Παιδικό θέατρο παλιάς κοπής Οι Εκκλησιάζουσες της Ρουγγέρη



To παιδικό θέατρο ή καλύτερα το θέατρο για παιδιά (και νέους) είναι ένα από τα πλέον ταλαιπωρημένα είδη θεάτρου στον τόπο μας. Λίγοι είναι εκείνοι που το υπηρετούν σοβαρά και με συνέπεια, που κάνουν προτάσεις, που ενημερώνονται, που αγωνιούν και, πρωτίστως, που σέβονται το κοινό τους. Οι περισσότεροι έχουν μαύρα μεσάνυχτα. Νομίζουν πως με χαζομαρουλες, χαχανάκια και νιαουρίσματα κάνουν τέχνη.
Την τύφλα τους κάνουν. Γι’ αυτή τη συνομοταξία «καλλιτεχνών» αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι η γρήγορη «κονόμα». Ξέρουν ότι ο κολλημένος Έλληνας γονιός, το τελευταίο πράγμα που θα κόψει από τα έξοδά του, αφορά την ανατροφή και ψυχαγωγία των παιδιών του. Εξ ου και οι γεμάτες θεατρικές αίθουσες, ακόμη και σε παραστάσεις που είναι για τα μπάζα.
Σύνθετος παιδικός κόσμος
Το βασικό πρόβλημα με το θέατρο που σερβίρουμε στα παιδιά πηγάζει από το γεγονός ότι είναι συχνά άσχετο με την πραγματικότητα που αυτά βιώνουν. Αυτή τη στιγμή τα παιδιά έχουν άλλες ανάγκες και άλλες προσληπτικές δυνατότητες. Το ίντερνετ, τα ipods, τα chatrooms και γενικά τα γκάτζετ της υψηλής τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις αλλαγές που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων, των φύλων, των λαών, των φυλών κ.λπ., έχουν διαμορφώσει ένα εντελώς διαφορετικό ιδεολογικό και αισθητικό περιβάλλον που απαιτεί από τους καλλιτέχνες συνεχή ενημέρωση και εγγρήγορση. Οι αθώες Χιονάτες, τα καλοκάγαθα βασιλόπουλα και οι βασιλοπούλες, έχουν εδώ και χρόνια δώσει τη θέση τους σε άλλες αναγνώσεις πιο υποψιασμένες και εξανθρωπισμένες. Θέματα που παλιά ήταν ταμπού τώρα είναι μια καθημερινότητα. Στη θέση των αγγελικά πλασμένων οικογενειών τώρα κυριαρχούν πιο ρεαλιστικά θέματα που έχουν να κάνουν και με το διαζύγιο, και με την οικογενειακή βία, την παιδική εκμετάλλευση, τις πολύπλοκες σχέσεις γονιών/παιδιών κ.λπ.
Οι σταχτοπούτες πέθαναν
Τα αναφέρω όλα αυτά για να τονίσω το αυτονόητο: το παιδικό θέατρο πρέπει να είναι για τα παιδιά, να τα αφορά, να φωτίζει τον ολοένα και πιο σύνθετο κόσμο τους. Κι αυτό δεν μπορούν να το κάνουν ζαχαρωμένες ιστορίες αγάπης όπως «Η σταχτοπούτα», για παράδειγμα. Κι αν το κάνουν, εντέλει το κάνουν με λάθος τρόπο.  Μια ιστορία αγάπης αυτού του τύπου δεν ερεθίζει τη φαντασία των παιδιών, δεν τα βοηθά να μπουν στα δρώμενα, να ταυτιστούν μαζί τους. Δεν είναι τυχαίο που στην αλά Ντίσνεϋ εκδοχή της «Σταχτοπούτας», μπαίνει σφήνα στα δρώμενα και η κωμική φιγούρα του ποντικού, με στόχο την άμβλυνση της απόλυτης κυριαρχίας της ιστορίας αγάπης των δύο νέων και τη διαπλάτυνση των ορίων της.  Στη δε «Ωραία κοιμωμένη», δεν είναι και ό,τι καλύτερο για τα παιδιά το γεγονός ότι τα πράγματα συμβαίνουν ερήμην της πρωταγωνίστριας (αυτή κοιμάται και η τύχη της δουλεύει). Αυτό που θέλει να δει το παιδί είναι ένα δραστήριο πρωταγωνιστή που κάνει τα πράγματα να συμβούν, έναν πρωταγωνιστή που δημιουργεί τις συγκρούσεις και, παράλληλα, γεφυρώνει το χάσμα με τη φαντασία του παιδιού.  Δεν είναι τυχαίο που σήμερα τα περισσότερα από τα έργα για παιδιά (όπως και οι ταινίες για παιδιά) έχουν παιδιά στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Είναι προφανές πως η παρουσία τους ενεργοποιεί πιο δυναμικά τις αντιδράσεις των νεαρών θεατών.

 «Εκκλησιάζουσες» φολκλόρ
Σέβομαι την επιλογή της έμπειρης Κάρμεν Ρουγγέρη να κάνει (για άλλη μια φορά) παιδικό θέατρο με πεντοζάληδες και καλαματιανούς, με εμβατήρια, πολύχρωμα κοστούμια και φραμπαλάδες. Από την άλλη, όμως, δεν ξέρω κατά πόσο αυτές οι σκηνικές λύσεις είναι αρκετές πια για να εξασφαλίσουν και την αναγκαία ποιότητα και επικοινωνιακή δυναμική. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό που είδαμε στο Θέατρο Κήπου από το «Κέντρο Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος», ήταν για πέταμα. Αναμφίβολα η πρόθεση της σκηνοθέτιδος να παρουσιάσει τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη σαν παραμύθι που όμως δεν θα ήταν παραμύθι, αλλά απλά δοσμένο με παραμυθένιο τρόπο,  ήταν καλή. Το θέμα  είναι αν διασκευή που είδαν τα παιδιά τελικά ερέθισε τη φαντασία τους, αν προκάλεσε τη σκέψη τους.
Την ιστορία πιστεύω πως την κατάλαβαν. Κατάλαβαν ότι ο κόσμος της Αθήνας δεν ήταν ικανοποιημένος από τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας και ζητούσε την αλλαγή, την οποία αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει η Πραξαγόρα, μια νοικοκυρά-διάολος, η οποία συμφωνεί με τις φίλες της να ντυθούν όλες με τα ρούχα των αντρών τους, να φορέσουν ψεύτικα γένια και μουστάκια και να πάνε στη βουλή να ψηφίσουν νέους νόμους που να ευνοούν όχι μόνο τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία αλλά και τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, την ισότητα, κ. λπ.
Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά, γοητευτικά και χρήσιμα δε λέω, δόθηκαν με τρόπο που τα έκανε να φαίνονται ξεθωριασμένα και αδιάφορα. Πουθενά το φτερούγισμα της φαντασίας και, κυρίως, η αίσθηση της διαδικασίας, δηλαδή της δημιουργίας και της συμμετοχής, κάτι που αρέσει ιδιαίτερα στα παιδιά. Τα παιδιά δεν θέλουν να τους προσφέρεται το τελικό αποτέλεσμα ερήμην τους. Θέλουν μερίδιο στη διαμόρφωσή του. Εκεί όπου υπήρχε εμπλοκή της πλατείας, η αντίδραση ήταν πάντα άμεση και ενθουσιώδης. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από το «δημιουργικό δράμα», ήτοι το δράμα που βασίζεται στην πορεία της δημιουργίας κι όχι στο δράμα που κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του υπηρετώντας τις συμβάσεις του γνώριμου θεάτρου για μεγάλους. Μέσα από το δημιουργικό δράμα το παιδί δεν γίνεται σοφότερο ως προς τις θεατρικές συμβάσεις, αλλά σοφότερο ως προς τον τρόπο σκέψης και αντίδρασης.
Με δυο λόγια: είδαμε μια παράσταση ειλικρινή ως προς τις προθέσεις, επίπεδη και παλιά ως προς την εκτέλεση.

11/9/2011