Θεατρικό πανόραμα 2013: προσδοκίες, απογοητεύσεις και όνειρα για το ….σανίδι





Εν αναμονή των μεγάλων θερινών παραγωγών (ήδη μια γεύση πήραμε από το βαρετό «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ, σε σκηνοθεσία Σπ. Ευαγγελάτου και παραγωγή Ακροπόλ), να πούμε δυο λόγια δίκην επιλόγου, για τη σεζόν που πέρασε.
Γενικά περί ΚΘΒΕ
Ενώ είχαμε αριθμητικά ένα σεβαστό όγκο παραστάσεων, μετρημένες στα δάχτυλα ήταν εκείνες που θα θυμόμαστε. Οι περισσότερες λειτούργησαν μέσα σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο καθωσπρεπισμού, με ελάχιστες ή καθόλου διαθέσεις ρήξεις με τα γνωστά και καθιερωμένα. Όσο για το μεγάλο μας χαρτί, το ΚΘΒΕ, ήταν για άλλη μια φορά μια απογοήτευση. Νυσταλέο, άνευρο, συνέχισε την πορεία του στο πουθενά, χωρίς σημάδια κάποια ανάκαμψης. Έχουμε βαρεθεί να το λέμε, αλλά κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να το αφήσουν όλοι στην ησυχία του για να κάνει σωστά τη δουλειά του. Κάποια στιγμή πρέπει να το αφήσουν να υπηρετήσει και το δικό του όραμα. Ή, κι αν δεν έχει όραμα, ε, ας το ανακαλύψει. Δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, με τη λογική του ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Είναι επιτακτική ανάγκη να οργανωθεί επάνω σε άλλες βάσεις, που θα το κάνουν πιο εξωστρεφές, ανήσυχο, επικοινωνιακό, φρέσκο, δυναμικό, εκεί που πρέπει αναιδές (βεβαίως), απρόβλεπτο, σημερινό. Δεν μπορεί να ανεβάζει έργα που μυρίζουν μούχλα από χιλιόμετρα μακριά. Δεν μπορεί να διαθέτει δύο μικρές σκηνές, ιδανικές για πειραματισμό, και να τις αφήνει να βρικολακιάζουν. Δεν μπορεί να εγκαινιάζει ένα θεσμό όπως το «Θεατροπωλείο» και να τον εγκαταλείπει στην τύχη του. Δεν είναι δυνατό να μην έχει καθιερώσει ακόμη κάποιον ετήσιο διαγωνισμό (καλύτερου θεατρικού έργου, ας πούμε, ή πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα κ.λπ) ή κάποιο φεστιβάλ διεθνών προδιαγραφών που να ενδυναμώνει έτσι και το ρόλο του στα πράγματα.


Η ανάγκη ενός φεστιβάλ
Ειδικά γι΄ αυτό το τελευταίο επιμένω μετά φορτικότητας, γιατί θεωρώ πως το μεγαλύτερο πρόβλημα της θεατρικής Θεσσαλονίκης είναι η απουσία ενός διεθνούς φεστιβαλικού θεσμού υψηλών προδιαγραφών. Για να προλάβω τοποθετήσεις, να πω ότι δεν θεωρώ τα «Δημήτρια» ότι είναι το είδος του φεστιβάλ που έχω κατά νου. Είναι πιο πολύ μια γιορτή-αχταρμάς, χωρίς στόχευση και φυσιογνωμία.
Φεστιβάλ ήταν στα πρώτα στάδιά της η «Θεατρική Άνοιξη» της Πειραματικής Σκηνής (και εννοώ όταν είχε ακόμη τη δυνατότητα να φιλοξενεί και ξένες παραστάσεις). Μάλιστα, θα έλεγα πως ο δήμος θα μπορούσε (για να μην πω, θα έπρεπε) να βοηθήσει ώστε να επανακάμψει ο θεσμός. Όπως και η Πολιτεία, από τη μεριά της, εάν όντως πιστεύει στη θέση και το ρόλο της Θεσσαλονίκης στην ευρύτερη περιοχή, θα μπορούσε, είτε σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ είτε με άλλους φορείς (που να γνωρίζουν βεβαίως από θέατρο κι όχι από παρασκήνια),  να στηρίξει ένα φεστιβάλ του μεγέθους του Ελληνικού Φεστιβάλ, δίνοντας τουλάχιστο τα ίδια χρήματα (για να μην πω τα διπλάσια), ώστε να φυσήξει φρέσκος αέρας στην πόλη. Και μη μου χρεώσει κανείς ξενομανία. Η ανάγκη διαλόγου με τη διεθνή κοινότητα δεν είναι ξενομανία αλλά αναγκαιότητα. Αρκεί να σας πω το εξής, κι ας με διαψεύσει κάποιος. Πριν αναλάβει ο Λούκος το Ελληνικό Φεστιβάλ ελάχιστοι καλλιτέχνες, κριτικοί και θεατρολόγοι είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν από κοντά τα πολύ σύγχρονα ρεύματα, τις τάσεις, τα μεγάλα ονόματα. Το Ελληνικό Φεστιβάλ λειτούργησε σαν ένα σχολειό, στην κυριολεξία του όρου. Ξαφνικά κόσμος και κοσμάκης άρχισε να ασχολείται με αξιώσεις με τα διεθνή θεατρικά τεκταινόμενα. Εκεί που μόνο ο Τερζόπουλος και πιο αραιά ο Μαρμαρινός ταξίδευαν, τώρα όλο και περισσότερες ομάδες συμμετέχουν σε διεθνή φεστιβάλ ή επιδιώκουν  συνεργασίες. Και όλες εξ Αθηνών. Τυχαίο; Δεν νομίζω.


Μήπως δεν έχουμε καλούς καλλιτέχνες στη Θεσσαλονίκη; Φυσικά έχουμε. Όμως, ποιοι μηχανισμοί υπάρχουν για να τους βοηθήσουν να ορθοποδήσουν; Η πόλη που επέλεξαν να δημιουργήσουν μοιάζει σαν χωριό σε καραντίνα. Ούτε κινητικότητα ούτε επαφή ούτε επικοινωνία. Βέβαια, δεν φταίνε για όλα οι θεσμοί. Μερίδιο ευθύνης φέρουν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες. Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες που δημιούργησε η κρίση, αλλά ακόμη κι όταν δεν υπήρχε κρίση, η νοοτροπία ήταν η ίδια: εσωστρέφεια. Όπως επανειλημμένα το σχολίασα, γιατί δεν ρισκάρουν, γιατί δεν πάνε σε κάποιο φεστιβάλ από μόνοι τους, γιατί δεν συνεργάζονται με άλλους καλλιτέχνες κι ό,τι ήθελε προκύψει;
Ξεχωριστές παραστάσεις
Με τα σχόλιά μου ενδεχομένως να δημιούργησα την εντύπωση πως τίποτα δεν μου άρεσε τη χρονιά που πέρασε. Λάθος. Όπως είπα στην αρχή, υπήρχαν παραστάσεις που βρήκα ενδιαφέρουσες, όπως το «Νόρντοστ», η «Άγρια μοναξιά», η «Σονάτα των φαντασμάτων» (μια από τις καλύτερες δουλειές του Κωνσταντινίδη). Όπως μου άρεσαν και ορισμένες παραστάσεις στο θέατρο «Αυλαία» ("Ερωφίλη", "Mistero Buffo" κυρίως, και δευτερευόντως «Γιοι και κόρες» και «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», μόνο που αυτές δεν ήταν παραγωγές εγχώριωνσχημάτων). Επίσης, είναι ελπιδοφόρο το ότι η Πειραματική Σκηνή δεν τα παράτησε μετά το κλείσιμο του «Αμαλία» και συνεχίζει να ψάχνεται σε ποικίλους χώρους. Κορυφαίο δείγμα γραφής από αυτή την γόνιμη περιπλάνηση ο «Βυσσινόκηπος», το μεγάλο χιτ της χρονιάς το οποίο, θα συνεχίσει και το φθινόπωρο. Βρήκα ακόμη εξαιρετικό το εικαστικό κομμάτι και τα installations στη site specific performance «Fake Time», στο εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο Άριστον.


Συμπέρασμα
Θέλω να πω ότι οι παραστάσεις που ξέφευγαν λιγάκι από το αναμενόμενο, έκαναν και τη μικρή διαφορά. Για να μιλήσουμε, όμως, για μεγάλη διαφορά, πρέπει να μεγαλώσει ο όγκος των προτάσεων αυτού του τύπου και, παράλληλα, να πυκνώσει και ο όγκος των συνεργασιών και των ανοιγμάτων προς τα έξω. Χωρίς αυτή τη στροφή, θα παραμείνουμε εδώ που είμαστε να συζητούμε μεταξύ μας και να γκρινιάζουμε.

7/7/2013