Το δράμα της απώλειας



Δεν συναντούμε συχνά αυτό το φαινόμενο, τουλάχιστον στον τόπο μας. Όταν θέλουμε να δούμε μια παράσταση, συνήθως κλείνουμε μια, άντε δυο βδομάδες πριν. Όχι, όμως, στην περίπτωση του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ που παίζεται εδώ και μήνες στη Βίλα Καπαντζή από την Πειραματική Σκηνή, η οποία, μετά το κλείσιμο της μόνιμης στέγης της στο Αμαλία, ασκείται σε μια γόνιμη (τελικά) περιπλάνηση.
Τη μια τη βρίσκουμε να δοκιμάζει της αντοχές του έργου της Δανάης Τανίδου «Χρυσή μας πόλης» στην αποβάθρα του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού (που τώρα τελευταία έχει γίνει αρκετά της μόδας ως χώρος δράσης—βλ, μεταξύ άλλων, και την τελευταία δουλειά της ομάδας «Όχι παίζουμε»), την άλλη τη συναντούμε στο δημοτικό θέατρο Άνετον με το «Με χτύπησε στις 2.45», μια σύνθεση κειμένων για την κακοποίηση των γυναικών και με τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, και τώρα, στο παλιό αρχοντικό της οικογένειας Μεχμέτ Καπαντζή (επί της Βασιλίσσης Όλγας), ένα αρχοντικό συνομήλικο (τι σύμπτωση!) με το τσεχοφικό έργο. Χτίστηκε το 1890 και κατοικήθηκε από τους ιδιοκτήτες του μέχρι το 1923, οπότε η οικογένεια αναγκάστηκε να μετακομίσει (αν και Εβραίοι) στην Κωνσταντινούπολη μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης. Σ’ αυτό το διάστημα των τριών δεκαετιών, η οικογένεια Καπαντζή θα γίνει μάρτυρας σημαντικών γεγονότων, όπως η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που κατέστρεψε την περιουσία της (ξενοδοχεία και εστιατόρια) στο κέντρο της πόλης, και η ήττα στη Μικρασία που περίπου αναγγέλλει και τον δικό της ξεριζωμό.
Είναι προφανές πως μέσα από την επιλογή του συγκεκριμένου χώρου, η Πειραματική Σκηνή ήθελε να υπογραμμίσει τόσο την απώλεια του ίδιου του βυσσινόκηπου των πάλαι ποτέ Ρώσων αριστοκρατών του Τσέχοφ που επιστρέφουν για λίγο από το Παρίσι αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για να σώσουν την περιουσία τους, όσο και την απώλεια του θεάτρου Αμαλία που για σχεδόν τρεις δεκαετίες στέγασε τα όνειρα της ομάδας, αλλά και το γενικότερο αίσθημα της απώλειας που αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος που βιώνει τη σημερινή κρίση.


Παλεύοντας με φαντάσματα
Ορίστε λοιπόν, ένας βυσσινόκηπος βουτηγμένος σε μια λιμνοθάλασσα από μνήμες. Αυτόν το «Βυσσινόκηπο» τον είδα μία μέρα μετά την πρεμιέρα, κι έφυγα προβληματισμένος. Αισθάνθηκα ότι ούτε το σπίτι ήταν έτοιμο να δεχτεί τους «εισβολείς» του ούτε οι εισβολείς ήταν έτοιμοι να διαχειριστούν τις μνήμες που ήταν σφηνωμένες στους τοίχους και στα πατώματά του. Κάπου οι μεν έδιωχναν τους δε. Ενώ υπήρχαν καλές προθέσεις από τη σκηνοθέτιδα Χριστίνα Χατζηβασιλείου, υπήρχαν αόρατες αντιστάσεις που δεν τις άφηναν να γειωθούν, να μας «μιλήσουν». Όσο περνούσε ο καιρός, όμως, άκουγα για ουρές, για sold out. Κι έτσι από περιέργεια ξαναπήγα να δω τι γίνεται. Ε, λοιπόν, είδα μια εντελώς άλλη παράσταση. Και δεν νομίζω ότι ήταν οι δικές μου διαθέσεις που άλλαξαν. Απλούστατα οι «εισβολείς» τα βρήκαν με τα φαντάσματα της βίλας (και του Τσέχοφ) και όλοι ηρέμησαν, οπότε ξαφνικά η μίζερη καθημερινότητα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στις περισσότερες παραστάσεις των έργων του Τσέχοφ, μετατράπηκε σ’ ένα ζωηρό και συνεχές ζουζούνισμα που απλωνόταν παντού, σε όλα τα δωμάτια (σύνολο επτά). Φασαρία, τραγούδι, χορός, καυγάδες, σ’ ένα ρεσιτάλ μιας μεγαλειώδους καθημερινότητας. Ο ένας λόγος να σφηνώνεται στον άλλο, δράσεις, με ή χωρίς λόγο, να υλοποιούνται ταυτόχρονα στα διάφορα δωμάτια, δημιουργώντας ένα πολυπρισματικό σύμπαν που σ’ ανάγκαζε να μετακινείς το βλέμμα παντού, σε μια προσπάθεια να δεις τι γίνεται. Όλα στημένα με τέτοιο τρόπο ώστε  να δίνουν την εντύπωση πως κανένας δεν βρίσκεται εκτός δράσης, κανένας δεν εξαφανίζεται. Μπορεί να φεύγουν από το οπτικό μας πεδίο, όμως συνεχίζουν να ζουν κάπου αλλού. Τους ακούμε, μα πιο πολύ αισθανόμαστε την αόρατη παρουσία τους. Όπως τα φαντάσματα των πάλαι ποτέ ενοίκων και των επισκεπτών της βίλας, που αντί να βγαίνουν μέσα από καταπακτές και ρωγμές στους τοίχους, βγαίνουν μέσα από δωμάτια, μας έρχονται κατευθείαν από τον κήπο, κυκλοφορούν δεξιά και αριστερά «σαν στο σπίτι τους».
Θα μπορούσε κάποιος να τους δει και σαν φαντάσματα της δημιουργικής φαντασίας του συγγραφέα, θεατρικές φιγούρες που υπάρχουν για λίγο και μετά εξαφανίζονται στα βάθη του μυαλού, μια μεταθεατρική διάσταση που ενισχύουν και οι αναγνωστικές σφήνες του Φίρς, ο οποίος, σε τακτά χρονικά διαστήματα, βγαίνει από το μικρό δωμάτιό του με ένα βιβλίο ανά χείρας και μας διαβάζει τις σκηνικές οδηγίες ή ακόμη και πληροφορίες που αφορούν την πρόσληψη του έργου από τους Μοσχοβίτες στις αρχές του 20ού αιώνα, στοιχείο που δεν ήταν ιδιαίτερα καθαρό την πρώτη φορά που είδα την παράσταση. Τώρα, το βρήκα απόλυτα ενταγμένο στη γενικότερη αισθητική σύλληψη.


Βέβαια, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η παράσταση ζητά ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού. Στις τρεις-τέσσερις περιπτώσεις όπου το κοινό  εμπλέκεται, τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ευεργετικά. Στο κάτω κάτω είμαστε κι εμείς καλεσμένοι στο σαλόνι της βίλας, όπου εκτυλίσσεται το καλά ενορχηστρωμένο πάρτι αναμνήσεων. Θέλουμε να νιώθουμε διαρκώς ότι είμαστε καλοδεχούμενοι. Έτσι όσο πιο κοντά μας φέρνουν τη δράση οι φιλόξενοι και αστραφτεροί οικοδεσπότες μας (τους αναφέρω: Σταμούλη, Μαυρόπουλος, Ευθυμίου, Βούλγαρη, Συριόπουλος, Δανιηλίδης, Μεβουλιώτης, Δημητριάδης, Τσαλκιτζόγλου, Παπαδόπουλος, Φράγκογλου) τόσο πιο «δικά μας» γίνονται τα σκηνικά τους μυθεύματα.
Σε κάθε περίπτωση: αυτός ο «Βυσσινόκηπος» είναι μια από τις σπουδαίες θεατρικές δουλειές που είδα φέτος. Νομίζω πως αξίζει να ταξιδέψει κάποιος, από την Αθήνα ή αλλού, για να τον απολαύσει, μεριμνώντας μόνο να κάνει κράτηση έγκαιρα.

30/6/2013