Αδέσποτες «Βάκχες» στο Θέατρο Δάσους








Καμιά δωδεκαριά καρέκλες, λίγες στοίβες σανού, ένα αλώνι, ένα μικρό εκκλησάκι-προσκυνητάρι και ένας κανονικός στύλος ηλεκτροφωτισμού (όλα με την υπογραφή της Εύας Νάθενα) ήταν τα συστατικά στοιχεία του περιβάλλοντος των «Βακχών» που είδαμε με την υπογραφή του Δημήτρη Λιγνάδη και σε παραγωγή του θεάτρου «Αργώ» στο σχεδόν γεμάτο Θέατρο Δάσους.  

Χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, είμαι βέβαιος πως οι περισσότεροι που έκαναν τον κόπο και ανέβηκαν μέχρις εκεί μέσα στο κατακαλόκαιρο δεν το έκαναν για ν ακούσουν τον μεγαλειώδη λόγο του Ευριπίδη να τους λέει ποιητικές «σοφίες», αλλά για ν’ ακούσουν τον Ρουβά να τραγουδά. Και είμαι επίσης βέβαιος ότι απογοητεύτηκαν φριχτά, γιατί ο αγαπημένος τους τροβαδούρος δεν τους έκανε το χατίρι να τραγουδήσει έστω και μία νότα. Έτσι πάνε στράφι τόσος κόπος, τόσα όνειρα και τόσα χρήματα.
Από την άλλη, ούτε οι θεατρικά πιο ενημερωμένοι πήγαν για να χαρούν ξανά την ευριπίδεια ποίηση, αλλά για να «διασκεδάσουν» με τον καταποντισμό του Ρουβά, ο οποίος, χωρίς εμπειρία και κατάλληλη παιδεία, είχε το θράσος να μπει σε ένα χώρο που δεν γνωρίζει και μάλιστα σε ρόλο πρωταγωνιστή. Και αυτοί μάλλον θα απογοητεύτηκαν, γιατί ο τραγουδιστής νεανικών ασμάτων μπορεί να μην εντυπωσίασε, μπορεί να μην πέτυχε απολύτως τίποτε ως υποκριτής, πέτυχε όμως ένα πράγμα: να μην εξευτελιστεί. Το πάλεψε να βγει από τη δοκιμασία τουλάχιστον αρτιμελής. Και γι’ αυτό και μόνο του αποδίδω τα εύσημα και τα …. ένσημα. Από κει και πέρα όμως, όπως είπα, τίποτα, υπό την έννοια ότι είτε ήταν είτε δεν ήταν στην παράσταση δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σημασία, επικοινωνιακή, αισθητική, ερμηνευτική ή άλλης μορφής. Θέλω να πω ότι θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του, με παρασάγγας καλύτερα προσόντα, συνεπώς και το εύλογο ερώτημα: προς τι αυτή η επιλογή, προς τι όλος αυτός ο αχρείαστος σαματάς;


Τραγουδιστής ή ηθοποιός;
 Ο Ρουβάς γνωρίζει να τραγουδά (ή να δίνει την εντύπωση πως τραγουδά). Αυτή και μόνον αυτή η ιδιότητά του συνιστά και τη δημόσια περσόνα του. Όταν τον καλείς, λοιπόν, να υποδυθεί ένα ήρωα-θεό που παρασύρει τον γυναικείο πληθυσμό με το λόγο και τις πράξεις τους, προφανώς και δεν του αφαιρείς το μοναδικό όπλο που διαθέτει. Δεν πας να τον κάνεις κάτι άλλο εν μία νυχτί.
Δεν του ζητάς ό,τι θα ζητούσες από έναν ηθοποιό με δοκιμασμένη δραματική παιδεία. Άσε τον άνθρωπο  να είναι αυτό που είναι (ή μπορεί) και με βάση αυτό πορεύσου, δηλαδή χτίσε μια παράσταση επάνω στην πραγματική (λαϊκή ή ψευδολαϊκή) ιδιότητά του, ώστε να λειτουργήσει και η αντιπαραθετική λογική των επιλογών και πρωτίστως το θέμα της θεατρικότητας. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι οι «Βάκχες» είναι ίσως το πλέον θεατρικό έργο που γράφτηκε ποτέ. Είναι ένα έργο που αγγίζει την ουσία των σχέσεων θεατή και θεάματος, εικόνας και πραγματικότητας, οικείου και αλλότριου. Και απ’ αυτήν την άποψη, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον εάν βλέπαμε πώς ενεργοποιείται (ή ακυρώνεται) η σχέση αυτή μέσα από την παρουσία ενός καλλιτέχνη με απήχηση σε ορισμένα στρώματα του πληθυσμού. Σε ποιο βαθμό η δημόσια εικόνα του καθορίζει και τη φυσιογνωμία της παράστασης; Ιδού το ζητούμενο.


Άστοχη σκηνοθεσία
Δυστυχώς δεν είδαμε τίποτε από όλα αυτά. Πέρα από κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις και υπόγειες προθέσεις, γενικά βρήκα τη σκηνοθεσία του Λιγνάδη άτολμη, κοινότοπη, χωρίς νεύρο και, κυρίως, χωρίς αίσθηση της «αλλότριας» θεατρικότητας. Η βασική φιλοσοφία γύρω από τα αντιθετικά ζεύγη που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος της μεταμοντέρνας και μεταδραματικής δημιουργίας, μπήκε στην παράσταση δίκην «ντεκόρ» (για τα μάτια και μόνο), δεν υποστηρίχτηκε, δεν έγιναν προτάσεις, δεν αναπτύχθηκαν σχέσεις ούτε αντιπαλότητες και δημιουργικές τριβές, με αποτέλεσμα όλα να φαντάζουν πυροτεχνήματα χωρίς ουσία και λόγο ύπαρξης. Δεν υπήρχε, δηλαδή, πίσω από όλες αυτές τις επιλογές ένα στέρεο κόνσεπτ που να τις αιτιολογεί και να τις συγκρατεί.
Λοιποί συντελεστές
Το δίδυμο Πατεράκη/Καρατζογιάννη (Τειρεσίας/Κάδμος) τόνισαν πιο πολύ τη φαιδρή εικόνα της κατάστασης και έβγαλαν γέλιο, ο καθένας ακουμπώντας στους προσωπικούς του υποκριτικούς κώδικες. Η Πατεράκη, σε έναν κόντρα ρόλο, έκανε τον Τειρεσία λιγότερο «φοβιστικό» από ό,τι τον έχουμε συνηθίσει. Δε νομίζω ωστόσο ότι ήταν μια από τις καλύτερές της εμφανίσεις. Έπαιζε λες και βρισκόταν σε θέατρο δωματίου. Όμως, σ’ ένα μεγάλο χώρο, όπως το Θέατρο Δάσους με τους 3000 θεατές, για να φτάσει η φωνή στα άνω διαζώματα απαιτεί ενέργεια, και αυτό της έλειπε. Το ρεαλιστικό παίξιμο του Καρατζογιάννη μύριζε από μακριά το γνώριμο στιλ του Θεάτρου Τέχνης.


Ο Πενθέας του Δημήτρη Πασσά, αν και πρόδιδε τάσεις προς το πομπώδες, σε γενικές γραμμές ήταν καλός. Ίσως ο καλύτερος. Προς το εύκολα υστερικό και τελικά άχρωμο η «Αγαύη» της καλής ηθοποιού Μαρίας Κίτσου. Εντελώς αδιάφορος ο Αγγελιοφόρος του Λιγνάδη. Δεν κατάλαβα γιατί επέλεξε αυτό το μπλαζέ ύφος να εξιστορήσει τα φοβερά συμβάντα. Για να τα κάνει λιγότερο φοβερά; Αν ήμουνα στη θέση του θα ξεχνούσα ότι έπαιξα ποτέ αυτό το ρόλο.
Οι χορογραφίες της Ασημακοπούλου αχρείαστα (σχεδόν ενοχλητικά) «υστερικές» και επιτηδευμένες. Συν τοις άλλοις, απέτυχε να εντάξει σωστά στο σώμα της παράστασης τα έγχρωμα σώματα, με αποτέλεσμα να φαντάζουν ως κάτι «εξωτικό» (διατυμπανίζοντας τη φολκλορική διαφορετικότητά τους).
Συμπέρασμα: μια παράσταση που δεν ήξερε πού ήθελε να πάει, με ποιους και πώς. Το μόνο παρήγορο είναι ότι μέρος των εισπράξεων πηγαίνει στο Σύλλογο Φίλων Παιδιών με Καρκίνο «Η Ελπίδα».


18/08/2013