Ψυχαναλυτικές εξορύξεις Ο Λούπα στην ΕΜΣ





Η θεατρική Θεσσαλονίκη δεν έχει πολλές ευκαιρίες να φιλοξενήσει πρωτοκλασάτα ονόματα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας.Και να που με το ανανεωμένο Φεστιβάλ των «Δημητρίων» είχε την ευκαιρία να δει τη δουλειά ορισμένων σπουδαίων δημιουργών, όπως ο Πολωνός Κρίστιαν Λούπα (γεν. 1943), αποδέκτης του ευρωπαϊκού βραβείου θεάτρου  (Premio Europa) το 2007 (στο Βρότσλαβ) και «πατέρας» μιας  ολόκληρης γενιάς σκηνοθετών στην πατρίδα του (ανάμεσά τους και ο γνώριμός μας Βαρλικόφσκι).
Πρόκειται για την πρώτη παράσταση έργου του στην Ελλάδα, που δυστυχώς ελάχιστα απασχόλησε τον Τύπο και τα ΜΜΕ και, πολύ περισσότερο, τους ντόπιους θεατρόφιλους. Επειδή τις τελευταίες εβδομάδες παρακολούθησα σχεδόν τα πάντα που φιλοξενήθηκαν τόσο στην 3η Μπιενάλε όσο και στα «Δημήτρια», έμαθα πια να ξεχωρίζω και τις φάτσες των δοσμένων θαμώνων. Δεν πρέπει να ξεπερνούν τους πεντακόσιους, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι φοιτητές δραματικών σχολών, επαγγελματίες του χώρου (όχι όμως αρκετοί) και ορισμένοι που απλώς τους προέκυψε. Από τον υπόλοιπο πληθυσμό της πόλης, του ενός και πλέον εκατομμυρίου, ελάχιστα πράγματα. Και μην μου πείτε ότι φταίει  η κρίση. Και πριν από την κρίση, πάλι δεν πατούσαν το πόδι τους. Όμως, γαρίφαλλα στην κάθε δευτεροκλασάτη τραγουδίστρια ήξεραν να πετάνε. Το αστείο είναι ότι αυτοί πρώτοι θα βγουν και θα κλαφτούν ότι δεν γίνεται τίποτε σ’ αυτήν την πόλη. Λες κι όταν γίνεται το παίρνουν είδηση! Εν πάση περιπτώσει, και χωρίς αυτούς τα «Δημήτρια» έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν: ανανεώθηκαν, εκμοντερνίστηκαν. Σίγουρα είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν ακόμη, ώστε το Φεστιβάλ να μετατραπεί σ’ ένα πραγματικά διεθνές γεγονός που θα τραβήξει και θεατρόφιλους από τις όμορες χώρες. Πάντως η αρχή έγινε. Κι ήταν καλή. Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από τη χρηματοδότηση και φυσικά το όραμα των εμπλεκομένων στην οργάνωση.

Το θέατρο του Λούπα είναι επηρεασμένο από την αισθητική των Κάντορ και Σβινάρσκι, αλλά κυρίως από τις ψυχαναλυτικές απόψεις του Γιουνγκ, τον οποίο μάλιστα θεωρεί ως τον μέντορά του, που τον βοήθησε ν’ αναζητήσει την κρυμμένη αλήθεια των πραγμάτων. Για τον Λούπα το θέατρο δεν είναι απλά μια διαδικασία που δείχνει κάτι, ένα θέατρο φωτογραφικών καταστάσεων, αλλά μια βαθιά πνευματική περιπέτεια και εμπειρία. Έργο του σκηνοθέτη, διατείνεται, είναι να δημιουργεί το κατάλληλο ψυχοπνευματικό περιβάλλον, όπου οι χαρακτήρες θα ελίσσονται, θα εξελίσσονται και θα στοχάζονται με απόλυτη φυσικότητα, χωρίς να προδίδουν κάποια ευδιάκριτη εθνική σφραγίδα ή ν’ αφήνουν στο πέρασμά τους ιστορικά ίχνη. Κάτι σαν πανανθρώπινα μωσαϊκά ψυχισμού, sites εσωτερικών συγκρούσεων και εντάσεων. 
Όπως λένε οι Πολωνοί κριτικοί, το θέατρο του Λούπα είναι ακραίο,  υπό την έννοια ότι μας αποκαλύπτει βαθύτερες αξίες, σε μια εποχή φτήνιας και εντυπωσιασμού. Το θέατρό του αρχίζει εκεί όπου δεν τίθενται πια ερωτήσεις και τελειώνει εκεί όπου οτιδήποτε έχει σχέση με τον άνθρωπο μετατρέπεται σ’ ένα τεράστιο ερωτηματικό. Πρόκειται για ένα παράδοξο που σκόπιμα καλλιεργεί ο Λούπα, θέλοντας να δείξει την αδυναμία του ανθρώπου να ορίσει επακριβώς τον άνθρωπο (και τον κόσμο του). Στα έργα του κάθε άτομο είναι ένα κολάζ από αντιφάσεις. Χτίζει κάστρα στην άμμο, γιατί μόνο αυτό μπορεί να κάνει. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας είναι η τρέλα, η παράνοια, γιατί όσο και να ψάξει δεν βρίσκει ικανοποιητικές απαντήσεις για το ποιος πραγματικά είναι.
Για να φτάσει μέχρι εκεί, δηλαδή σε ένα σημείο ασυνήθιστης εκφραστικότητας, καθαρότητας και εσωτερικής μουσικότητας (πολύ σημαντικό αυτό στη δουλειά του), ο Λούπα δουλεύει εξαντλητικά την κάθε λεπτομέρεια, την ελάχιστη κίνηση, τον μορφασμό, τη στάση του σώματος, τη φωνή, τους κυματισμούς και τα ηχοχρώματά της. Επιλογές που προφανώς απαιτούν πολύ δυνατούς ηθοποιούς, που να μπορούν να παίζουν τόσο φυσικά, ώστε να δίνουν την εντύπωση πως δεν παίζουν.
Η παράσταση
Πολλά από αυτά τα διαπιστώσαμε και στην παράσταση του έργου «Ρίτερ, Ντένε και Φος», του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ (ΕΜΣ), όπου δύο αδελφές, ηθοποιοί στο επάγγελμα, και τώρα ανενεργές, υποδέχονται στο πατρικό τους τον «τρελαμένο» αδελφό τους, Φος, φιλόσοφο στο επάγγελμα, και προσπαθούν να βάλουν σε μια τάξη τις μνήμες τους, τις επιθυμίες και τα πάθη τους. Μέσα στα αποπνικτικά όρια ενός δωματίου, ο συγγραφέας εισχωρεί βαθειά στον ψυχισμό των ηρώων του, σε σημείο να μην ξέρεις πού πραγματικά τελειώνει το θέατρο και πού αρχίζει η αλήθεια της ζωής. Τρία πλάσματα σ’ ένα ρεσιτάλ μουσικής ψυχών και ψυχισμών. Τρία πλάσματα σε μια άνιση μάχη επιβίωσης με τα φαντάσματα του μυαλού.
Ο Λούπα ακτινογραφεί (κυριολεκτικά) την καθημερινότητα αυτών των ατόμων, με στόχο να φωτίσει παράλληλα και τις έντονες συναισθηματικές συγκρούσεις που χάραξαν τη ζωή του φιλόσοφου Βίτγκεντσάϊν, που αποτελεί και τη πηγή έμπνευσης του έργου. Ο σκηνοθέτης περιγράφει το πόνημά του σαν «επανάσταση ενάντια στην παράδοση», εννοώντας την ευρωπαϊκή παράδοση του 19ου αιώνα. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι από το 1996, πρώτη παράσταση του έργου, στους ρόλους η διανομή παραμένει αμετάλλαχτη, τρεις σπουδαίοι και αφοσιωμένοι ηθοποιοί (Piotr Skiba ως Φος, Malgorzata Hajewska-Krzysztofik ως Ρίττερ και  Agnieszka Mandat ως Ντένε), που με εντυπωσιακή φυσικότητα και εσωτερική δύναμη, δημιουργούν ένα σκηνικό κόσμο απίστευτα απόμακρο, αλλά και ανησυχητικά πολύ δικό μας. Μάλιστα, για να ενισχύσει το αίσθημα του εγκλωβισμού, ο Λούπα περιόρισε, στο μέτρο του δυνατού, το άνοιγμα της σκηνής της ΕΜΣ, ώστε να λειτουργήσει συμβολικά και σαν μια κλειδαρότρυπα στην ψυχή των δρώντων χαρακτήρων. Εύστοχη επιλογή.
Συμπέρασμα: ένα μάθημα σύγχρονου ψυχολογικού ρεαλισμού.

30/10/2011