Ένας πειρασμός αλλιώτικος



Κάποτε τα τερτίπια της υπηρέτριας Καλλιόπης στον «Πειρασμό» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, τα χαζοχαρούμενα σούρτα φέτα του ανδρικού πληθυσμού της οικογένειας Γεωργιάδη και οι παλιμπαιδίζουσες ερωτικές τους σαχλαμαρίτσες έκαναν τον κόσμο να γελά. Σήμερα δύσκολα συγκινούν. Εκτός και αν κάποιος επιλέξει να τους αλλάξει τα φώτα, επιλογή ιδιαίτερα δύσκολη, αν λάβει κανείς υπόψη του τα κατασκευαστικά υλικά που χρησιμοποιεί ο Ξενόπουλος.


Είναι γνωστό πως σ’ επίπεδο ιδεών ο Ξενόπουλος δεν ανήκει στους ανατροπείς της καθεστηκυίας τάξης. Είναι πολύ συντηρητικός για να τολμήσει να θίξει τα κακώς κείμενα, να προσβάλει τους βολεμένους θεατές του και τις προσδοκίες τους. Ναι μεν εκθέτει και διακωμωδεί με το γάντι, όμως στο τέλος, σαν υπάκουος αστός πολίτης που σκέφτεται διαρκώς τη δημόσια εικόνα και την ευρεία αποδοχή του, μεριμνεί ώστε όλα να επιτρέψουν εκεί που ήταν πριν αρχίσει η ιστορία.
Τίποτα δεν αλλάζει στα έργα του, και κυρίως οι γυναικείες φιγούρες, οι οποίες ανεβαίνουν στη σκηνή απλά και μόνο για να ξαναπαίξουν την «καταδίκη» τους (κι όχι να εξελιχτούν ως άτομα). Η υπηρέτρια θα παραμείνει εσαεί υπηρέτρια, οι άνδρες θα παραμείνουν κυρίαρχοι του παιχνιδιού και μάλιστα με το ελεύθερο να ξενοπηδάνε πού και πού, εφόσον η γκόμενα είναι χαμηλής τάξης και δεν θέτει σε κίνδυνο την ευταξία και ψευδοηθική του οίκου τους.
Είναι γνωστό ότι ο  Ξενόπουλος αντέγραψε τον Ίψεν στον τρόπο δόμησης των έργων του, δεν είχε όμως την τόλμη να πάει ένα βήμα παραπέρα και να αντιγράψει και τη θεματική του τόλμη, να φτιάξει μια αντίστοιχη Νόρα, ας πούμε, που δεν καταλαβαίνει τίποτα, βροντάει την πόρτα στα μούτρα του άντρα της και την κάνει, αφήνοντάς τον σύξυλο. Τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές δεν αρμόζουν στα πλάσματά του.
Στον «Πειρασμό», στο πρόσωπο και στο σώμα της υπηρέτριας Καλλιόπης,  συγκεντρώνεται όλη η δράση και η όραση. Είναι ένας κινούμενος στόχος που θέλγει και απωθεί, υπηρετεί αλλά και περίπου την  υπηρετούν οι άνδρες για να την κερδίσουν. Γνωρίζει επίσης πολύ καλά τους κώδικες συμπεριφοράς των αστών, γι’ αυτό και τους δουλεύει κανονικά μέχρι τελικής «ευτυχισμένης» πτώσης.
Παράσταση
Πώς αντιμετώπισε το υλικό του ο Φεζολλάρι για λογαριασμό του ΚΘΒΕ; Έχοντας απέναντί του την παλαιότητα του στόρι και το γεγονός ότι δεν βγάζει πια γέλιο, επέλεξε τη λύση μιας πιο στιλιζαρισμένης, παιχνιδιάρικης και εξωστρεφούς ανάγνωσης, αρχίζοντας από τη γεωγραφική μετατόπιση των δρωμένων. Αντί για τη ρεαλιστική σκηνή με τα γνώριμα πλαίσια και τη δεδομένη αισθητική, επέλεξε τους ανοικτούς χώρους του φουαγέ του Βασιλικού θεάτρου. Χρησιμοποίησε τις δύο μεγάλες σκάλες που οδηγούν στο μπαρ, με στόχο να ενισχύσει  τη χολιγουντιανή αύρα της ανάγνωσής του. Το ίδιο στόχο είχαν και τα επιλεγμένα τραγούδια και τα κοστούμια (της Αλεξίας Θεοδωράκη): δεκαετία 50s, με μια Καλλιόπη (Τζένη Θεωνά) να παίζει και να λικνίζεται αλά Μέριλιν Μονρό, παρασύροντας τα πάντα στο διάβα της. 
Ήταν σαφές πως η σκηνοθεσία ήθελε να απομακρύνει τα δρώμενα από τα γνώριμα κλισέ της ρεαλιστικής φαρσοκωμωδίας, ώστε να υπογραμμίσει τους θεατρινισμούς των μελών της οικογένειας, να ξεσκεπάσει την υποκρισία  και το ψευδοκαθωσπρεπισμό τους. Εξ ου και η επιλογή της λύσης του αφηγητή (Γιώργος Παπαγεωργίου), ο οποίος με τις συνεχείς παρεμβάσεις και τη διαδραστική του διάθεση ενίσχυε το κλίμα της μεταθεατρικότητας των δρωμένων και υπογράμμιζε τον απατηλό χαρακτήρα τους.


Ενστάσεις
Παρόλο που χάρηκα τις ανανεωτικές διαθέσεις της σκηνοθεσίας, δεν μπορώ να πω ότι μ’ έπεισαν απόλυτα. Και τούτο γιατί δεν πατούσαν γερά κάπου. Έμοιαζαν να αιωρούνται, ενίοτε ανεξήγητα. Ο Φεζολλάρι έκανε το ίδιο λάθος που είχε κάνει σκηνοθετώντας (πάλι για λογαριασμό του ΚΘΒΕ) το βραβευμένο έργο της Καρίνας Ιωαννίδου: αντί να κοιτάξει να δέσει το επιλεγμένο υλικό του, το άφησε να διαχέεται δεξιά και αριστερά, κάνοντάς το, ορισμένες φορές, να φαντάζει σαν πυροτέχνημα που έσκαγε εδώ κι εκεί απλώς για να ξαφνιάσει.  Από τη στιγμή που πήρε το ρίσκο να διαρρήξει τα συμπαγή τοιχώματα του ξενοπουλικού έργου, όφειλε να τ’  αντικαταστήσει αμέσως με κάποια άλλα, εξίσου πειστικά και ανθεκτικά, κι όχι απλά να τα τυλίξει σε αστραφτερό σελοφάν. Κάποτε πρέπει να καταλάβει πως δεν χωράνε όλα τα σκηνοθετικά τρικ σε μια παράσταση. Μια παράσταση έχει ανάγκη το εστιακό της κέντρο, ώστε όλα όσα γυρίζουν γύρω απ’ αυτό κάποια στιγμή να συγκλίνουν προς αυτό.

Συντελεστές
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου έδωσε χρώμα και ρυθμό με τις αφηγηματικές του σφήνες. Ήταν άνετος και επικοινωνιακός. Ως «Μήτσος» μόνο δεν έπεισε. Πολύ φλατ και άχρωμος. Η Εύη Σαρμή πληθωρική και αεικίνητη, έδειχνε να διασκεδάζει τη χαριτωμένη τυποποίησή της. Ομοίως και η Μαίρη Ανδρέου. Η Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη, όπου δεν χρειαζόταν να παίρνει πόζες βέκιας θεατρίνας, ήταν μια χαρά, εκεί όπου πόζαρε φόρτωνε το γκέστους της με περιττή έπαρση. Πελτέκης και Καραμφίλης με καλό τάιμινγκ και μπόλικη διάθεση να απατήσουν τις νόμιμες συντρόφους τους, ήταν εντός γενικότερου κλίματος, όπως ήταν (πάνω κάτω) και το υπόλοιπο καστ (Σπυροπούλου, Δισλής, Κοντόπουλος, Σαραφιανός).
Όσο για τη  πρωταγωνίστρια, τη  Τζένη Θεωνά, έπαιξε την ομορφιά της και με την ομορφιά της και ναι μεν ήταν αρκούντως θεατρινίστικη, δεν ήταν όμως αρκούντως θεατρική. Πάντως ήταν μέσα στα γεγονότα ως  δρώσα δύναμη.



Συμπέρασμα: μια παράσταση που ήθελε πολύ να είναι κάτι άλλο, αλλά δεν ξεκαθάρισε ακριβώς πώς. Πάντως, πέρα από τις όποιες επιφυλάξεις μου, θα σας πρότεινα να τη δείτε. Είναι φρέσκια  και ζωηρή.
11/08/2013