Τεμαχίζοντας το σώμα Η Ορλάν στη Θεσσαλονίκη





Ιατρική και θέατρο
Eνώ ως χώροι έρευνας και πρακτικής η ιατρική και το θέατρο δεν δείχνουν να έχουν πολλά κοινά, συγκλίνουν εντυπωσιακά ως προς τούτο: αγαπούν πολύ το ανθρώπινο σώμα. Από παλιά. Aπλώς, σε κάποιες εποχές, οι σχέσεις αυτές ήταν πιο έντονες.
Όπως η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, τότε που ο γκουρού του νατουραλισμού, Ζολά, προσπαθούσε να πείσει τους ομότεχνούς του να αντιμετωπίσουν το ανθρώπινο σώμα όπως το αντιμετωπίζει ένας γιατρός. Μόνο που, αντί να το δουν μέσα από τα όργανά του, να το δουν μέσα από τη συμπεριφορά και τις αισθήσεις του. Έκκληση που θα βρει σπουδαίους συνοδοιπόρους στο πρόσωπο των Ίψεν, Τσέχωφ, Στρίντμπεργκ κ.ά. Για όλους αυτούς, το σώμα θα λειτουργήσει ως το site ανταγωνιστικών εικόνων γύρω από την κοινωνικότητα, το φύλο και την  ιδεολογία. Όσο για τον τεχνοκρατούμενο 20ού αιώνα, το σώμα θα πάρει τη μορφή παράγωγου (βιο)μηχανικών συστημάτων --βλ. το μηχανοποιημένο σώμα των φουτουριστών, το προσθετικό σώμα της σκηνής του Bauhaus και, στις μέρες μας, το σώμα της πλαστικής χειρουργικής, με το οποίο άνοιξε η 3η Μπιενάλε σύγχρονης τέχνης, τιμώντας την ιέρεια της σαρκικής περφόρμανς, τη Γαλλίδα Ορλάν (Μέγαρο Μουσική 2).

(Aνα)πλάθοντας ταυτότητες: η περίπτωση της Orlan
Η Ορλάν πρωτοεμφανίζεται στο χώρο των τεχνών στα μέσα της δεκαετίας του 1960, με την ιδιότητα της εικαστικής δημιουργού. H ουσιαστική επαφή της με την ιατρική θα αρχίσει το 1987, όταν αποφασίζει να "κατασκευάσει" έναν καινούριο εαυτό. Έκτοτε θα ακολουθήσουν άλλες οκτώ χειρουργικές επεμβάσεις-παραστάσεις, ενταγμένες σε έναν ενιαίο θεματικό κύκλο, στον οποίο η ίδια δίνει τον αποκαλυπτικό υπέρτιτλο H ανάσταση της Aγίας Oρλάν. Mε τον δικό της, ιδιαίτερο τρόπο, η Ορλάν παντρεύει την πλαστική χειρουργική με την αισθητική "χειρουργική", προβάλλοντας τις στενές σχέσεις που διέπουν τις αρχές τόσο των καλλιτεχνών-δημιουργών όσο και των γιατρών-χειρουργών όταν βρίσκονται στη διαδικασία αναδόμησης του σώματος, ειδικά του γυναικείου, που τους είναι και ιδιαίτερα προσφιλές, μιας και έτσι μπορούν να το πλάθουν και να το αναπλάθουν κατά βούληση και σύμφωνα με τις φαντασιώσεις τους περί  θηλυκότητας. Άλλως πως, η Oρλάν-καλλιτέχνις-άτομο συνειδητά επιλέγει να γίνει το θέμα και το θέαμα της (ανα)παράστασής της. Aντί άλλης κλειστής (μυθ)ιστορίας, προσφέρει στο θεατή έναν ιδιόμορφο αφηγηματικό καμβά, όπου το σώμα, η πάλαι ποτέ αποθήκη του πνεύματος, δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι το ιερό ή πρωτόγονο―το "αυθεντικό" σώμα που είχε κατά νου ο Γκροτόφκσι, για παράδειγμα ―αλλά απλώς ως μια μάζα σημασιών που "ζυμώνεται" ανάλογα.
Για την Oρλάν, όλη αυτή η επίδειξη  του πόνου είναι μια μορφή διαμαρτυρίας, ένας ωμός και επικίνδυνος τρόπος έκθεσης του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιείται, πολλές φορές, η πλαστική χειρουργική ως μέσο ενίσχυσης των κοινωνικών πιέσεων που ασκούνται τόσο στις γυναίκες (πιο πολύ) όσο και στους άνδρες, για να ευθυγραμμιστούν με κάποια στάνταρ ομορφιάς που επιβάλλει το εκάστοτε σύστημα και, ασφαλώς, οι βιομηχανίες που το στηρίζουν. Φιλοδοξία της είναι να αποκαλύψει τη βία που εμφωλεύει σε αυτήν την πολυδιαφημισμένη "ανάσταση-αναγέννηση" του σώματος και συνάμα να  μας προβληματίσει κατά πόσο η πλαστική χειρουργική επέμβαση είναι όντως μια επιλογή απελευθερωτική (όπως είναι η τέχνη, ας πούμε) ή απλώς ένα έξυπνο εμπορικό τρικ που υπάρχει για να μας κρατά διαρκώς υπό  προστασία και κηδεμονία. Άλλο ένα υποβολείο της ζωής.

Σκηνοθετώντας τη (μετ)αλλαγή
Πάγια τακτική της κατά τη διάρκεια των πλαστικών επεμβάσεων, είναι να διαβάζει αποσπάσματα από κείμενα φιλοσοφικά, λογοτεχνικά ή ψυχαναλυτικά και να κρατά ορισμένα συμβολικά αντικείμενα, ανάλογα πάντοτε με το θέμα της εγχείρησης. Όσο για τους συμμετέχοντες από το ιατρικό προσωπικό, υποχρεώνονται να φοράνε κοστούμια που έχει επιλέξει η ίδια και τα οποία φέρουν την υπογραφή γνωστών μόδιστρων, όπως οι Paco Rabanne, Frank Sorbier, Miyaké, Lan Vu κ.ά. Mάλιστα, για να μπορεί να ελέγχει την όλη διαδικασία (περίπου να τη σκηνοθετεί), απαιτεί από τους γιατρούς να την υποβάλλουν μόνο σε τοπική νάρκωση, ακόμη και όταν οι επεμβάσεις είναι αρκετά σοβαρές και φυσιολογικά απαιτούν ολική. Θέλει, όπως ομολογεί η ίδια, τουλάχιστον όσο περνά από το χέρι της, να αντιστρέψει τη γνωστή διαδικασία με τον ασθενή εντελώς παθητικό και παραδομένο στα χέρια του γιατρού και να δώσει λόγο και στο "θύμα". Eίναι σαν να μας λέει ότι, ναι μεν εγγράφεται στο σώμα της η δύναμη του γιατρού (μια και αυτός κρατά στα χέρια τα ιατρικά εργαλεία), από την άλλη, όμως, ούτε ο γιατρός είναι εντελώς ελεύθερος να πράξει κατά το δοκούν, δεδομένου ότι πολλά από τα πράγματα που κάνει υποδεικνύονται από τις σκηνοθετικές οδηγίες της Ορλάν. Συνεπώς, ο ρόλος του περιορίζεται (περίπου) σε αυτόν του "εκτελεστή", που καλείται να κατασκευάσει το καλούπι για να χυθεί μέσα το υλικό που θα φτιάξει το άγαλμα, τα χαρακτηριστικά του οποίου έχουν ήδη περάσει από την αναγκαία επεξεργασία στο εργαστήριο της ίδιας της "ασθενούς". Δηλαδή, η αισθητική σύλληψη του εικονογραφήματος γίνεται πριν από αυτόν και χωρίς αυτόν. Πρόκειται για μια επιπλέον ανατροπή της φυσιολογικής  πορείας που θέλει πρώτα το γιατρό, με τη βοήθεια του υπολογιστή και των προγραμμάτων που έχει εγκαταστήσει σε αυτόν, να προτείνει στον ασθενή, και έπειτα ο τελευταίος να δέχεται ή να απορρίπτει την πρόταση του ειδικού, της αυθεντίας, του ρυθμιστή της εικόνας του ωραίου.

Ακόμη κι αν κάποιος δεν συμφωνεί με ό,τι άκουσε και είδε στο Μέγαρο Μουσικής, και μόνο η παρουσία της  Ορλάν, για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, ήταν αρκετή για να ζωηρέψει για λίγο η κατά τ’ άλλα γκρίζα καθημερινότητά μας.

25/9/2011