Το θέατρο της εξουσίας: “Αμφιτρύων” του Εθνικού στο «Θέατρο Δάσους»





Μολιέρος, ο μοναδικός
Ο Μολιέρος πέτυχε, όσο κανένας άλλος Γάλλος συγγραφέας, να συνδυάσει με εντυπωσιακή επιτυχία τη δυναμική της ιταλικής κομμέντια με την εγχώρια κωμωδία. Για δεκατρία χρόνια μαθητευόμενος ηθοποιός φαίνεται πως είχε μάθει καλά τα μυστικά του χώρου. Πολύ συχνά οι σάτιρές του ήταν τόσο καυστικές που γίνονταν στόχος αυστηρής κριτικής από τους μοραλιστές και τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία (ενδεικτικά: «Ταρτούφος» και «Δον Ζουάν»).
Πέθανε (από φυματίωση) λίγες ώρες μετά την παράσταση του έργου του «Κατά φαντασίαν ασθενής», όπου, κατά διαβολική σύμπτωση, έπαιζε τον υποχόνδριο ήρωα της ιστορίας. Η προκατάληψη ότι το πράσινο φέρνει κακή τύχη στους ηθοποιούς λέγεται ότι ελκύει τις αφετηρίες της από το χρώμα του κοστουμιού που φορούσε ο Μολιέρος την ημέρα που πέθανε. Σύμφωνα με το γαλλικό νόμο της εποχής, οι νεκροί ηθοποιοί (ως βλάσφημα όντα) δεν είχαν θέση στα κοιμητήρια. Ο Βασιλιάς, ως προστάτης του, συμφώνησε, κατ’ εξαίρεση, να ταφεί ο Μολιέρος σε μια γωνιά του κοιμητηρίου που ήταν για τα αβάφτιστα μωρά. Η ταφή έγινε βράδυ.
Αν και  είχε προτίμηση για την τραγωδία, ο Μολιέρος έμεινε στην ιστορία ως συγγραφέας κωμωδιών, ορισμένες από τις οποίες δεν είναι καν πλήρεις, δεδομένου ότι γραφτηκαν για να παιχτούν στο στυλ της κομέντια, δηλαδή αυτοσχεδιαστικά. Στα δεκατέσσερα χρόνια που έμεινε στο Παρίσι ως ο επίσημος συγγραφέας της αυλικής ψυχαγωγίας, έγραψε και παρουσίασε 31 έργα, από ένα σύνολο 85.

Ο «Αμφιτρύων» είναι μια κωμωδία μεταμφιέσεων, εμπνευσμένη από το ομότιτλο έργο του Πλαύτου (;190 π.Χ). Πρωτοπαίχτηκε στο Παλαί Ρουαγιάλ το 1668 και προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί θεωρήθηκε ότι ασκεί κριτική στις ερωτικές περιπέτειες του Λουδοβίκου. Τρεις μέρες αργότερα παρουσιάστηκε σε ένα άλλο θέατρο παρουσία και του Λουδοβίκου, με τον Μολιέρο να υποδύεται τον Σωσία. Ήταν τέτοια η επιτυχία του, κυρίως μέσα στους αριστοκρατικούς κύκλους, που συνέχισε να παίζεται για άλλες 29 παραστάσεις.
Η υπόθεση
Ο Δίας για να τρυπώσει στο κρεβάτι της Αλκμήνης μεταμφιέζεται σε Αμφιτρύωνα και ο Ερμής στον δούλο του Σωσία, για να αρχίσει έτσι ένα γαϊτανάκι παρενδυτικών εγχειρημάτων που στόχο έχουν να δείξουν όχι τόσο τη γελαστική όσο την πιο σκοτεινή πλευρά της ζωής που άπτεται θεμάτων ταυτότητας, δικαιοσύνης και εξουσίας. Στο πρόσωπο του Δία συμπυκνώνονται τα στοιχεία του κυρίαρχου λόγου αλλά και οι κρυμμένες αδυναμίες, εκείνες ακριβώς οι αδυναμίες οι οποίες τον ωθούν να είναι διαρκώς ή να επιθυμεί διαρκώς κάτι άλλο που, στην προκειμένη περίπτωση, είναι η ηδονή που αισθάνονται οι απλοί θνητοί. Για ένα θνητό αυτό μπορεί να φαντάζει περίεργο, όχι όμως για κάποιον που δεν μπορεί να πετύχει να έχει την ύλη του «Είναι» που θα τον μετακινήσει από τη σφαίρα του αθάνατου σε εκείνη του θνητού. Και αυτή η αδυναμία του τον αποδιοργανώνει.
Ο Μολιέρος είναι αρκετά σαφής ως προς το μήνυμα που στέλνει: καμιά εξουσία δεν είναι τόσο πλήρης ώστε να μην έχει ανάγκη τίποτε άλλο.
Η παράσταση του Εθνικού
Είναι η δεύτερη φορά που ανεβαίνει το έργο αυτό από το Εθνικό. Η πρώτη ήταν το 1948 από τον Ροντήρη. Όπως είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει Μολιέρος στην Επίδαυρο. Ενώ είναι η τρίτη φορά που ο Λευτέρης Βογιατζής, καταπιάνεται  με κωμωδία του Μολιέρου, τούτη τη φορά μόνο από τη θέση  του σκηνοθέτη.
Στο σύνολό της η παράσταση που είδαμε στο ανεμοδαρμένο «Θέατρο Δάσους» ήταν ευφρόσυνη, γλωσσικά δουλεμένη (αλά Βογιατζή), χωρίς αρρυθμίες και μουντζούρες. Στήθηκε με βάση το σκεπτικό που λέει ότι η ζωή είναι ένα θέατρο και σκηνοθέτης η εκάστοτε εξουσία (εν προκειμένω, ο Λουδοβίκος). Ειρωνική εκεί όπου το επέτρεπε η ροή των δρωμένων, αρκούντως παιγνιώδης και σαρκαστική, κινήθηκε με μέτρο και συγκρότηση στα στενά όσο και γεμάτα νάρκες μονοπάτια του μολιερικού έργου, έχοντας στέρεο αποκούμπι τη ρέουσα και καλά εστιασμένη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, η οποία πέτυχε να αποδώσει με έγκυρες λύσεις το πνεύμα, τους ρυθμούς, τη θεατρικότητα και τους χυμούς του πρωτότυπου, αποφεύγοντας τη φλυαρία και συχνά αμβλύνοντας την τραχιά υφή που έχει κατά τόπους η γλώσσα στο πρωτότυπο.
Το κάπως τσιρκοειδές  σκηνικό (της Εύας Μανιδάκη,) με το γαϊτανάκι στο κέντρο της σκηνής και τη μεταμοντέρνα πινελιά κλασικών ερειπίων στο βάθος, ανταποκρίθηκε πλήρως στις απαιτήσεις της σκηνοθετικής φαντασίας που ζητούσε την εικονοποίηση ενός theatrum mundi, διασκεδαστικού και συνάμα απειλητικού και ζοφερού. Κάτι που υπογράμμισε και ο «πιραντελλικός» ρόλος υποβολέα της «Νύχτας», αλλά και οι μουσικές λύσεις-σχόλια του Καμαρωτού.
Συντελεστές
Ο Νίκος Κουρής υποδύθηκε έναν Δία ανθρώπινο, σχεδόν καθημερινό. Και όπου το επέβαλλε ο ιστός της ιστορίας, άφηνε να βγει προς τα έξω και το προσωπείο της «αθάνατης» (χαζοχαρούμενης) εξουσιαστικής φύσης του. Ο Αμφιτρύωνας του Γιώργου Γάλλου, η πιο ολοκληρωμένη περσόνα. Άμεσος, πλαστικότατος και με στρογγυλεμένο λόγο, έκανε γκελ. Η Αμαλία Μουτούση ως Αλκμήνη, με σιγουριά εντός των ορίων του ρόλου, χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάσει. Της έλειπε η γνώριμη εκρηκτικότητά της. Ομοίως και ο Χρήστος Λούλης. Έκανε αυτό που έπρεπε για να πείσει ως Ερμής. Ο Σωσίας του Ήμελλου είχε χαρακτηριστική άνεση και καλά δουλεμένα κλοουνερί στοιχεία (και ολίγον από βωβό κινηματογράφο), χωρίς υπερβολές και εκβιασμένο γκροτέσκο. Η Γουλιώτη και η Σαουλίδου άλλοτε από την περιφέρεια των δρωμένων και άλλοτε εντός, δήλωσαν δημιουργικά παρούσες.
Συμπέρασμα: μια παράσταση καλών φεστιβαλικών προδιαγραφών. Τη χάρηκα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
2/9/2012