Τα αδιέξοδα της λαϊκότητας «Ειρήνη» στο Θέατρο Δάσους





Δεν είναι εύκολη υπόθεση ο Αριστοφάνης, ο μοναδικός εκπρόσωπος της αρχαίας αθηναϊκής κωμωδίας του οποίου  σώζονται ακέραια τα έργα (11 τον αριθμό από ένα σύνολο 46).  Θα έλεγα πως πολύ πιο δύσκολα «τιθασεύεται» αυτός παρά ένας τραγικός. Και ο λόγος προφανής.
Η κωμωδία είναι ένα είδος που στηρίζει την επιτυχία του στην αμεσότητα της επικοινωνίας. Οι αντιδράσεις του κοινού επηρεάζουν καθοριστικά την ποιότητα του θεάματος. Σε μια κινηματογραφική ταινία, για παράδειγμα, γελάμε κατά μόνας. Δεν μας ενδιαφέρει τι κάνει ο διπλανός μας. Αντίθετα, σε μια θεατρική κωμωδία το γέλιο είναι μεταδοτικό. Γελάμε ως ομάδα, πολύ σπάνια κατά μόνας.
Περί λαϊκότητας και λαϊκισμού
Κι εδώ, βέβαια, προκύπτει ένα τεράστιο ζήτημα που το συζητάμε αλλά ποτέ δεν καταλήγουμε κάπου. Και αυτό έχει να κάνει με το δίπολο λαϊκός/λαϊκιστής, δηλαδή με τον τρόπο που επιλέγει κάποιος να απευθυνθεί στις μάζες και να τις συγκινήσει (κοινώς να τις πάρει με το μέρος του). Για παράδειγμα, λέμε για  τον τάδε καλλιτέχνη ότι κάνει λαϊκό θέατρο, εννοώντας ότι η δουλειά του έχει κάτι πιο αυθεντικό, πιο καθαρό, ιδεολογικά και εκφραστικά πιο εστιασμένο και συνεπές. Αντίθετα, το λαϊκίστικο το ταυτίζουμε με το ψεύτικο, το δήθεν. Μια επιφανειακή και συχνά αποπροσανατολιστική και στρεβλή ματιά στον κόσμο της λαϊκότητας. Φολκλόρ της κακιάς ώρας, δηλαδή.
Και επιστρέφω σ’ αυτό που είπα πιο πάνω: είναι εύκολο να εντοπίσουμε σήμερα τις διαφορές; Κάποτε, ναι. Ο Αριστοφάνης, λ.χ., έγραψε λαϊκές κωμωδίες που είχαν αποδέκτη ένα συγκεκριμένο κοινό με συγκεκριμένες κοινωνικές και ιδεολογικές προσδοκίες. Έγραψε σε μια εποχή όπου υπήρχαν ξεκάθαρες συμβάσεις και κανόνες δημιουργίας. Ο κόσμος γνώριζε τους κώδικες, όπως γνώριζε πρόσωπα και καταστάσεις, γι’ αυτό ήταν πολύ εύκολο να συμμετέχει θορυβωδώς στα δρώμενα (χειροκροτώντας, γελώντας, αποδοκιμάζοντας κ.λπ). Σήμερα πού εντοπίζει κανείς αυτή τη λαϊκότητα ώστε να δει και τον Αριστοφάνη με ανάλογους όρους; Μήπως σε κάποια καθαρά λαϊκή γειτονιά, στο λαϊκό τραγούδι, στη λαϊκή ενδυμασία, στη λαϊκή ντοπολαλιά, στους λαϊκούς αποδέκτες; Φοβούμαι πως όχι. Τη θέση της λαϊκότητας έχει πάρει εδώ και χρόνια ο υβριδισμός. Και δεν είναι κακό αυτό, φτάνει να ξέρει κάποιος με τι έχει να κάνει ώστε να πορευτεί ανάλογα. Υβριδισμός δεν σημαίνει μπάτε σκύλοι και αλέστε. Είναι το ίδιο απαιτητικός όπως και η καθαρότητα.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ένα είναι το κρατούμενο: η παράσταση (υβριδική, λαϊκή ή άλλης μορφής) είναι εκείνη που νομοθετεί κι εμείς (θεατές και κριτικοί) καλούμαστε να την κρίνουμε με βάση αυτά που μας δίνει και όχι με αυτά που θα θέλαμε να μας δίνει ή που φανταζόμαστε ότι μας δίνει.

Η παράσταση
Τι είδαμε στο Θέατρο Δάσους, λοιπόν; Δυσκολεύομαι ν’ απαντήσω. Ο Σωτήρης Χατζάκης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία για λογαριασμό του ΚΘΒΕ, ήταν προφανές πως είχε ως στόχο ένα πράγμα: το ανάλαφρο θέαμα, χωρίς πολλές απαιτήσεις και πλαίσια. Εξ ου και όλα αυτά τα εύκολα, τα χαλαρά, τα πιασάρικα και αυτοματοποιημένα σκηνικά ευρήματα. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τα χάρηκαν. Το θέμα, όμως, είναι αυτό που σχολιάζω πιο πάνω: Ποιος είναι ο απώτερος στόχος; Εάν είναι ο χαβαλές, τότε  σωστά έπραξε. Εάν όχι (κάτι που πιστεύω εγώ), τότε έκανε λάθος, γιατί το άμεσα αναγνωρίσιμο (το κλισέ, δηλαδή) μπορεί να είναι επικοινωνιακά μια κάποια λύση, δεν είναι όμως η καλύτερη λύση, και μάλιστα σ’ ένα έργο όπου η απομυθοποίηση και το ξεβράκωμα είναι το ζητούμενο.
 Το κλισέ, από τη φύση του, δεν είναι σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε ουσιαστική κριτική, πολλώ δε μάλλον να βελτιώσει το γούστο του κοινού. Μόνο η ανατροπή όλων εκείνων που ξέρουμε και εκλαμβάνουμε ως πραγματικότητα, μπορεί να αλλάξει και την οπτική μας γωνία. Μόνο τότε ξεβολεύεται ο κόσμος. Διαφορετικά απλώς χαχανίζει μακαρίως.
Απ’ αυτή την άποψη, λοιπόν, η παράσταση εκτιμώ πως δεν ευτύχησε. Μάλιστα, από ένα σημείο και μετά, αφού εξάντλησε όλα τα γνωστά σκηνικά κόλπα και λιλιά, και μη έχοντας πού αλλού να στραφεί, έκανε κύκλους και έτρωγε από τις σάρκες της .

Ερμηνείες
Όσο για τους συντελεστές, ο Φάνης Μουρατίδης (Ερμής), με τη γόβα στιλέτο και το φανταχτερό look, έπαιξε με κέφι και έδειχνε να το διασκεδάζει. Έκανε χρήση, μέχρι τελικής πτώσης, όλων των γνωστών κλισέ που συνοδεύουν τον εν λόγω τύπο-καρικατούρα και πέτυχε να βγάλει γέλιο. Από την άλλη, όμως, έχω μια απορία: Γιατί αυτή η εμμονή με τις γκέι φιγούρες και το ξεφωνημένο παίξιμο;  Κάποτε, όταν βλέπαμε να τα κάνει ο Παράβας στον κινηματογράφο, τα θεωρούσαμε αστεία και διασκεδάζαμε. Τώρα φαντάζουν εντελώς γραφικά, εκτός εποχής και απίστευτα βαρετά. Και το κυριότερο, δεν μπορείς, να στήνεις μια ολόκληρη παράσταση γύρω από τα αδερφίστικα του Ερμή εν προκειμένω. Αυτή είναι τελικά η ουσία της “Ειρήνης; Ένα drag show; Κι αν όχι, τι είναι; Το πρόβλημα με τη σκηνοθεσία είναι ότι δεν αποφάσισε τι σόι «Ειρήνη» ήθελε ώστε να την υποστηρίξει με συνέπεια και σκηνικά.


Πιο συγκρατημένος και με καλό επικοινωνιακό φλέγμα ο Β. Χαραλαμπόπουλος. Τυποποιημένοι “μάγκες” οι Μαγδαληνός, Νίνης και Γούναρης. Ζωντανός στις αστραπιαίες παρεμβάσεις του ο Διακοσάββας ως κόρη Τρυγαίου, καρτουνίστικος ο Πόλεμος του Σεϊμένη. Οι καλές φωνές, κυρίως από Γιαμαλή και Καπέλιο, έδωσαν στα χορικά ξεχωριστό χρώμα και όγκο. Τα σκηνικά της Δρίνη πολύ φτωχά και σε σύλληψη και σε εκτέλεση. ‘
Συμπέρασμα: μια «Ειρήνη»  χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. 

28/7/2013