Φεστιβαλικός καύσωνας



Με τον ερχομό του καλοκαιριού έρχονται κατά κύματα και τα φεστιβάλ. Είναι τόσο πολλά και γεωγραφικά τόσο απλωμένα που μοιραία σε κάνουν να διερωτηθείς κατά πόσο όλη αυτή η καλλιτεχνική λαίλαπα προωθεί τον πολιτισμό μέσα από την καρδιά (μας) ή πρόκειται για ένα (ανομολόγητο) σύμπτωμα πραγματιστικής εκλογίκευσης της τέχνης του Διονύσου, ένα είδος (και) πολιτικού τυχοδιωκτισμού και διαθέσιμου μπάτζετ;

Και για να μην παρεξηγηθώ, τοποθετούμαι ευθύς αμέσως. Βεβαίως χαίρομαι που υπάρχουν, γιατί προσφέρουν πολλά και σημαντικά στον άνθρωπο και στην κοινωνία όπου ζει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προβληματίζει η διαγραφόμενη φιλοσοφία τους, η συνεχιζόμενη και συχνά ανεξέλεγκτη διόγκωσή τους και, κυρίως, η σχέση τους  με τη λογική και τις πρακτικές της σύγχρονης αγοράς (και του καταναλωτισμού). Συνεπώς, μια ερώτηση του τύπου, ποια μπορεί να είναι η λειτουργία τους μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα ή κατά πόσο μας βοηθούν να πορευτούμε προς το μέλλον μαζί, και παράλληλα κουβαλώντας ο κάθε ένας από μας την όποια διαφορετικότητά του (θρησκευτική, εθνική κ.λπ), αξίζει να μας απασχολήσει.


Τέχνη και τουρισμός
Σίγουρα δεν καινοτομούμε συνδέοντας το θεσμό των φεστιβάλ με την ευρύτερη αγορά. Όσοι ασχολούνται με την ιστοριογραφία τους γνωρίζουν ότι η ιδέα να μπουν στην αγορά, δίκην τουριστικού προϊόντος, έπεσε λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Κι όχι τυχαία. Αντιμέτωπη με τα ερείπια που είχε αφήσει ο πόλεμος, η πολιτιστική Ευρώπη αναζητούσε τότε αγωνιωδώς στέρεα σημεία αναφοράς. Και οι κλασικοί ήταν η πιο πειστική και αποδεκτή λύση σε επίπεδο ρεπερτορίου και τα φεστιβάλ η άλλη λύση σε επίπεδο θεσμών. Και η ιστορία απέδειξε ότι οι θιασώτες της ιδέας είχαν δίκιο. Ο κόσμος ανταποκρίθηκε μαζικά. Ήταν προφανές πως είχε ανάγκη να πιαστεί από κάπου. Και τι καλύτερο αγκυροβόλι για ένα ρημαγμένο πολιτισμό από τη διαχρονικότητα των αξιών του κλασικού πολιτισμού.
 Βέβαια ουδέν καλό αμιγές κακού. Γιατί σταδιακά, μαζί με τη διόγκωση της μεσαίας τάξης και τη βελτίωση των μέσων συγκοινωνίας, άρα και της δυνατότητας γρηγορότερης και μαζικότερης μετακίνησης, τα φεστιβάλ, από απλές εστίες πολιτισμού και παιδείας, άρχισαν να μεταμορφώνονται σε μια τεράστια αγορά εθνικών και οικονομικών συμφερόντων. Ενώ στην αρχή του θεσμού λίγες πόλεις είχαν εκδηλώσει κάποιο ενδιαφέρον, οι διαγραφόμενες προοπτικές πολλαπλασίασαν τους μνηστήρες, σε σημείο να μεταμορφωθεί η Ευρώπη στα χρόνια που ακολούθησαν σε ένα πολύχρωμο φεστιβαλικό σούπερμαρκετ, όπου πλέον βρίσκεις τα πάντα: από φεστιβάλ μονοδράματος, μέχρι φεστιβάλ κούκλας, σωματικού θεάτρου, πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων, φεστιβάλ μόνο για τον Σέξπηρ κ.λπ.


Όπως είπα και πιο πάνω, δεν διαγράφω την αξία του θεσμού. Αντίθετα, είμαι σταθερός θιασώτης του. Απλά αισθάνομαι πως όσο πιο έντονη θα γίνεται η κυκλωτική εξέλιξη της νέας μεγάλης αφήγησης (της παγκοσμιοποίησης) άλλο τόσο τα φεστιβάλ θα λειτουργούν ως έμπρακτη απόδειξη ανταλλαγής πολιτιστικού κεφαλαίου παρά κουλτούρας. Όσο και να θέλουμε να τα εξιδανικεύσουμε, ανάγοντάς τα στη σφαίρα του ωραίου και του υπεράνω σκοπιμοτήτων, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή και διόλου «υψηλή». Και αυτό το ξέρουν πολύ καλά όλοι οι εμπλεκόμενοι (δηλαδή το κράτος και θεσμικοί ή επιχειρηματικοί φορείς). Γι’ αυτό και κάνουν το παν να εκμεταλλευτούν τη δυναμική που τους προσφέρουν, ώστε να προβάλουν αυτά που κρίνουν ότι πρέπει να προβληθούν.
Όσο και να ακούγεται άκομψο και σκόπιμα «τραβηγμένο», σ’ ένα θεατρικό φεστιβάλ εκτίθενται πλέον «προϊόντα» περίπου με τη λογική που χαρακτηρίζει και όλα τα άλλα φεστιβάλ, ας πούμε ένα φεστιβάλ μπύρας στη Γερμανία, όπου παρελαύνουν οι εταιρείες με ό,τι καλύτερο και πιο πρόσφατο έχουν βγάλει. Και στις δύο περιπτώσεις στόχος είναι η διεθνής αγορά: να μας μάθουν κι έτσι να γίνουμε ανταγωνιστικοί=να πουλήσουμε.


Εκριζώσεις
Τα μεγάλα ονόματα, που συνήθως φιλοξενούνται και σε ανάλογους χώρους, είναι αυτά που εισπράττουν την πιο παχυλή χρηματοδότηση και απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη προβολή, δεδομένου ότι είναι η μεγάλη ατραξιόν, ο «κράχτης». Είναι αυτά που επιβιώνουν πηγαίνοντας από φεστιβάλ σε φεστιβάλ (πολλοί αποκαλούν ειρωνικά την τέχνη τους airport art), μεταφέροντας στις αποσκευές τους κάποιο θέαμα εθνικά και ιστορικά αρκετά θαμπό ώστε να είναι εύκολα προσβάσιμο (και άρα καταναλώσιμο), από έναν εξίσου θαμπό (ως προς τις προσδοκίες του) θεατή/πελάτη. Ορισμένοι απ’ αυτούς τους καλλιτέχνες δεν έχουν καν «εθνική» έδρα, δική τους στέγη. Πάνε εκεί όπου μπορούν να τους πληρώσουν. Κι όσο θα παγκοσμιοποιούνται οι οικονομίες, τέτοια «άστεγα» και «αν-ιστόρητα» θεάματα θα πυκνώνουν ολοένα και περισσότερο, γιατί μόνο έτσι θα μπορούν οι καλλιτέχνες του φεστιβαλικού «σιρκουί» να διασχίζουν εθνικά σύνορα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα (βλ. επί τροχάδην τα εικονολάγνα και ηχολάγνα θεάματα του Γκέμπελς, τις πολύχρωμες και ζωηρές περφόρμανς του Γιαν Λωβέρ και των Fura dels Baus, τον πολυμιντιακό κόσμο του Τζέσουραν κ.λπ). Τέτοια mega shows επιβιώνουν εκτός συγκεκριμένου κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου, χάρη στην  εντυπωσιακή και καλοδουλεμένη αυτοαναφορικότητά τους, κάτι που συνήθως δεν ισχύει για τις πιο μικρές και κοινωνικοπολιτικά εστιασμένες παραστάσεις, όπου κάθε εδαφική μετακίνηση τους ενέχει κινδύνους, καθότι αφαιρεί από την αρχική τους δυναμική, υπό την έννοια ότι αποψιλώνει το τοπικό τους ιδίωμα. Κι σ’ αυτό τον τομέα πιστεύω πως έχουν εν μέρει αποτύχει τα περισσότερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ (κυρίως τα μεγάλα), τα οποία εκτιμώ πως σταδιακά τείνουν να μεταμορφωθούν σε μια απρόσωπη και άχρωμη καλλιτεχνική αγορά, ιδιαίτερα φιλόξενη σε θεάματα χωρίς ρίζες και σημεία αναφοράς. Όλα για τα μάτια και την τσέπη του κόσμου.
ΥΓ. Θα συνεχίσουμε και θα ολοκληρώσουμε στην επόμενη θεατρική μας επιφυλλίδα.


14/7/2013