Ένα γυάλινο παραμύθι: Στο «Αυλαία» το πιο πολυπαιγμένο έργο του Γουίλιαμς






Ο  «Γυάλινος κόσμος» έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το Μάρτιο του 1944, τέσσερις μήνες πριν από τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ από τους Γιαπωνέζους και ένα χρόνο πριν ο Τσόρστιλ εισαγάγει τον όρο «Σιδηρούν παραπέτασμα». Είκοσι τέσσερις φορές θα φέρει το χειροκρότημα του κοινού τους ηθοποιούς στη σκηνή για υπόκλιση. Εν μία νυχτί ο Τένεσι Γουίλιαμς γίνεται ο μεγάλος σταρ του εγχώριου θεάτρου. «Η απόλυτα καταστροφική επιτυχία»,
θα πουν αργότερα οι κριτικοί που παρακολουθούν την εξέλιξη της καριέρας του. Όταν φτάσεις πολύ ψηλά πολύ γρήγορα, ο μόνος δρόμος είναι μόνο  προς τα κάτω. Και αυτόν τον δρόμο θ’ ακολουθήσει ο Γουίλιαμς.
Το έργο
Ο «Γυάλινος κόσμος» είναι εν πολλοίς το αποτέλεσμα της εμπειρίας του στη δυτική ακτή, εκεί όπου για λίγο βίωσε τον τρόπο που λειτουργεί το μεγαλύτερο εργοτάξιο ονείρων, ο κινηματογράφος. Και οι τρεις ήρωες του έργου είναι φυγάδες-κυνηγοί ονείρων. Η Αμάντα γυρίζει τον χρόνο πίσω, στον πάλαι ποτέ αριστοκρατικό Νότο, ο Τομ αναζητεί μέσα από τον κινηματογράφο το δικό του μονοπάτι φυγής και η αδερφή του, η Λώρα, το δικό της μέσα από το γυάλινο κόσμο της. Και οι τρεις επιθυμούν, αλλά κανένας δεν κερδίζει την ελευθερία που ονειρεύεται, γιατί κανένας δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο επάνω στη ζωή του.


Ο Τομ είναι ο μάγος του έργου που δημιουργεί τις ψευδαισθήσεις. Και τις δημιουργεί με τρόπο χολιγουντιανό. Ως σκηνοθέτης, αφηγητής και εκτελεστής, φωτίζει με τον δικό του τρόπο τις επιτελεστικές ταυτότητες των άλλων «ηθοποιών». Η Αμάντα είναι η πλέον επιδεικτική περφόρμερ, κομμένη και ραμμένη σύμφωνα με τα θηλυκά πρότυπα της εποχής: η γυναίκα που ταυτίζει τη ζωή της με τη θυσία και το νοικοκυριό, και της οποίας η μόνη ενασχόληση είναι ο ανταγωνισμός με τις άλλες γυναίκες. Ανταγωνίζεται ακόμη κι αυτήν την κόρη της, όταν αρχίζει να φλερτάρει με  τον καλεσμένο τους, το Τζιμ.
Στο τέλος ο Τομ θα τις παρατήσει σ’ ένα δωμάτιο που φωτίζουν κεριά, κι αυτός θ’ αναζητήσει τις φωτεινές  μαρκίζες του Μπρόντγουεϊ. Οι δυο γυναίκες δεν πρόκειται να πάνε πουθενά. Θα μείνουν εκεί, καταδικασμένες να ονειρεύονται πώς να φύγουν.
Σκηνοθεσία
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου, χωρίς εντυπωσιασμούς, με ευαισθησία και γνώση, κέντησε  μια παράσταση ποιητική και υπαινικτική, σαν φιλμ νουάρ, όπου οι ήρωες βγαίνουν μέσα από την ομίχλη των αναμνήσεών τους και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών τους, και μετά πάλι εξαφανίζονται σαν ξωτικά στην αχλή του γυάλινου κόσμου τους. Σαράντα τέσσερις συνολικά προβολές (αλά Μπρεχτ) είχε ζητήσει ο Γουίλιαμς στην πρώτη εκδοχή του έργου. Στη θέση τους ο Μιχάλης Κλουκίνας ετοίμασε εξαιρετικές βιντεοπροβολές που έδεσαν τέλεια με τα φλασμπακ και τους μονολόγους, και γενικά με το πνεύμα της σκηνοθεσίας, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό περιβάλλον αφαίρεσης, όπου τον απόλυτο λόγο είχε η φαντασία.  





Ερμηνείες
Ο Τομ είναι ο νέος Αμερικανός της εποχής που αναζητεί, εκτός από την ελευθερία και την προσωπική του ευτυχία. Είναι ο ίδιος ο Γουίλιαμς, ο οποίος, φεύγοντας από τον πουριτανικό Νότο, νιώθει να απελευθερώνεται από τα περιοριστικά δεσμά τόσο του τόπου όσο και της οικογένειάς του, όμως δεν βρίσκει την ευτυχία που ονειρεύτηκε. Ο Α. Αλμπάνης-Τομ κινήθηκε άνετα σε μία κλίμακα, εκείνη της απογοήτευσης και της καταρράκωσης. Όμως, είναι και ο θυμός στη μέση, το κυνικό κομμάτι της πρσωπικότητάς του. Θα κέρδιζε σε πολυπλοκότητα το σκηνικό του πορτρέτο, εάν μεριμνούσε να βγάλει πιο έντονα και αυτήν τη διάσταση, ώστε να φανούν καλύτερα και οι σύνθετοι δεσμοί που έχει με την οικογένειά του. 
Η Ναταλία Τσαλίκη είχε και χιούμορ και καλή δοσολογία οργής. Στη συνάντησή της με τον Τζιμ, κερδίζει τους πιο πολλούς πόντους. Η Αμάντα ζει με τις ωραίες αναμνήσεις του χτες, αλλά ορθά νομίζω η Τσαλίκη την έκανε να μοιάζει σαν μια γυναίκα που ξέρει καλά τι της γίνεται. Μπορεί να το παίζει χαζοχαρούμενη, μπορεί να ονειρεύεται, δεν είναι όμως Μπλανς. Θα διαφωνήσω, ωστόσο, με την έκδηλη προσπάθεια της ηθοποιού να κυριαρχήσει υπερπαίζοντας. Ούτως η άλλως, ο Γουίλιαμς την έχει σε θέση πρυτάνεως σ’ αυτό το θερμοκήπιο με τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Η τραγωδία της είναι άλλη. Το γεγονός ότι οι εξελίξεις την πετάνε διαρκώς έξω, κάνοντάς την ακόμη πιο νευρωτική και απελπισμένη.
Ο Τζιμ του Κωνσταντίνου Γαβαλά, με χιούμορ και καλή κίνηση, προέβαλε το αρσενικό πρότυπο του Χόλιγουντ της εποχής (Γκέιμπλ, Κάγκνεϋ), αλλά και του νέου Αμερικανού, που πιστεύει στις μπίζνες και στη δύναμη της τηλεόρασης. Είναι ο ρεαλιστής εισβολέας σ’ ένα σπίτι ψευδαισθήσεων. Εκεί μέσα βγάζει κι ένα χαρακτήρα που έχει κάτι παραπάνω από good looks, «δένοντας» έτσι με τα εξίσου περιπλεγμένα πορτρέτα των άλλων χαρακτήρων. Μοναδική απορία μου: δεν κατάλαβα τη στάση του στη σκηνή που φιλά τη Λώρα. Δεν βγήκε κάποιο κείμενο από κάτω να καταλάβουμε πώς προέκυψε όλο αυτό (από οίκτο, τρυφερότητα, τι;).
Η βραχυκυκλωμένη Λώρα της Αμαλίας Νίνου έμοιαζε μ’ ένα πλάσμα τόσο φοβισμένο, που πολύ θα ήθελε να είναι αόρατη. Και το παίξιμό της μας αποκάλυψε αυτήν ακριβώς την επιθυμία. Ιδίως προς το τέλος, μετά την αποχώρηση του Τζιμ, εκεί όπου η ελπίδα μετατρέπεται σε απόγνωση, βλέπουμε να συνοψίζεται ακαριαία το μέγεθος του δράματός της. Μου άρεσε  πολύ.
Εξαιρετική η νοσταλγική μουσική του Γασπαράτου και το απλό αλλά ουσιαστικό σκηνικό σχεδίασμα του Πάτσα.
Συμπέρασμα: μια παράσταση λυρικής υποβλητικότητας που σε ταξιδεύει στα δύσβατα μονοπάτια της επιθυμίας.
3/03/2013