Εντυπωσίασε ο….«Ελέφαντας» : Με Ζατέλη ολοκληρώθηκαν οι «Θεατρικές Συναντήσεις»

 



Ομολογώ πως πήγα να παρακολουθήσω την Περσινή αρραβωνιαστικιά, τελευταία παράσταση από τις θεατρικές συναντήσεις στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», παίρνοντας μαζί μου μικρό καλάθι. Κι αυτό γιατί, ειλικρινά το λέω,  έχω μπουχτίσει πια με τη θεατροποίηση μυθιστορημάτων. Έχει γίνει το απόλυτο must, λες και είναι το διαβατήριο για την καταξίωση. 
Ικανοί και ανίκανοι επιδίδονται, ενίοτε με κανιβαλική διάθεση, σε σκηνικές δοκιμασίες που ξεπερνούν κατά πολύ τα προσωπικά τους όρια, με αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές, να κυριαρχεί μια εκκωφαντική “δηθενιά”, που σου την περνάνε τάχα για άποψη, κι εκεί είναι που τρελαίνεσαι.
Τώρα, σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη θεατροποίηση του διηγήματος της Ζατέλη, να προσθέσω κάτι ακόμη. Επειδή πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που το διάβασα, είχα τις αμφιβολίες μου κατά πόσο ο χρόνος θα κρατούσε ακέραιες τις πρώτες πολύ καλές εντυπώσεις. Συνήθως τις κιτρινίζει. Και είναι λογικό. Όπως «μεγαλώνει» ηλικιακά ένα βιβλίο, έτσι μεγαλώνουμε κι εμείς, δηλαδή αλλάζουμε και κάποια πράγματα που κάποτε αφουγκραστήκαμε με θαυμασμό δεν μας συγκινούν πια ή δεν ξαφνιάζουν, γιατί απλούστατα ξεπεράστηκαν πολλαπλώς και εκτενώς στα χρόνια που μεσολάβησαν.
Η εξαίρεση
Ορίστε, λοιπόν, οι λόγοι για το μικρό καλάθι. Όμως, κανένας προσωπικός κανόνας δεν μπορεί να είναι τόσο απόλυτος που ν’  αποκλείει εξαιρέσεις. Χρειάστηκαν όλο κι όλο εβδομήντα λεπτά (η διάρκεια της παράστασης), για ν’ αναθεωρήσω και ν’ αναζητήσω «κοφίνι», ώστε να χωρέσουν μέσα οι εξαιρετικές εντυπώσεις που αποκόμισα, σε σημείο να υποστηρίζω σήμερα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη ότι η Περσινή αρραβωνιαστικιά είναι η καλύτερη παράσταση των φετινών «θεατρικών συναντήσεων», που με κέφι και γνώση διευθύνει ο Νικηφόρος Παπανδρέου, και μια από τις καλύτερες που είδα φέτος. 


Η παράσταση
Παρ΄όλη την καθημερινότητα των θεμάτων, η ιστορία αντέχει. Μια μυστηριώδης αύρα, ατελής και απροσδιόριστη, «ντύνει» τον κόσμο της. Άλλοτε σε αναγνωρίσιμες ευθείες και άλλοτε σε πιο σκοτεινές διαδρομές, η αφηγηματική φωνή της Ζατέλη μας οδηγεί στα χνάρια της καλπάζουσας φαντασίας της με τρόπο επιδέξιο, υπαινικτικό και ζεστό. Μας κάνει φίλους-συνοδοιπόρους σ’ ένα ταξίδι γνώσης και αυτογνωσίας, που ελίσσεται ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, διανθισμένο με πινελιές ελπίδας, χαράς αλλά και πόνου. 
Και το ερώτημα που θέτει ευθέως ένας τέτοιος, χωροχρονικά ακινητοποιημένος και ειδολογικά αλλιώτικος, μικρόκοσμος, όπου μόνο η μνήμη έχει την πολυτέλεια να επιδίδεται στις δικές της επιδεικτικές και επεκτατικές ακροβασίες, είναι πώς μεταμορφώνεται σε ζωντανό θέαμα, σε μια σκηνική παρουσία;
 Αν κρίνουμε από τη θεατρική ιστορία, συνήθως αυτό γίνεται σε μια αλαφρωμένη από υλικά αντικείμενα σκηνή, στα όρια της οποίας το μυαλό προβάλλει το θέατρό του. Ό,τι ακριβώς έπραξε η σκηνογράφος Μαγδαληνή Αυγερινού. Άφησε χώρο ώστε οι σκηνοθέτες του εγχειρήματος Δημήτρης Αγαρτζίδης και Δέσποινα Αναστόσογλου, ν’ απλώσουν γενναιόδωρα τα σκέρτσα της μνήμης, αλιεύοντας σκηνικές λύσεις μέσα από τις λέξεις του κειμένου, την κρυμμένη μουσικότητα και ρυθμικότητά τους. Άλλοτε με κώδικες δραματικούς κι άλλοτε μεταδραματικούς, άλλοτε σε τόνους ρεαλιστικούς κι άλλοτε συμβολικούς, συνέθεσαν μια τοιχογραφία της ψυχής πέρα από τον κλοιό των φωτογραφικών διαστάσεων της αναπαράστασης. Ούτε κενά ούτε  μουτζούρες. Όλα στη θέση τους με άποψη και καθαρότητα. Ένα φωτεινό θέατρο της  mise en abyme, από  τη νεοσυσταθείσα ομάδα Elephas Tiliensis.
Ερμηνείες
Όσο για τις τρεις πρωταγωνίστριες, που ανέλαβαν το επίπονο έργο να φωτίσουν τις σκοτεινές διαδρομές της ιστορίας, σκάλισαν τα πεπερασμένα, στοχάστηκαν επάνω στο πάλεμα των αντιπαρατασσόμενων χρόνων των εμπειριών, μοιράστηκαν, άλλοτε με την αθωότητα που είχαν τα πλάσματά τους τότε και άλλοτε με τη σοφία που απέκτησαν στην πορεία, τα γυμνάσια της μνήμης, και μας έπεισαν. Με χαρακτηριστική ευκαμψία, ετοιμότητα, ελεγχόμενο παίξιμο, καλές τοποθετήσεις και αίσθηση του ρυθμού των λέξεων και των ίδιων των σωμάτων τους, μας μίλησαν αρχίζοντας από το πιο απλό ερέθισμα, για να επεκταθούν μέσω του γυμνού χώρου των δρωμένων, στο άπειρο, στο «ά-λογο», εγκαλώντας τη διαίσθησή μας να ενεργοποιηθεί κι αυτή και να ακολουθήσει τις εκτινάξεις των αισθήσεών τους, καθώς σκίτσαραν την εσωτερική γεωγραφία της δράσης και των αποδράσεών τους, δηλαδή τα ταξίδια του νου, το παραλήρημα των επιθυμιών, τα κύματα της σκέψης. 


Οι Κεκέ, Πίττα και Θεμελή, έπαιξαν γι’ αυτές και για μας, κοντά μας και μακριά από μας, όπως οι ιστορίες τους. Βρήκαν τρόπους να επενδύσουν στις λέξεις τις αγωνίες της ψυχής,  αλλά και τρόπους να κάνουν το σώμα να τις μιλήσει. Από τη μια η σωματική τους παρουσία ως φορέας παθών, εκφραστής των συμπτωμάτων της μνήμης και, από την άλλη, το σώμα, ιδρωμένο και πάσχον, ως εικαστικό σχόλιο του ίδιου του εγκλωβισμού τους. Αυτό που κατέθεσαν δεν ήταν θέατρο της λογικής ούτε υποκριτική ενός στανισλαφσκικού ρεαλισμού με τις  ψηφίδες όλες τακτοποιημένες, αλλά στιγμές ξεγυμνώματος της ψυχής, που μπορεί ενίοτε να μας πήγαινε προς τον Τερζόπουλο, αλλού  προς τον Μαρμαρινό, αλλού στη σύγχρονη περφόρμανς, όμως η τελική σύνθεση ήταν μια δημιουργική αφομοίωση των δανείων. 


Πρώτη και καλύτερη η έμπειρη και ικανότατη Σύρμω Κεκέ, σε ένα δικό της ρεσιτάλ οιστρήλατο. Χάρμα. Δίπλα της, άξιοι συντελούντες συνοδοιπόροι οι Ξένια Θεμελή και Τατιάνα Άννα Πίττα, βρήκαν κλειδιά και περάσματα, έβαλαν το σώμα τους σε μία ευθεία με τα προσωπεία τους και γοήτευσαν.  Και για να μην το ξεχάσω. Όλα μου τα παρέδωσε ο λόγος τους. Επιτέλους. Αυτό πάει να πει καλή άρθρωση. Μπράβο.
Συμπέρασμα: Ναι, και ένα διήγημα μπορεί να γίνει συγκλονιστικό θέαμα, αρκεί να υπάρχει άποψη. Όσοι δεν ήσασταν εκεί χάσατε.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
1/06/2014