Ένας μεταδραματικός Οιδίποδας: Στο «Θέατρο Δάσους» μια πρόταση του Γκραουζίνις




Η οδύσσεια της γνώσης
Άλλη μια Επιδαύρια παράσταση στο «Θέατρο Δάσους», αυτήν τη φορά από το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και την εταιρεία αρτivities, με την υπογραφή του Λιθουανού Τσέζαρις Γκραουζίνις. Η ιστορία του «Οιδίποδα» είναι λίγο πολύ γνωστή, όπως γνωστά είναι και τα θέματα που θέτει για συζήτηση, με κυρίαρχο το ζήτημα της τύχης, της ανθρώπινης ελευθερίας και της θεϊκής εξουσίας
.
O Οιδίποδας είναι ένα από τα πρώτα δραματικά πρόσωπα που βιώνει την κρίση και πληρώνει γι’ αυτήν.  Μέσα από την οδυνηρή εμπειρία μιας ακραίας δοκιμασίας, όπως είναι ένας λοιμός –οικονομικός, πολιτειακός αλλά, και πάνω από όλα, ηθικός— ένας άνθρωπος, ο Οιδίποδας εν προκειμένω,  διδάσκεται πράγματα. Αν και δεν έφταιγε, έχει το θάρρος ν’ αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Κάτι που ουδείς σύγχρονος πολιτικός δεν πράττει, ακριβώς γιατί ουδείς έχει πραγματικά αποκτήσει τη γνώση εκείνη που θα τον κάνει πιο σοφό (και κατά συνέπεια πιο τραγικό). Ίσως γιατί τους λείπει αυτό που έχει, και με το παραπάνω, ο Οιδίποδας: αξιοπρέπεια. Όταν ζητεί να μάθει πάση θυσία τους φονιάδες του Λάιου (του πατέρα του) το εννοεί. Γι’ αυτό και πιέζει αφόρητα τους συνεργάτες του να του προσκομίσουν στοιχεία. Είναι ένα έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να αποκατασταθεί η τάξη. Όταν μαθαίνει ότι αυτός είναι ο φονιάς και πάλι δεν διστάζει. Τιμωρεί τον εαυτό του παραδειγματικά, αφαιρώντας του τη δυνατότητα να ξαναδεί το φως του ήλιου. Αφαιρεί το όργανο που μέχρι πρότινος πίστευε ότι του έδειχνε την αλήθεια. Και τότε σταματά να βλέπει τη ζωή σαν παιχνίδι.
Δίδαγμα: Ο Οιδίποδας (όπως και ο κάθε Οιδίποδας-άνθρωπος) μαθαίνει από τα λάθη του. Από τη στιγμή που είναι σκεπτόμενο ον, οφείλει να έχει τα μάτια του ορθάνοικτα ώστε να μπορεί να δει την αλήθεια των πραγμάτων. Ο σοφόκλειος Οιδίποδας έχει τη σκέψη. Δεν έχει ακόμη τη γνώση. Γι’ αυτό είναι καταδικασμένος να διαπράξει τη λάθος κίνηση.

Από την πρώτη σκηνή η σκηνοθεσία του Γκραουζίνις βάζει τη σφραγίδα των προθέσεών της. Μετατρέποντας τον 11μελή ανδρικό θίασο σ’ ένα μπουλούκι ανώνυμων θεατρίνων που μπαίνουν στη σκηνή κουβαλώντας τα θεατρικά τους αντικείμενα (δύο πόρτες, δυο καρέκλες κι ένα χαλί— τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κένι Μακλίλαν), δείχνει πως η περιπέτεια του τραγικού ήρωα γεννιέται (και πεθαίνει) μαζί με την περιπέτεια της σκηνικής της πραγμάτωσης. Η είσοδος των περιπλανόμενων θεατρίνων  στο γυμνό τοπίο του χώρου επιτέλεσης ξαφνικά τον προικίζει με μια άλλη δυναμική. Αντικείμενα μετακινούνται διαρκώς με ευφάνταστο τρόπο, ανοίγοντας ή κλείνοντας (ανάλογα) το διάφραγμα των δρωμένων και παράλληλα τη διαδικασία θέασής τους. Δύο φορητές πόρτες επανατοποθετούν διαρκώς τα όρια της δράσης και της απόδρασης, αλλά και της θεατρικότητας.
Ακολουθώντας περίπου την ίδια τακτική που είδαμε και στο «Deja Vu», ο Γκραουζίνις ακουμπά στο κλασικό κείμενο με σεβασμό αλλά χωρίς βαρίδια και ενοχές (ας σημειωθεί πως είναι η πρώτη του ενασχόληση με την τραγωδία). Δείχνει να έχει καταλάβει το πανανθρώπινο (θεατρόμορφο) δράμα που παίζεται, και χρησιμοποιεί ανάλογα τον σκηνικό χώρο ώστε να τον μετατρέψει σε μια μεταφορά του κόσμου (ένα teatrum mundi). Και, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, το επιτυγχάνει.  Ο Γκραουζίνις μιλά τη γλώσσα ενός αναγνωρίσιμου ρεαλισμού χωρίς ωστόσο ίχνος ρεαλιστικής αισθητικής. Ενισχύει με κάθε τρόπο την παροντικότητα της παράστασης, μετατρέποντας έτσι το δράμα (εκεί και τότε) σε γεγονός, σ’ ένα δρώμενο μου συμβαίνει εδώ και τώρα και που μας αφορά όλους. Ένα μεταδράμα, διανθισμένο με ολίγο Μπρεχτ, ολίγο θέατρο σκληρότητας, ολίγο θέατρο επινόησης, που θα μπορούσε ωστόσο και καλύτερα εάν υπήρχε καθαρότερος προσανατολισμός στο τελευταίο εικοσάλεπτο. Εκεί φάνηκε ότι η παράσταση είχε ακόμη περιθώρια να δουλευτεί και να στρογγυλέψει τις διάσπαρτες αμηχανίες της. Οι επιτελεστικές λύσεις που προτείνονται στο τέλος παραμένουν μετέωρες και εν απορία ως προς το πού θέλουν πραγματικά να πάνε. Κυρίως ο Χορός, είχε ανάγκη από μια καλύτερη πλοήγηση.
Υποκριτική
Τόσο ο Χειλάκης ως Οιδίποδας όσο και ο Μαρκουλάκης στην τριπλή δοκιμασία του (Βοσκός, Τειρεσίας και Ιοκάστη) αποδείχτηκαν καλοί μαθητές της μεθόδου του Γκραουζίνις. Άφησαν αρκετές από τις ευκολίες τους κατά μέρος και έπαιξαν στους ρυθμούς μιας μεταμπρεχτικής παρτιτούρας που τους ήθελε να μετακινούνται διαρκώς από το ένα επίπεδο στο άλλο, σε μετωπική πάντα σχέση με το κοινό (δίκην αφηγητών). Χωρίς να εφιππεύουν τις λέξεις και τα προσωπεία τους, χωρίς να ασκούνται σε πανικόβλητο τρεχαλητό ή στον αυτάρεσκο αυτισμό, διατρυπούσαν με ευκρίνεια το εικαστικό κέλυφος που διαρκώς στηνόταν γύρω τους και προωθούσαν λιτά, στοχαστικά και πρωτίστως θεατρικά,  τη δράση προς το τραγικό της τερματικό. Ήταν σαν να μας έλεγαν, «αυτή είναι η ζωή», ένα επικίνδυνο παιχνίδι γνώσης και συχνά απόγνωσης. ‘Ενας θεατρικός αγώνας άπελπις αλλά αγώνας που πρέπει να δοθεί και μάλιστα με αξιοπρέπεια.
Όσο για τους λοιπούς συντελεστές, ο Κρέοντας του Σαπουντζή, με καλά τονισμένο λόγο και επαρκή πλαστικότητα στο παίξιμο, υπηρέτησε τις αλήθειες της σκηνοθεσίας με τον καλύτερο τρόπο. Αλλά και οι υπόλοιποι μόχθησαν για το καλύτερο. Διαπραγματεύτηκαν σε τόνους ευπρόσδεχτους ζητήματα που μας αφορούν.
Συμπέρασμα: Εκτιμώ πως αφιερώνοντας περισσότερο εργαστηριακό χρόνο (κυρίως στη διαχείριση του Χορού), η παράσταση αυτή θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά στον ποικιλοτρόπως δοκιμαζόμενο χώρο της ερμηνείας των κλασικών.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
9/9/2012
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου