαρ, μέχρι την Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας, η λίστα είναι εντυπωσιακή.

Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο, που μας αφορά εδώ και φέρει τη υπογραφή του Ελβετού Φρ. Ντύρενματ, μας αφηγείται μια θεοπάλαβη ιστορία που εκτυλίσσεται στην οικονομικά εξαθλιωμένη πόλη Γκυλέν, η οποία, ντυμένη στα γιορτινά της ,υποδέχεται το μόνο πρόσωπο που μπορεί να τη σώσει από την κατάρρευση: την πάλαι ποτέ κάτοικό της Κλαίρη, η οποία εμφανίζεται στο σταθμό του τρένου με μια περίεργη κουστωδία που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα μαύρο πάνθηρα και ένα φέρετρο. Πριν κοπάσουν οι τυμπανοκρουσίες, η Κυρία τους παγώνει όλους, λέγοντας  πως, για να τους  βοηθήσει, πρέπει να σκοτώσουν τον Άλφρεντ, πάλαι ποτέ εραστή και πατέρα του παιδιού της. Κι εδώ αρχίζει το πάρτι του ξεβρακώματος. Στην αρχή όλοι αντιστέκονται, όμως σταδιακά, σχεδόν ταχυδακτυλουργικά, καθώς σφίγγει η θηλιά γύρω από το λαιμό τους, αλλάζουν ρότα, αφήνοντας να βγουν στο φως τα πιο σκοτεινά στοιχεία του εαυτού τους, που περίπου μας λένε κάλιο η υλική άνεση παρά η συνείδηση.


Τα όρια της ανθρώπινης φύσης
O Ντύρενματ είναι ένας διανοούμενος ανθρωπιστής, που γνωρίζει καλά τα όρια και τις αντοχές της ανθρώπινης φύσης, κυρίως σε θέματα ηθικής. Είναι ένας συγγραφέας με έντονη την αίσθηση του γελοίου και του περίεργου. Γι’ αυτόν το «συνηθισμένο είναι τερατώδες» και, όπως ομολογεί ο ίδιος, «εκείνος που θα συλλάβει το γκροτέσκο στη γραφή μου, θα με καταλάβει πολύ καλύτερα». Σκέψη που απετέλεσε το οργανωτικό στοιχείο στην παράσταση της Πειραματικής Σκηνής που είδαμε στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη».
Η σκηνοθεσία
Στρέφοντας την προσοχή της στην αισθητική των κόμικ, η σκηνοθεσία της Έρσης Βασιλικιώτη πέτυχε να οδηγήσει τα δρώμενα σε μια γραμμική, σκόπιμα εξωτερικών προδιαγραφών, παράσταση, που στραφτάλιζε στους τόνους και τους ρυθμούς της γερμανικής σχολής του εξπρεσιονισμού. Η καλά ρυθμισμένη μπαγκέτα της δημιούργησε ένα σκηνικό κόσμο του παντού και του πάντοτε, ώστε να χωρέσουν όλοι. Ίσως σε κάποιες στιγμές, ιδίως στην αρχή, να βοηθούσε μια πιο παρατεταμένη σιωπή, ώστε να σφηνώσει πιο βαθιά στην ατμόσφαιρα η «απειλή» που έρχεται μαζί με την άφιξη της Κυρίας. Όπως, επίσης, θα μπορούσαν να «σκληρύνουν» κάπως τα περιγράμματα ορισμένων σκηνών, με στόχο την εντονότερη παραμόρφωση του ουμανιστικού στοιχείου της παράστασης. Πάντως, σε γενικές γραμμές, η σκηνοθεσία βρήκε καλά κρατήματα ώστε να ισορροπήσουν τα δρώμενα ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό και ν΄ αποκτήσουν ευδιάκριτο σκηνικό στίγμα οι εναλλασσόμενες αρθρώσεις της πλοκής και των συναισθημάτων.


Τι κόμισαν οι συντελεστές του έργου;
Η «Κυρία» με το περίεργο περπάτημα και την ακόμη πιο περίεργη συμπεριφορά, είναι μια από τις πιο σημαντικές δραματικές φιγούρες στην ιστορία του δυτικού θεάτρου. Προσωπικά θεωρώ πως είναι ένας συγγραφικός θρίαμβος, που ούτε τιθασεύεται ούτε προσδιορίζεται εύκολα. Αλοίμονο σε όποιον δεν προσέξει τις παγίδες που κρύβει.
Η έμπειρη Έφη Σταμούλη, που ανέλαβε την ευθύνη να μας γνωρίσει αυτή τη δυστροπη κυρία στη σκηνή, άντλησε και από τις δύο όψεις της υποκριτικής της δεξαμενής, την κωμική και τη δραματική και πέτυχε να καταθέσει μια πειστικά συμφιλιωτική αλλά και απειλητική, γοητευτική όσο και απωθητική περσόνα. Η σχεδόν ρομποτοειδής κίνησή της, οι τονισμένοι μορφασμοί, ο εμφατικός λόγος, το εξαντρίκ ντύσιμο, την επέβαλαν με την είσοδό της στη σκηνή ως την απόλυτη δύναμη που διευθύνει τη δράση κατά το δοκούν, και μάλιστα με τις προδιαγραφές αρχαίας τραγωδίας, έχοντας ως Χορό τους συμπολίτες της, που κάποτε την εξοβέλισαν, και που τώρα ετοιμάζονται για τη θυσία. Στην προσωπική της συνοδεία είναι και κάτι μεταλλαγμένα πλάσματα, που για τους σινεφίλ ίσως θυμίσουν ταινία του Τιμ Μπράουν. Ο Ντύρενματ, θέλοντας να ξεσκεπάσει εντελώς το εμπορεύσιμο της ηθικής, επιλέγει για την κουστωδία της άτομα που πρωτοστάτησαν στην καταδίκη της, όταν είχε ζητήσει αναγνώριση του παιδιού που απόκτησε με τον Άλφρεντ. Ο ένας σωματοφύλακάς της ήταν ο δικαστής και οι δύο τυφλοί οι ψευδομάρτυρες που συνηγόρησαν υπέρ του Άλφρεντ.


Η Σταμούλη κουβάλησε το βάρος αυτής της (προ)ιστορίας με ενέργεια, καλό έλεγχο και πάθος, έχοντας ως «αντίπαλο» τον πρώην, που υποδύεται ο επίσης έμπειρος Δημήτρης Ναζίρης. Είναι αυτός που καλείται να αντέξει τόσο στη δική της επίθεση όσο και στην πολιορκία των πολιτών. Παίζοντας το παράλογο ως αυτονόητο, επιτυγχάνει να προβάλει την κλιμάκωση του τρόμου που κομίζουν οι αλλαγές. Ενώ στην αρχή εμφανίζεται με κάποια σιγουριά (ποντάρει στη στήριξη των συμπολιτών του) στη συνέχεια τρομοκρατείται και το δείχνει.
Διαυγής και απολαυστικός ο δάσκαλος του Φράγκογλου, ο δήμαρχος του Παπαϊωάννου, ο ιερέας του Παπαδόπουλου, όπως και ο Αστυνόμος του Δανιηλίδη. Γενικά όλοι οι συντελεστές (σύνολο έντεκα)  λύθηκαν σε όλες τις φόρμες της σκηνοθετικής ανάγνωσης και τις απαιτήσεις των ευρημάτων της. Κατέθεσαν ευδιάκριτο εξωτερικό πάθος και γκροτέσκα ευελιξία που ράντισε τη γραμμική αναδίπλωση των δρωμένων με το αναγκαίο σαρκαστικό χιούμορ.


Το δισδιάστατο σκηνικό των Κελίδου και Χατζηιακώβου έπιασε το νόημα και σχολίασε αποτελεσματικά τη σχηματοποιημένη δράση. Όπως και τα κοστούμια. Το δεσπόζον χρώμα του κίτρινου επέβαλε την εικόνα του χρυσού αλλά και της δειλίας. Καλός συνεργάτης τα μουσικά ακούσματα του Βόμβολου.
Συμπέρασμα: Παράσταση ζωηρή και εύστοχη, έβγαλε την κρυμμένη και ανθεκτική σκοτεινιά του έργου. Αν και γραμμένο το 1956, το προσγείωσε επιτυχώς στον οικείο κόσμο, όπου η εκμετάλλευση, η κουτοπονηριά και η σχετικοποίηση κάθε ηθικού φραγμού έχουν την τιμητική τους.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
13/04/2013