Εμπορεύσιμες «Βάκχες»




Να το πούμε ωμά, χωρίς περιστροφές και περικοκλάδες: Οι περισσότεροι που πλήρωσαν για δουν τις ευριπίδειες “Βάκχες” σε σκηνοθεσία Δ. Λιγνάδη, δεν το έκαναν για ν’ απολαύσουν την ποίηση του αρχαίου ποιητή,  αλλά για ν’ ακούσουν τον Ρουβά να τραγουδά. Και είμαι βέβαιος ότι απογοητεύτηκαν, γιατί δεν τους έκανε τη χάρη. Δεν τους τραγούδησε ο αθεόφοβος ούτε μία νότα.

Όσο για τους πιο ενημερωμένους, εκείνους δηλαδή που ήξεραν και από Ευριπίδη και από «Βάκχες»,  πήγαν για να δουν τον Ρουβά να κατασπαράσσεται από τις  μαινάδες (όπως ακριβώς και ο Πενθέας) για την ύβριν που διέπραξε, δηλαδή να μπει σ’ ένα χώρο που δεν γνωρίζει. Και αυτοί υποθέτω πως απογοητεύτηκαν, γιατί είδαν ένα άτομο τουλάχιστο να προσπαθεί, οπότε πάει στράφι το ακόνισμα των μαχαιριών.
Για μένα το πρόβλημα της υπερβολικά (και ενοχλητικά) προβεβλημένης παράστασης δεν ήταν ο εν λόγω τραγουδιστής, αλλά η σκηνοθεσία στο σύνολό της. Με αυτό δεν  υπαινίσσομαι ότι δεν βρήκα κάτι που να μου αρέσει. Φυσικά υπήρχαν καλές και ενδιαφέρουσες στιγμές στην παράσταση, όπως υπήρχαν και καλές προθέσεις, όμως το τελικό αποτέλεσμα δεν νομίζω ότι δικαιολογεί τα όσα βαρύγδουπα διαβάσαμε στον Τύπο αναφορικά με τους στόχους του όλου εγχειρήματος.

Το βασικό πρόβλημα με τη σκηνοθεσία του Λιγνάδη είναι ότι ενώ ήθελε να διαβάσει το κείμενο με μεταμοντέρνους όρους, στην πορεία του προέκυψε μια περφόρμανς χωρίς εστιακό κέντρο και ξεκάθαρη άποψη. Η ιδέα να χρησιμοποιήσει μια φιγούρα (ταλαντούχα ή ατάλαντη είναι θέμα προσωπικό) από τον κόσμο της λαϊκής κουλτούρας στη θέση του Διονύσου δεν είναι καινούρια. Άλλωστε ένα βασικό στοιχείο της μεταμοντέρνας θεώρησης της ζωής έχει να κάνει με τη λαϊκή κουλτούρα και τις σχέσεις της με τη «σοβαρή» και «υψηλή», όπως και με τις σχέσεις ερασιτεχνισμού και επαγγελματισμού. Συνεπώς, απόλυτα ευθυγραμμισμένη με ήδη δοκιμασμένες πρακτικές η σκέψη του σκηνοθέτη. Όπως επίσης πολλαπλώς δοκιμασμένη και η έντονη παρουσία του φυλετικού στοιχείου — έγχρωμοι ηθοποιοί (από τη ΝΙγηρία) συμμετέχουν ενεργά στην παράσταση, ώστε να υπογραμμιστεί η φυλετική/εθνική ετερότητα που χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία των «οπαδών» (γκρούπις) του Διονύσου-σταρ. Ως εδώ όλα καλά. Τα ζόρια αρχίζουν στην τελική σύνθεση όλων αυτών των ετερόκλιτων στοιχείων, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο σε μια παράσταση/περφόρμανς που επί τούτου φλερτάρει με την «εκκέντρωση» και τη διασπορά, αλλά και με την έννοια της λαϊκότητας, και όχι μόνο. Για παράδειγμα, δεν είδα να δένουν δημιουργικά τα νεοελληνικά της μετάφρασης (του Γ. ΛΙγνάδη) και τα τσιτάτα από το αρχαίο κείμενο. Όπως έμπαιναν σφήνα στη ροή του λόγου, φάνταζαν σαν τρικ επίδειξης κι όχι σαν άποψη με ερείσματα μέσα στην ίδια την παράσταση. Το ίδιο θα έλεγα και για τη μουσική. Τη μια ραπ και αφρικανικά κρουστά (Μ. Αφολογιάν), την άλλη ελληνικό δημοτικό, μέχρι και ηπειρώτικα μοιρολόγια (αυτό από τη Γιώτα Βέη), χωρίς ωστόσο μια στέρεη βάση ώστε όλα αυτά τα ιδιώματα, να συνομιλούν διαπολιτισμικά χωρίς να αλληλοϋπονομεύονται. Όπως ήταν διαρθρωμένα στο πλέγμα της παράστασης λειτουργούσαν τις περισσότερες φορές κατά μόνας, Ο θεατής εισέπραττε ξεκάρφωτα σκηνοθετικά ευρήματα, τα οποία έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα και μετά εξαφανίζονταν κάτω από τον τρούλο του ουρανού, χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη πίσω τους για μια συνέχεια. Μεταμοντέρνο δεν σημαίνει και ξεχαρβαλωμένο. Ούτε το γνώριμο, anything goes. Το γεγονός ότι είναι φιλόξενο σε πολλούς λόγους και σώματα είναι από μόνο του πηγή ανησυχίας, γιατί δημιουργεί μια πολυεπίπεδη και πολυσημαίνουσα σκηνική πραγματικότητα, θα έλεγα «απειλητική», η οποία απαιτεί πολύ λεπτούς χειρισμούς ώστε να έχουν και συνέπεια και συνέχεια και καθαρότητα μέσα στον κερματισμό τους. Διαφορετικά καταλήγουν να φαντάζουν σαν ένα ναρκισσευόμενο και αυτάρεσκο θέαμα χωρίς σοβαρό λόγο ύπαρξης. Αφήνω δε τις μαινάδες που χτυπιoύνταν από ηδονή και λαγνεία λες και όλα στη ζωή τους είχαν να κάνουν αποκλειστικά με το αιδοίον τους και το πέος του θεού τους. Τέτοια ερωτική «γείωση» τραγωδίας δεν συναντούμε συχνά.


Όσο δε για το Ρουβά, σίγουρα δεν μας έδωσε κάποιο Διόνυσο που να θυμόμαστε. Ούτε θεωρώ πως έκανε την παράσταση να λάμψει, περιφερόμενος με το λευκό σωβρακάκι του. Εκείνο που εκτιμώ ότι τον τιμά είναι ότι έκανε αυτό που μπορούσε. Ως εκεί. Το πρόβλημα για μένα δεν είναι η παρουσία του αυτή καθ' εαυτήν στη σκηνή, αλλά η σοβαροφάνεια με την οποία την περιέβαλε (όπως και όλη την παράσταση) η σκηνοθεσία. Σε διάφορες δηλώσεις του ο σκηνοθέτης μιλά (μέσω Ελύτη) για επαναστατικές δυνάμεις που μας αποκαλύπτουν τη μαγεία του κόσμου και τη βαθύτερη πραγματικότητα, για αισθήσεις που κινητοποιούνται προς μιαν αδοκίμαστη κατεύθυνση και σε μια Ελευθερία που είναι αντίθετη προς όλες τις εξουσίες, την ίδια στιγμή που ο ίδιος στην πράξη κάνει το διαμετρικά αντίθετο, παραδίδεται αμαχητί στη Εξουσία του ταμείου, γιατί αν δεν ήταν αυτό, γιατί να ρισκάρει μ’ ένα άτομο του οποίου οι μόνες  μεταμορφωτικές ικανότητες έχουν να κάνουν με το πλάσιμο και το πλασάρισμα της δημόσιας εικόνας του ως τραγουδιστής μιας συγκεκριμένης αισθητικής (ή σχεδόν αισθητικής); Ο σκηνοθέτης μιλά για «ακραίο» εγχείρημα, και διερωτώμαι πού είδε την «ακρότητα» σε κάτι παντελώς κοινότοπο; Μιλά για αθωότητα γεμάτη επαναστατικές δυνάμεις (όλα αυτά μέσω Ελύτη), τη στιγμή που το εγχείρημα ούτε από αθωότητα χαρακτηρίζεται ούτε από επαναστατική διάθεση.

Συμπέρασμα: Είναι ένα εγχείρημα που πουλά «Βάκχες», δεν ερμηνεύει «Βάκχες». Και αυτό δεν είναι κακό (πολλώ δε μάλλον όταν μέρος των χρημάτων στηρίζει ένα σοβαρό κοινωνικό έργο). Στραβώνει όταν προσπαθείς να το διανθίσεις με «ελυτικούς» και ελιτίστικους ελιγμούς.
11/08/2013