Προκαλώντας το ρεαλισμό Ο Πελεκάνος στο Άνετον


Οι Θεσσαλονικείς θεατρόφιλοι δεν πρέπει να ‘χουν παράπονο. Οι τελευταίες τρεις τέσσερις εβδομάδες ήταν γεμάτες  ευχάριστες εκπλήξεις. Από τη μια οι περφόρμανς που φιλοξενήθηκαν στην 3η Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών και, από την άλλη, τα ανανεωμένα «Δημήτρια», δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα που πραγματικά άλλαξε λιγάκι το, κατά τ’ άλλα, βαλτωμένο πρόσωπο της πόλης.
Δεν ξέρω αν το ‘χετε προσέξει, αλλά από τότε που η «Θεατρική Άνοιξη» αναγκάστηκε να αναστείλει το επιτυχημένο διεθνές φεστιβάλ της, ένεκα οικονομικών δυσκολιών, έχουμε κλειστεί εντελώς στον εαυτό μας. Σπάνια έρχεται προς τα μέρη μας μια ξένη παραγωγή. Και, όπως επανειλημμένα έχει σχολιαστεί σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, έχουμε απόλυτη ανάγκη τη ξένη παρουσία. Και καλούς ηθοποιούς διαθέτουμε και καλούς σκηνοθέτες. Εκείνο που σκοτώνει είναι ότι ζουν και ασκούν την τέχνη τους μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Απουσιάζει το μέτρο σύγκρισης,  η άμιλλα, ο καλός εννοούμενος ανταγωνισμός, η ανταλλαγή, ο διάλογος.  Και νά που σε καιρούς δύσκολους, δύο απανωτές διοργανώσεις ξαναφέρνουν λίγη ελπίδα.  Κι όχι μόνο αυτό. Φέρνουν και τους νέους στο θέατρο. Σε όλα τα sites.
Η καινούρια επιτροπή των φετινών «Δημητρίων» έδειξε, παρόλα τα οργανωτικά προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει,  ότι μπορούν να γίνουν αξιόλογα πράγματα σ’ αυτή εδώ την πόλη. Ακόμη και μ’ ελάχιστα χρήματα. Αρκεί κάποιοι να πιστέψουν και να στηρίξουν. Και πρέπει. Γιατί, όπως πάμε, μόνον ο πολιτισμός θα μας σώσει. Συνεπώς, ας δείξει το αρμόδιο υπουργείο την ανάλογη γενναιοδωρία, ενισχύοντας (όσο το επιτρέπει η άθλια οικονομική κατάσταση του τόπου) τους δύο φεστιβαλικούς πόλους της πόλης, τις «Προ-τάσεις» (την Άνοιξη) και τα «Δημήτρια» (το Φθινόπωρο), ώστε να λειτουργήσουν, στον βαθμό που μπορούν και θέλουν, ως χώροι φιλοξενίας των καλύτερων ελληνικών και ξένων δειγμάτων θεατρικής γραφής.

Ο  «Πελεκάνος», από την ομάδα Blue Plaque (που είδαμε στο Άνετον, στο πλαίσιο των «Δημητρίων»)  δεν είναι από τα κείμενα εκείνα που παραδίδονται αμαχητί στις όποιες ερμηνευτικές/σκηνοθετικές διαθέσεις. Ξέρει να παλεύει, να αντιστέκεται, να προστατεύει τα κεκτημένα του. Δεν αφήνει πολλά περιθώρια κατεδαφίσεων και αναπροσαρμογών. Αναμενόμενο, εάν λάβει κανείς υπόψη το πότε γράφτηκε και γιατί. Είναι ένα έργο που γράφτηκε προς τα τέλη της βιομηχανικής επανάστασης (1907), και το οποίο ακολουθεί πιστά τις προδιαγραφές μιας συγκεκριμένης αισθητικής. Όπως ο «Πατέρας», έτσι κι αυτό στήθηκε με τη λογική ιατρικής πραγματείας. Όλα τα συστατικά του μέρη δημιουργούν έναν τόπο συγκρουόμενων ψυχισμών, που επικοινωνούν τις αγωνίες και τις στρεβλώσεις τους μόνο κάτω από συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες. Κάθε μετακίνηση ή αλλαγή δημιουργεί προβλήματα και θερμοκρασίας και ρυθμού και συναισθημάτων.
Το πείραμα
Η Σύλβια Λιούλιου μπήκε καλά διαβασμένη, ώστε να αντιμετωπίσει το κείμενο του Σκανδιναβού Όγκουστ Στρίντμπεργκ με τους δικούς της μεταδραματικούς όρους. Γι΄αυτό και επέλεξε μια σκηνική σύνταξη μετωπική, αποστασιοποιητική και κουλ, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει η λογική του αναλογίου. Και το πέτυχε χωρίς τσαπατσουλιές, βιαστικές λύσεις και άσκοπους εντυπωσιασμούς. Όλα λιτά, ουσιαστικά και στη θέση τους. Προσωπικά, εκείνο που αισθάνθηκα παρακολουθώντας όλο αυτό το ταξίδι είναι ότι, συχνά πυκνά , το εκτυλισσόμενο δράμα έδειχνε να ζητά πίσω τα έμφυλα χαρακτηριστικά του. Η αιώρησή τους ναι μεν προκαλούσε διαρκώς την τυποποίηση και τις εύκολες προβλέψεις, παράλληλα, όμως, μαλάκωνε και το πηγαινέλα συναισθημάτων και παθών, ρίχνοντας τον πυρετό τους κάτω από τους 36 βαθμούς, ενώ αυτά λειτουργούν στο φουλ όταν είναι στους 40ο  και βάλε, όταν καίγονται τα σωθικά τους. Τότε νιώθεις, πίσω από όλα αυτά, την παράκρουση.  Με άλλα λόγια, ως θεατές είχαμε ανάγκη και από κάποια γείωση των σημείων. Ποιο σώμα μιλά; Πότε μιλά; Γιατί μιλά; Σε ποιον μιλά; Πώς μιλά; Ας μην ξεχνάμε πως το έργο είναι κατά βάση η κόλαση του ίδιου του συγγραφέα. Και αυτή έχει φύλο, τόπο, αποδέκτη. Από κάπου προέρχεται. Και κάπου καταλήγει. Κατά μια έννοια λοιπόν, εκτιμώ πως λειτούργησε θετικά το ότι η παράσταση κράτησε μόνο μία ώρα και τούτο γιατί όσο περνούσε ο χρόνος, η πυκνότητα της κινδύνευε να μείνει από καύσιμα.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, η ματιά της Λιούλιου, η απόλυτα ρεαλιστική από τη μια και η υπαινικτική, λοξή, υπόγεια  και απόλυτα μινιμαλιστική από την άλλη, μπόρεσε και άνοιξε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο την ψυχή του έργου, αυτονόμησε τον λόγο και δοκίμασε τις αντοχές των κατασκευαστικών του υλικών, με την ανεκτίμητη συνδρομή και των δύο ανδρών της διανομής.
Ερμηνείες
Τόσο ο Λαέρτης Βασιλείου όσο και ο Μιλτιάδης Φιορέντζης έκαναν ένα εξαιρετικό ντουέτο. Δύο άνδρες, για όλους τους ρόλους. Δύο άνδρες που παίζουν πιο πολύ μπροστά παρά πίσω από την ατάκα. Δύο άνδρες σ’ ένα  λιτό τοπίο δράσης (του Άγγελου Μέντη). Δύο υποκριτικοί όγκοι μεταδραματικοί, που μιλούν, αναπολούν, αφηγούνται, παθαίνουν, καυγαδίζουν, λύνουν τις διαφορές τους (ή δεν τις λύνουν), χωρίς καμιά επαφή μεταξύ τους παρά μόνο ακουστική (ούτε καν οπτική: αποφεύγουν να αλληλοκοιταχτούν). Εντός και εκτός της ιστορίας, σαν παλιοί καλοί ραψωδοί, άπλωσαν μπροστά μας το εσωτερικό τοπίο της δράσης και μας κάλεσαν να στοχαστούμε επάνω σ’ αυτό. Άνοιξαν με προσοχή το κείμενο και είδαμε κρυμμένα πάθη, εγκλήματα, μίση, αγάπες, οικογενειακές εντάσεις, μύχιες σκέψεις, ζοφερά απωθημένα. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας και κάθαρσης, χωρίς κραυγές και ακρότητες. Ή περίπου. Και από πάνω, ολόγυρα, στο βάθος, η μουσική του Δημοσθένη Γρίβα, ένα συνεχές  και καλοβαλμένο σχόλιο. 
Συμπέρασμα: παράσταση δεμένη, μοντέρνα, στοχαστική, ατμοσφαιρική και αρκούντως παιδευτική. Οι όποιες ενστάσεις μου με κανένα τρόπο δεν ακυρώνουν την αξία της.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
23/10/2011