Δυνατός έρωτας, αδύνατη αγάπη στις «Θεατρικές συναντήσεις»





Η πειραγμένη εκδοχή του σεξπηρικού ρομαντικού δράματος «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2», που είδαμε στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη» («Θεατρικές συναντήσεις 2014»), είναι μια παράσταση, για την ακρίβεια περφόρμανς, στην οποία εύκολα χρεώνει κανείς παραλήψεις που σχετίζονται κυρίως με τις φιλοσοφικές θέσεις του πρωτοτύπου γύρω από το ερωτευμένο σώμα, τα φύλα, τις διαθέσεις (humours), τη θέση της γυναίκας κ.λπ.
Οι τρεις καλλιτέχνες που ανέλαβαν το έργο της επανασυναρμολόγησης (Γάκης, Μουστάκα και Μπιμπής) επέλεξαν ως βάση για να πορευθούν την ιδέα του παιγνίου. Και από μια άποψη, καλά έπραξαν, δεδομένου ότι είχαν πού να πατήσουν. Το έργο προσφέρει άφθονες παραδοξότητες, εξαπατήσεις, παρεξηγήσεις, μεταμφιέσεις και κυρίως επιδείξεις γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Ο  Σέξπιρ είναι ένας μάστορας, κυριολεκτικά παθιασμένος με τη γλώσσα και τις δυνατότητες που του παρέχει για ρητορικές ακροβασίες.


Ενστάσεις
 Όμως εδώ απαιτείται προσοχή, γιατί αυτός ο εναγκαλισμός της λογικής του παιγνίου εκ μέρους του ελισαβετιανού βάρδου, δεν γίνεται για να γίνει, αλλά ως μέσον αναζήτησης της αυθεντικότητας συναισθημάτων και νοημάτων. Μέσα από τους κυματοειδείς ρυθμούς της γλώσσας, ο Σέξπιρ υπογραμμίζει φιλοσοφικά και άλλα αδιέξοδα (πρόχειρα επισημαίνω τη σκηνή της αυτοκτονίας, όπου το γλωσσικό γαϊτανάκι κυριολεκτικά απογειώνεται μπροστά στο μυστήριο της ζωής και του έρωτα και αποκτά τη μεγαλύτερη πυκνότητα και ένταση). Και νομίζω πως στον τομέα αυτό δεν τα πήγε και τόσο καλά η --κατά τ’ άλλα-- ευφρόσυνη ανάγνωση των τριών συνεργατών. Δεν έβγαλε στην επιφάνεια τη γοητεία του παιχνιδιού και ως φιλοσοφική άποψη, που θα φώτιζε ενδεχομένως ζητήματα πολύ βαθύτερα από το φαίνεσθαι των πραγμάτων.
Αυτή η μονοδρομική επένδυση στο παιχνίδι ως αισθητικό (σκηνικό) γύμνασμα και μόνον είχε ως αποτέλεσμα, από ένα σημείο και μετά, το θέαμα να γίνει αυτοσκοπός. Και μην έχοντας πού να διοχετεύσει τη ζωτικότητά του, άρχισε να καταπίνει και να εξαφανίζει τον εαυτό του μέσα από την υποκριτική φλυαρία και το υπερπαίξιμο. Ο Μπιμπής, για παράδειγμα, έδινε την εντύπωση πως τον διακατείχε μια μόνιμη αγωνία ν΄ αρέσει στον κόσμο, πράγμα που συχνά τον οδηγούσε από τη μια υπερφορτωμένη σκηνική συμπεριφορά στην άλλη, σε σημείο να παγιδευτεί στη λογική της πλάκας.
Βέβαια, λαμβάνοντας υπόψη το πόθεν έσχες της περφόρμανς  (από το Low Budget Festival), που περίπου επιτρέπει τέτοιου είδους σκηνικές συμπεριφορές, εν  μέρει τον καταλαβαίνω, όμως δεν σημαίνει ότι και τον δικαιολογώ. Πάντως, η κόπωση του παιγνιώδους ξεχειλώματος φάνηκε στο τελευταίο εικοσάλεπτο, όπου από τις υψηλές και ευφάνταστες πτήσεις που προηγήθηκαν ξαφνικά είχαμε μια περίεργη δυστοκία, λες και  εξαντλήθηκαν τα ευρήματα και άρχισε να χάνεται ο ρυθμός.


Συνεργάτες
Σε κάθε περίπτωση, και πέραν των επιμέρους επιφυλάξεων, αποδίδω ολοστρόγγυλα και πλουσιοπάροχα τα εύσημα και στους δύο πολυμήχανους ηθοποιούς που κατάφεραν, μέσα σε ενενήντα λεπτά να μας γνωρίσουν όλους τους πρωταγωνιστές του δράματος, από τον Πετρούτσιο μέχρι τον πάστορα Λαυρέντιο. Αυτό σημαίνει ότι η τελική συρραφή τους, παρά τα αναπόφευκτα κενά, είχε μια καλή και προσεκτική συγκρότηση, η οποία θα αποκτούσε έναν ακόμη πιο ευανάγνωστο αφηγηματικό καμβά, εάν πύκνωναν κάπως τα επεξηγηματικά κομμάτια στην αρχή κάθε σκηνής, έτσι ώστε και εκείνος που δεν γνώριζε την ιστορία να μπορεί να την παρακολουθήσει.
Πάντως, ο τρόπος που τη διαχειρίστηκαν έδειχνε μια οικειότητα με το σύγχρονο θεατρικό γίγνεσθαι. Μπορεί να αντέγραψαν κυρίαρχες τάσεις και σκηνικές συμπεριφορές, όμως σε γενικές γραμμές έδειξαν ότι διαθέτουν ενθουσιασμό, μπόλικο ταλέντο και καλό επικοινωνιακό γκελ. Εντόπισαν την κρυμμένη θεατρικότητά του έρωτα και την περιποιήθηκαν καταλλήλως, άλλοτε αυτοσχεδιάζοντας και άλλοτε όχι. Μπήκαν βγήκαν, ίδρωσαν, και στο τέλος κέρδισαν το πολύ ζεστό χειροκρότημα του κόσμου. Η παρουσία του μουσικού επί σκηνής (Γάκης) εμπλούτισε το θέαμα και το ράντισε μα τη δροσιά εύστοχων ακουσμάτων.
Συμπέρασμα: Παράσταση με φτηνά υλικά αλλά καθόλου φτηνιάρικη. Πέτυχε αυτό που ήθελε και με το παραπάνω. Εάν κάπου τη συναντήσετε στο θεατρικό σας σεργιάνι, κάντε τον κόπο να τη δείτε. Θα περάσετε όμορφα.

Μονολογώντας άσκοπα
Και από το φλέγοντα και παιγνιώδη έρωτα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, περνάω στο  «I Love U» (πάλι στο « Μελίνα Μερκούρη»), μια συρραφή θραυσμάτων από το θεατρικό σύμπαν της Λούλας Αναγνωστάκη, που ομολογώ ότι με απογοήτευσε. Περίμενα κάτι πολύ πληρέστερο και θεατρικά πιο δυνατό. Μ’ εξαίρεση τον «Ουρανό κατακόκκινο», οι υπόλοιπες ψηφίδες της σκηνικής σύνθεσης (που υπογράφουν οι Κραουνάκης, Παντελάκης και Αναγνωστάκη)  αισθάνθηκα πως δεν είχαν  το ειδικό βάρος για να αντέξουν την πίεση που επιβάλλει επάνω στο σώμα τους η λογική, η αισθητική και η πολύ συγκεκριμένη επικοινωνιακή λογική ενός μονοδράματος/μονολόγου.


Μπορεί να μιλούσαν για πάθη, για ανεκπλήρωτες επιθυμίες, για μοναξιά, βία και όλα εκείνα τα θέματα που αποτυπώνονται στα τοιχώματα του γυναικείου (εν προκειμένω) κόσμου της Αναγνωστάκη, όμως όπως δόθηκαν, με τη σκηνοθετική ευθύνη τον Κραουνάκη, κάθε άλλο παρά συγκίνησαν. Και δεν χρεώνω απολύτως τίποτε στην Ελένη Ουζουνίδου. Ηθοποιός καλή και δοκιμασμένη, τα ‘δωσε όλα. Αλλού δραματική και αλλού κωμική περσόνα (ναι, υπάρχει μπόλικο χιούμορ στην Αναγνωστάκη και βγήκε και το χαρήκαμε), αλλού εξωστρεφής και αλλού όχι,  κατέθεσε τεχνική, φλέγμα, θέρμη και μόχθο, όμως το υλικό που κλήθηκε να διαχειριστεί δεν τη βοήθησε να κάνει το κάτι παραπάνω, ώστε να πείσει την πλατεία ότι καλώς πάλεψε.


Συμπέρασμα: όσο σημαντικά και άμεσα μπορεί να είναι κάποια έργα στην ολότητά τους, δεν εγγυώνται ανάλογη επιτελεστική δυναμική, όταν θραύσματά τους μεταφυτεύονται για να υπηρετήσουν μιαν άλλη μορφή σκηνικής έκφρασης. Συχνά γίνονται μπούμερανγκ.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
17/05/2014