‘Ελιωσε το βούτυρο, αλλοιώθηκε η γεύση Η ομάδα Χώρος στο θέατρο Αμαλία


Όταν είχα δει για πρώτη φορά την παράσταση “Λιωμένο βούτυρο» στο Εθνικό Θέατρο, τη χάρηκα. Είχε φρεσκάδα, τρέλα, χιούμορ, καλά πατήματα και πλούσιες γεύσεις. Δεν έμπαζε. Ο Σίμος Κακάλας είχε φροντίσει να χτίσει γύρω από την ανάγνωσή του καλά προστατευτικά με τα σώματα και τις ερμηνείες των συνεργατών του.
Το κείμενο του Σάκη Σερέφα είχε κι αυτό το δικό του μερίδιο στην τότε επιτυχία. Σε πολιορκούσε η αύρα του, σ’ άγγιζε το ιδιότυπο χιούμορ του, η υποβόσκουσα μελαγχολία και τα συναισθήματά του. Με δυο λόγια, μπορούσες να διακρίνεις τη γραφή του συγγραφέα. Πού άρχιζε, πώς προχωρούσε και πώς τελείωνε.
Τρία χρόνια αργότερα ξαναβλέπω το έργο στο θέατρο «Αμαλία». Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, όχι κατ’ ανάγκη προς το καλύτερο. Είδα μια παράσταση πιο διαδραστική, πιο λάιτ, με πολλές εύκολες και άμεσες λύσεις. Το καταλαβαίνω πως, από τη στιγμή που ο Κακάλας και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να βγάλουν το έργο σε περιοδεία, δηλαδή να συναντήσουν ένα ευρύ κοινό, έπρεπε να βρουν τρόπους να το προσεγγίσουν. Και αυτό έκαναν. Μόνο που αισθάνομαι πως αυτό που έκαναν είναι πολύ πιο κάτω από αυτό που πραγματικά μπορούν να κάνουν ως καλλιτέχνες. Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω τη σκοπιμότητα όλου εκείνου του σκηνικού στο φουαγιέ με τις τόσες ασημαντολογίες (περί superman, spiderman κ.λπ), το οποίο,  μάλιστα, συνεχίστηκε και στη σκηνή. Μήπως για να ενισχυθεί το αίσθημα της συλλογικής εμπειρίας και η εικόνα ενός work-in-progress; Μπορεί. Μόνο που όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Και αυτό δεν τους δικαίωσε.
Όλοι οι συντελεστές της ομάδας γνωρίζουν από καλό θέατρο. Είναι ευφυείς και πολλαπλώς δοκιμασμένοι. Πώς είναι δυνατόν να μην αναγνώρισαν την κοινοτυπία όλων αυτών των ξεθωριασμένων τεχνασμάτων; Πώς δεν είδαν ότι κάθε άλλο παρά ενίσχυαν το καλλιτεχνικό ισοζύγιο, πως το αποψίλωναν, του προκαλούσαν υποθερμία σε σημείο παράλυσης; Εάν κάποια απ’ αυτά τα ευρήματα τους δικαίωσαν στη «Γκόλφω», λ.χ., δεν σημαίνει ότι βγαίνουν παντού ή χρειάζονται παντού. Αν η πρόθεση των συντελεστών ήταν να γράψουν τη δική τους παρωδία, με βάση το κείμενο του Σερέφα, ας μας το έλεγαν. Θα μπορούσαν να αναφέρουν στο διαφημιστικό τους έντυπο ότι πρόκειται για «διασκευή» ή «προσαρμογή» ή «παρανάγνωση» (στο πιο μεταμοντέρνο) ή οτιδήποτε άλλο ήθελαν. Στο κάτω κάτω είναι δικαίωμά τους, όπως είναι για όλους. Δεν το ‘καναν. Το «revisited» στον υπότιτλο μπορεί από μόνο του να λέει και να υπονοεί πολλά, όμως δεν δικαιολογεί τα πάντα.
Εκεί όπου η παράσταση έμενε κοντά στα αρχικά της καλούπια, εκεί όπου το παιχνίδι με τις θεατρικές συμβάσεις δοκίμαζε διακριτικά τα όριά του, έβλεπες και τη φαντασία του συγγραφέα και το δημιουργικό οίστρο της μεταποιητικής δυνατότητας του σκηνοθέτη και το ταλέντο των ηθοποιών, όλα σε μια γόνιμη και άκρως ψυχωμένη, μεταθεατρική περιπέτεια. Σ΄ εκείνες τις στιγμές στέκομαι για να μνημονεύσω την παλιά μου φοιτήτρια Έλενα Μαυρίδου, που κάθε φορά που τη βλέπω δείχνει όλο και καλύτερη, όλο και πιο πλήρης, πιο ώριμη, όλο και πιο φωτεινή και όμορφη στη σκηνή. Εκεί όπου δεν την έπνιγε το ποτάμι της εκβιαστικής διάδρασης και το άστοχο σούρα φέρτα, το παίξιμό της ήταν ένα γαϊτανάκι από επιδέξιες μεταμορφώσεις. Μια εντυπωσιακά ρυθμισμένη επίδειξη υποκριτικών δυνατοτήτων. Το ίδιο ισχύει και για τη Δήμητρα Κούζα. Εκεί όπου επικεντρωνόταν σ’ αυτά που έπρεπε να κάνει, δηλαδή εκεί όπου στάθμευε εντός των δυνατοτήτων του κειμένου της παράστασης, έδινε, σε μένα τουλάχιστο, την αίσθηση του «σωστού». Ηθοποιός με αποθηκευμένο υλικό, έγραφε και υπέγραφε (όλους τους ρόλους της). Ο Σίμος Κακάλας, η ψυχή και ο «Τάσος» της ομάδας, έπαιξε όπως μας έχει συνηθίσει: με την άνεση ενός πολλαπλώς δοκιμασμένου ηθοποιού, που ξέρει να μπαίνει στους ρόλους με αφοπλιστική φυσικότητα. Τι τους ήθελε τους supermen  και τους  Μάικλ Τζάκσον; Γιατί τέτοιο αυτομαστίγωμα;  
Και φυσικά δεν ξεχνάω τις μάσκες της Μάρθας Φωκά, από τα καλύτερα προσωπεία που φτιάχτηκαν για το θέατρό μας τα τελευταία χρόνια. Κατευθείαν σε εκθεσιακό χώρο. Και οι τρεις ηθοποιοί τα τίμησαν με τον καλύτερο τρόπο και κινησιολογικά και φωνητικά.  Εάν δεν έπεφταν στην παγίδα της λάιτ διασκέδασης και του ξεχειλώματος, θα έβγαζαν μέσα απ’ αυτά ακόμη περισσότερες ουσίες.  Επιμένω  να θυμάμαι το κείμενο του Σερέφα, όπως τα πρωτοδιάβασε η φαντασία του Κακάλα για λογαριασμό του Εθνικού.
Συμπέρασμα: Παραέλιωσε το βούτυρο. Χάθηκε η γεύση του.
Ρεαλιστικές ζαριές
Το “Τάβλι” (των Κεχαϊδη/Χαβιαρά) δεν είναι από τα έργα που αποφασίζει κανείς εύκολα ν’ ανεβάσει. Και ο λόγος είναι απλός. Οι ιδέες του μπορεί να συναντούν ευήκοα ώτα, μπορεί να μας αφορούν ακόμη, όμως τα ρεαλιστικά του περιγράμματα δεν είναι εύκολα διαπραγματεύσιμα. Πέρυσι είδαμε μια εξαιρετικά «πειραγμένη» ανάγνωση από τον Άρη Ρέτζο, που όντως έκανε τη διαφορά. Μας γνώρισε ένα άλλο «Τάβλι», φορτωμένο υπόγειες και παράλογες εντάσεις που του έδωσαν μια άλλη δυναμική και σκηνική ένταση.
 Φέτος, στο Θέατρο Σοφούλη, φιλοξενήθηκε μια εντελώς ρεαλιστική ανάγνωση του έργου από τους Κ. Κάππα και Ν. Ορφανό (υπογράφουν και τη σκηνοθεσία) που αισθητικά μπορεί να μην είχε τίποτα καινούριο να μας δώσει, είχε όμως μια καθαρότητα και συνέπεια στις προθέσεις της που,  αν μη τι άλλο, σε έκαναν να κάτσεις και να ακούσεις τι είχαν να πουν αυτοί οι λακέδες της ζωής. Ως εκεί.
27/11/2011


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου