Σατιρική…. κονσέρβα



Όλοι φαντάζομαι δεχόμαστε πως η σάτιρα είναι μια μορφή κριτικής, συχνά μαχητικής, προσώπων, φαινομένων και καταστάσεων αρνητικού χαρακτήρα. Μάλιστα, όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν λένε ότι πρέπει να περιέχει τόσο λίγη κακία και τόσο πολύ πειστικότητα ώστε να προκαλεί χαμόγελο και σ' αυτούς που χτυπά.

Μέσα από τη σάτιρα υπογραμμίζονται και καυτηριάζονται ανθρώπινα ελαττώματα και ατέλειες, με απώτερο στόχο τη διόρθωσή τους. Και αυτό είναι το βασικό στοιχείο που τη διαφοροποιεί από την κωμωδία: η αναμορφωτική της πρόθεση.
 Από την εποχή του Αριστοφάνη μέχρι σήμερα η σάτιρα δεν έπαψε να μπαίνει σφήνα (μέσα από ποικίλα είδη) και να ελέγχει τα πολιτιστικά και κοινωνικοπολιτικά πράγματα της εποχής. Ακόμα και σε χώρες όπου οι κυβερνώντες γελοιοποιούνται από μόνοι τους (μας θυμίζει κάτι;), άρα θα υπέθετε κανείς ότι η σάτιρα είναι περιττή, εξακολουθεί να είναι χρήσιμη, γιατί με τον τρόπο της λειτουργεί σαν ένα καλό εργαλείο ελέγχου, αναγκαίο συστατικό και της δημοκρατίας και της τέχνης. Όπως είχε πει ο  Τσώρτσιλ, η σάτιρα μαστιγώνει τις κακίες ενόχου εποχής.


Αυτοκριτική
Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, κάνει το είδος αυτό πολύ ιδιαίτερο είναι το γεγονός ότι, επειδή ακριβώς έχει να κάνει με τα φαύλα ήθη και τον έλεγχο των ανθρώπινων ατοπημάτων, ο σατιριστής οφείλει, πριν κρίνει, να κάνει την αυτοκριτική του, ώστε να βρίσκεται υπεράνω των κρινομένων.  Διαφορετικά όλα ακυρώνονται ή τίθεται εν αμφιβόλω η πρόθεσή τους.
Και για να μη γενικολογώ, ασπάζομαι τα όσα καταλογίζει ο Λάκης Λαζόπουλος στους υπευθύνους της «κατάντιας» μας. Και λίγα τους λέει. Από την άλλη, όμως, εάν είχε κάνει την αυτοκριτική του, ως ώφειλε, δεν θα επικοινωνούσε με το «καταντημένο» κοινό του με ό,τι πιο φτηνιάρικο, και μάλιστα αντί του ουχί ευκαταφρόνητου ποσού των είκοσι και βάλε ευρώ, τη στιγμή που σχήματα και καλλιτέχνες με πολύ ισχνή οικονομική επιφάνεια χρεώνουν δέκα ευρώ ή ακόμη και καθόλου. 


Πώς γίνεται ένας αυτοδηλωμένος προασπιστής της ποιότητας, που μάχεται, ως άλλος Ρομπέν των Δασών, εναντίον όλων εκείνων που κρατάνε το λαό στο σκοτάδι, να μοσχοπουλά (και στην αλλοδαπή, παρακαλώ) ως «τέχνη» ένα θέαμα που ουδεμία σχέση έχει με την ποιοτική καλλιτεχνία;
Αφορμή για τα παρόντα σχόλια, το  «Sorry….Im Greek», το πιο πρόσφατο σατιρικό συνονθύλευμα αυτού του πάλαι ποτέ φρέσκου καλλιτέχνη, ο οποίος δυστυχώς, γι’ αυτόν και για μας, εδώ και καιρό  επαναλαμβάνεται τόσο που ξέρεις ανά πάσα στιγμή τι θα κάνει, τι θα πει και πώς θα το πει. Μια η τηλεόραση, μια η επιθεώρηση, μια τα σίριαλ και δεν ξέρω τι άλλο (mainstream), τον έχουν αδειάσει από όλα εκείνα τα συστατικά  που τον είχαν επιβάλει ως τον απόλυτο και αποκαλυπτικό «διασκεδαστή». Είναι προφανές πως βρίσκεται πλέον σ’ ένα δημιουργικό (για ιδεολογικό δεν γνωρίζω) αδιέξοδο. Εκτεθειμένος σε πολλά μέτωπα, ζει ανακυκλώνοντας τις ευπώλητες ευκολίες του.


Θα μου πείτε πως όλοι όσοι έχουν καθιερωθεί περίπου αυτό κάνουν: μανιερίζουν για να συνεχίσουν να  είναι αναγνωρίσιμοι. Το θέμα είναι να σκεφτούν και το τίμημα αυτής της αναγνωρισιμότητας. Μάλιστα, από έναν ευφυή καλλιτέχνη, όπως ο Λαζόπουλος, θα περίμενε κανείς πως θα είχε αντιληφθεί ότι, όταν κάποιος είναι διαρκώς στο προσκήνιο, το μόνο που επιτυγχάνει είναι τον παροπλισμό του μέσα από τη συστηματοποίησή του. Γίνεται τόσο «οικείος», «περιουσιακό» στοιχείο όλων, που πλέον δεν τον προσέχεις.
Όπως τα κλισέ στο λόγο, των οποίων η συνεχής χρήση τούς αφαιρεί εντελώς το νόημα --γι αυτό και ιδεολογικά θεωρούνται «ύποπτα», αφού στη θέση της σκέψης βάζουν την αυτοματοποιημένη πρόσληψη-- έτσι και ο λόγος του Λαζόπουλου, μπορεί να φαντάζει «ανατρεπτικός», είναι όμως τόσο πολύ μέσα στις δομές του Συστήματος (τι άλλο, άραγε, είναι ένα μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι;) που στο τέλος έχεις την αίσθηση μιας απόλυτα ειρηνικής συμβίωσης. Σε διαφορετική περίπτωση, κι ας μην έχουμε αυταπάτες επ’ αυτού, δεν θα επιβίωνε. Εξ ου και η αποδεχτή από όλους (ακόμη και από τα «θύματά» του) λογική της σατιρικής του κονσέρβας: πριν την ανοίξεις ξέρεις τι θα βρεις, οπότε ούτε κρύο ούτε ζέστη.
Το κοινό
Δεν αντιλέγω ότι ο Λαζόπουλος μπορεί και καλύτερα. Άλλωστε, η ίδια η πορεία του το δείχνει. Το κάνω θέμα εδώ γιατί αυτός ο άνθρωπος, που τον ακολουθεί ένα μεγάλο φαν κλαμπ (στην παράσταση που είδα δεν έπεφτε καρφίτσα), έχει υποχρέωση να συμβάλει στην ανύψωση του γούστου του λαού που υπερασπίζεται με τη σάτιρά του και όχι να βάζει και αυτός το λιθαράκι του στην ακόμη μεγαλύτερη (ποιοτική) καθίζηση. Αυτό βέβαια απαιτεί πρωτίστως, όπως είπα, σκληρή αυτοκριτική. Όμως, όπως μας υπενθυμίζει και ένας κορυφαίος σατιριστής, ο Βρετανός Τζόναθαν Σουίφ, “η σάτιρα είναι ένας καθρέφτης που ο καθένας βλέπει οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από το δικό του”.


Σίγουρα το να σκάβεις τον λάκκο των άλλων είναι πολύ κοπιαστικό, γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και η ανταμοιβή, συχνά πολύ παχυλή. Θα είχε όμως πολύ μεγαλύτερη αξία εάν στο όλο πακέτο ήταν μέσα και άλλα πράγματα, πιο ποιοτικά. Γι’ αυτό και το σκωπτικό άσμα που τραγουδά ο θίασος στο τελευταίο του σόου, «Η Ελλάδα ποτέ δεν μαθαίνει και ξανά προς τη “βούτα” τραβά», επιδέχεται  πολλές και όχι ευχάριστες ερμηνείες.
Συμπέρασμα: Μήπως τελικά το “Im sorry” του τίτλου θα ‘πρεπε να το απευθύνει ο ίδιος ο καλλιτέχνης στο θεατή, ο οποίος με μισθό 500 ευρώ (εφόσον είναι τυχερός και τον έχει) ξόδεψε ένα σεβαστό ποσό για μια κονσέρβα που πέρασε κατά πολύ την ημερομηνία λήξης;
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

11/05/2014