Δύο προτάσεις από το «Αυλαία»: Ένα «κουλό» έργο και ένα μουσικοχορευτικό υστερόγραφο





Μ εξαίρεση το απροσδιόριστο «καφκικό» περιβάλλον στον «Πουπουλένιο», η επαρχιακή Ιρλανδία είναι κατά βάση ο τόπος δράσης των ηρώων του Μάρτιν ΜακΝτόνα. Με τον «Κουλοχέρη του Σποκέιν», ωστόσο, τα δρώμενα μεταφέρονται, για πρώτη φορά, σε αμερικανικό έδαφος, χωρίς να σημαίνει ότι εξαφανίζεται η Ιρλανδία. Αντίθετα,  όλα εξακολουθούν να μας τη θυμίζουν, ο τόνος, το ύφος, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και, κυρίως, το πικρόχολο χιούμορ, το οποίο μας παραπέμπει κατευθείαν στο συμπατριώτη του Σίνγκ, τον σημαντικότερο Ιρλανδό δραματικό του 19ου αιώνα, χωρίς βεβαίως να παρακάμπτουμε τις επιρροές από Κάφκα, Πίντερ, Σέπαρντ και Κέην, που πεισματικά ραντίζουν τα δρώμενά του.


Ειδικά με τον «Κουλοχέρη», δεν μπορώ να πω ότι τρέφω θετικές σκέψεις. Εκτιμώ πως είναι το πιο αδύνατό του. Ναι μεν διακρίνουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν το θέατρο του Μακντόνα να ξεχωρίζει, όπως η ατμόσφαιρα με τις απωθητικές εικόνες και τα περίεργα αντικείμενα, το  παράλογο και το παστίς, η μείξη ειδών, η εμμονή με την ποπ κουλτούρα, δεν νομίζω όμως ότι πείθει είτε μέσα από τις καταστάσεις (τις βρίσκω πρόχειρα δομημένες) είτε τους χαρακτήρες, οι οποίοι θυμίζουν χολιγουντιανές κωμικές φιγούρες που μόνη τους έγνοια είναι ν’ αραδιάζουν βρισιές και απειλές, να υπάρχουν, δηλαδή, μέσα από ένα ξέφρενο παιχνίδι με τις δυνατότητες της γλώσσας, σε σημείο η δράση να σταματά κάθε φορά που αρχίζουν τα ευφυολογήματά τους, ώστε να  έχουμε χρόνο να τους αφουγκραστούμε.


Και για να μην είμαι ισοπεδωτικός, δεν παρακάμπτω τις ειλικρινείς του προθέσεις να μας μιλήσει για ευαίσθητα θέματα, όμως ο τρόπος που τα διαχειρίζεται τελικά μπάζει. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί δεκάδες φορές τη λέξη «αράπης», σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει ευανάγνωστες ιεραρχίες, μόνο που η λέξη είναι πολύ κλισαρισμένη για να λειτουργήσει ελεγκτικά, όπως ενδεχομένως θα το ήθελε. Πιο πολύ προδίδει «ξεπέτα» παρά τεκμηριωμένη θέση. Δεν σκιτσάρεται έτσι ο ρατσισμός. Θέλει πιο προσεκτικές και στοχαστικές βυθίσεις. Ο ΜακΝτόνα, τρέχοντας με ένα σακί έξυπνες ατάκες, πίσω από τη φυλετική ετερότητα του Τόμπι, νομίζω πως χάνει το στόχο.
Η παράσταση
Όσο για τη σκηνοθεσία του Νίκου Χανιωτάκη, επιστράτευσε λύσεις που ούτε τον υδράργυρο της έντασης ανέβασαν ούτε έδωσαν ορατότητα στα όποια  θέματα μπορεί να έκρυβαν τα παθήματα των χαρακτήρων. Ήταν μια απλή διαχείριση σκηνικών παθών που κινήθηκε εξωτερικά, χωρίς λάθη αλλά και και χωρίς ευεργετικές εκπλήξεις και εμπλουτιστικές διαδρομές.


Ο Σπυριδάκης είχε ορισμένες γεμάτες στιγμές που βοηθούσαν να δούμε μέσα από τις χαραμάδες ψήγματα του εσωτερικού του κόσμου. Είχαμε ωστόσο ανάγκη από περισσότερες εσωτερικές βυθίσεις ώστε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της προσωπικότητάς του, των τραυματικών εμπειριών και επιδιώξεών του.
Όσο για τον Ακινόλα και τη Γιαννακοπούλου, μολονότι προσπάθησαν, το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα μαλλον αδέξιο σκιτσάρισμα ρόλων που δεν βοήθησε ώστε να καταλάβουμε την όποια αγωνία τους. Γιατί εδώ δεν είναι τόσο η ιστορία η ίδια που έχει σημασία, αλλά, από ένα σημείο και μετά, η αφήγησή της. Εκεί βρίσκεται και το επικοινωνιακό κλειδί. Από τον μεν Ακινόλα υπήρχε μια κινητική και εκφραστική φλυαρία που ακουμπούσε στον ερασιτεχνισμό, στη δε Γιαννακοπούλου ένα ξέπνοο στιλιζάρισμα που επίσης δεν κολλούσε. Και να σκεφτεί κανείς ότι παίζουν μαζί εδώ και καιρό. Θα ‘πρεπε να είχαν ήδη βρει μια καλύτερη χημεία. Όσο για τον Χανιωτάκη «ρεσεψιονίστ», ξιφούλκησε με τους καλύτερους μονολόγους του έργου, μόνο που το τελικό αποτέλεσμα της «κωμικοποίησής» τους, δεν δέσμευσε την προσοχή και το αίσθημά μας.
Τη σκηνογραφική διαχείριση του χώρου (από την Ψυχουντάκη) τη φανταζόμουν με περισσότερη σκοτεινιά. Τα δρώμενα απαιτούσαν  ένα πολύ πιο ρημαγμένο ξενοδοχειακό περιβάλλον, που θα έκανε το εικαστικό του σχόλιο και για τη σκοτεινιά της ψυχής. Όσο για τη μετάφραση του Χανιωτάκη, δεν μετέφερε στα καθ’ ημάς τις επιδέξιες μουσικές δοξαριές του πρωτοτύπου. Ακούστηκε πολύ πεζή.
Συμπέρασμα: μια φιλότιμη αλλά επίπεδη παράσταση ενός αβέβαιου έργου.
Μουσικοχορευτικό υστερόγραφο
Στην ίδια σκηνή («Αυλαία») είδα και το «Άντρα κατάντρα», σε κείμενα της Λίζας Νοεχωρίτη και σκηνοθεσία Παυλίνας Χαρέλα, κάτι μεταξύ κωμωδίας stand up, μιούζικαλ και επιθεώρησης. Δεν ξετρελάθηκα αλλά ούτε και δυσφόρησα. Κάποια κομμάτια μου άρεσαν περισσότερο (τα τελευταία) κάποια λιγότερο ή καθόλου (τα βρήκα κοινότοπα και κιτρινισμένα από το χρόνο), γενικά όμως, πέρασα καλά και θα περνούσα ακόμη καλύτερα εάν η άρθρωση σε ορισμένα μονολογικά κομμάτια καθάριζε λιγάκι. Εκεί όπου η απόδοση απαιτούσε ταχυλογία, ο λόγος θάμπωνε, με αποτέλεσμα να χάνονται ατάκες. Όταν στρογγύλευε και η ταχυλογία δεν κατέληγε σε ακαταλαβίστικη βουή, ανέβαινε ο υδράργυρος του γέλιου και βιώναμε την ευφορία που ένιωθαν και οι ίδιοι οι συντελεστές.


Η Χαρέλα έξυπνα άπλωσε τη δράση σε όλο τον χώρο του θεάτρου (θα μπορούσε και περισσότερο, αρχίζοντας από το φουαγιέ), βάζοντας στο κάδρο και τους θεατές. Και οι τέσσερις ηθοποιοί δούλεψαν σκληρά, ξεπέρασαν το τρακ και ανταποκρίθηκαν με ετοιμότητα και  φιλότιμο στις απαιτήσεις ενός δύσκολου είδους που πολύ εύκολα μπορεί να εκθέσει (δεν είναι παίξε γέλασε να τραγουδάς, να χορεύεις και να παίζεις δραματικά). Διολίσθησαν με προσοχή από το ένα προσωπείο στο άλλο, από το ένα εκφραστικό είδος στο άλλο, και υπερασπίστηκαν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, αυτό που ανέλαβαν. Αναφέρομαι στις Στρατάκη, Σταυρίδου, Φάλλα. Ο Αντρέας Κόζης, άφησε τον ρόλο του ταξιθέτη και έγινε ο κομπέρ της παράστασης, συντελώντας χωρίς πρόβλημα με το υπόλοιπο καστ.


Συμπέρασμα: θέαμα κάπως άνισο, αλλά γενικά κεφάτο και πολύχορδο. Πέρασα καλά.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
24/05/2014