Η περφόρμανς της βίας: Τα «47α Δημήτρια» στο «Άνετον»




 Η ζωή σήμερα μοιάζει μ’ ένα κολάζ διάσπαρτων εικόνων, λόγων, ήχων. Κινείται σε ρυθμούς ζάπινγκ, με τα ερεθίσματα ν’ αλλάζουν  σε χρόνο ντε τε, χωρίς τη δυνατότητα εκλογίκευσής τους. Γι’ αυτό με γοητεύει η προσπάθεια των νέων καλλιτεχνών να σχολιάσουν τη ζωή ή στιγμιότυπά της, μέσα από θραύσματα. Παρακολουθώ τον τρόπο που επιχειρούν να διαχειριστούν όλη τούτη την ατίθαση διασπορά, τη χωροχρονική όσο και εννοιολογική. Δεν επιτυγχάνουν πάντα. Αραιά και πού. Το καταλαβαίνω.
Δεν είναι εύκολο πράγμα να χτίζεις επάνω σε μια κινούμενη άμμο σημείων. Όταν δεν υπάρχει η σταθερά του δομημένου μύθου από κάτω, όταν όλα πηγαινοέρχονται δεξιά και αριστερά αρνούμενα να υποταχθούν σε κάποια «αυθεντία», αντιλαμβάνεται κανείς ότι η εμπειρία της θέασης είναι μια περιπέτεια, υπό την έννοια ότι απαιτεί μια άλλη λογική και μια άλλη προσέγγιση. Εάν κάποιος επιμένει αριστοτελικά, σίγουρα θα τα απορρίψει, κι αυτό θα είναι άδικο, γιατί αυτά δεν μπορούν ν’ αξιολογηθούν με τους νόμους και τους κανόνες της γνώριμης και τακτοποιημένης αισθητικής. Το θεατρικό παιχνίδι έχει πάρει πια τις διαστάσεις ενός παιχνιδιού χωρίς τον ιλουζιονισμό της «άλλης» διάστασης. Και αυτή η μετατόπιση απαιτεί, εκ μέρους του θεατή, την απαιτούμενη γενναιοδωρία και ετοιμότητα. 
Οφείλει ν’ αφήσει την παράσταση ή την περφόρμανς να τον πείσει ως προς το τι επιδιώκει να κάνει. Εάν τα σκηνικά τεκμήρια δεν είναι πειστικά, τότε ναι, μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε κριτική.
Με βάση όλα αυτά, λοιπόν, εκτιμώ πως αυτό που επιχείρησε να πετύχει η περφόρμανς «Με χτύπησε στις 2:45», που είδαμε στη σκηνή του «Άνετον» στο πλαίσιο των «Δημητρίων, σκηνοθετημένη από την Ελένη Ευθυμίου  (για λογαριασμό της Πειραματικής Σκηνής),  το πέτυχε. Από ένα δεκάλεπτο δρώμενο που ήταν, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης τον Ιούνιο του 2012, έφτασε τα ενενήντα λεπτά σήμερα, με προοπτικές και για παραπάνω.
Γυναίκες και περφόρμανς
Πυρήνας της περφόρμανς, η κακοποίηση, ένα ζήτημα που κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες στην ατζέντα του γυναικείου (κυρίως) θεάτρου (ενδεικτικά βλ. τη δουλειά των Σνήμαν, Ρόζενταλ, Τζόνας, Σπρινκλ, Φίνλεϋ,  Χιουζ, Αμπράμοβιτς και, πιο πρόσφατα, Ένσλερ –να σας θυμίσω τα έργα της «Αιδοίων μονόλογοι» και «Το σώμα»). Πρώτες οι γυναίκες στράφηκαν στις έννοιες του φύλου και του γένους, ώστε να ανατρέψουν  παγιωμένες ουσιοκρατικές αντιλήψεις, και να προβάλουν την ιδέα ότι όλα είναι κοινωνικές κατασκευές που υπηρετούν τη λογική ενός εξουσιαστικού παιχνιδού (εν προκειμένω ανδρικού) και μιας, επίσης, εξουσιαστικής ιδεολογίας του βλέμματος.
Αυτή ακριβώς η υλιστική αντιμετώπιση του πάσχοντος σώματος έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις και νέων τρόπων δραματοποίησης. Έχουν καταργηθεί οι γνώριμες λύσεις τακτοποίησης και ιεράρχησης σωμάτων, κλιμακώσεων, εντάσεων και συγκρούσεων. Τώρα βλέπουμε πιο πολύ να απελευθερώνεται ενέργεια μέσα από τα σημεία παρά η λογική μιας συνέχειας. Όπως οι λέξεις, έτσι και τα σώματα στέκονται ως αυτόνομες μονάδες μέσα στο σύνολο της σκηνικής σύνθεσης και προβάλλουν, με εντυπωσιακή αμεσότητα, τη γυμνή αλήθεια, που συχνά δεν έχει να κάνει μόνο με την κακοποίηση του γυναικείου σώματος, αλλά, και σ’ ένα βαθμό, και του ανδρικού, το οποίο πολλοί σύγχρονοι άνδρες θεωρητικοί και καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν πλέον ως θύμα, θέλοντας να τονίσουν ότι και ο άνδρας αναγκάζεται να υποδυθεί ρόλους (του εξουσιαστή) που δεν συνάδουν με τις πιο βαθιές του ανάγκες.
Η πολυφωνία της βίας
Η Ευθυμίου έστησε μια πολυφωνική και πολυπρισματική παράσταση, ενσωματώνοντας με επιτυχία δάνεια στοιχεία από τις σύγχρονες τάσεις στον χώρο της περφόρμανς, όπως το μετωπικό παίξιμο, η μπρεχτική αποστασιοποίηση, το θέατρο αυτολεξεί (ad verbatim), το θέατρο-ντοκουμέντο (docudrama), το αφηγηματικό θέατρο, τα χορικά ιντερμέδια κ.λπ. Πήρε υλικό από το βιβλίο της Eléonore Mercier «Je suis complètement battue» («Με χτύπησε παντού»), το οποίο αποτελεί μία επιλογή από ένα σύνολο 1600 περίπου τηλεφωνικών κλήσεων που είχε δεχτεί η συγγραφέας όταν εργαζόταν σε τηλεφωνική γραμμή άμεσης βοήθειας, με θέμα την ενδοοικογενειακή βία, όπως επίσης και από την ποίηση του Μποντλέρ και τα κείμενα του Μπαρτ και με τη συνεργασία ενός κεφάτου τιμ, αποτελούμενο από λίγους έμπειρους (βλ. Χατζηιωαννίδου, Δημοπούλου και Μαυρόπουλος), πολλούς νεότερους (βλ. Παλιόγιαννης, Αντωνίου, μεταξύ άλλων), αλλά και ερασιτέχνες ηθοποιούς (τα μέλη του χορού), συνύφανε μια σειρά από πυρπολημένες εικόνες που στραφτάλιζαν σαν δορυφόροι γύρω από το θέμα που απασχολούσε, φωτίζοντάς το από ποικίλες γωνίες, ορισμένες από τις  οποίες βρήκα αρκούντως ευφυείς και σκηνικά λειτουργικές και κάποιες άλλες (λίγες, ομολογώ) μάλλον άσφαιρες, καθότι πολυχρησιμοποιημένες.
Μια υποσχόμενη σκηνοθεσία
Μου άρεσε το ότι η σκηνοθεσία άφησε τη βία να προσγειώνεται αδιακρίτως επάνω σε σώματα χωρίς όνομα και χωρίς επαγγελματική ταυτότητα (πλούσιοι; φτωχοί; αδιάφορο). Αυτή η «αποπροσωποποίηση» την έκανε λιγότερο «αισθησιακή» (θα ήταν λάθος εάν πήγαινε προς τα κει), αλλά πιο αδυσώπητη, διάσταση που στήριζαν και τα χορικά ιντερμέδια, τα οποία έμπαιναν σαν σφήνα στα «πάσχοντα» δρώμενα και ανέβαζαν κατακόρυφα τα ντεσιμπέλ της έντασης και της απόγνωσης.
Μπορεί η περφόρμανς, θεματικά και αισθητικά, να μην είχε κάτι καινούριο να μας πει, όμως ως σύνολο ήταν ένα καλοδουλεμένο εγχείρημα με το δικό του ρίσκο. Η σκηνοθεσία της νεαρής Ευθυμίου έδειξε, με τον τρόπο που «έδεσε» αυτό το διάσπαρτο υλικό, ότι έχει τη ματιά σκηνοθέτη. Πιστεύω πως στην πορεία, όταν θα ολοκληρώσει τη γνωριμία της με τα νέα ρεύματα και την επιθυμία της να τα μιμηθεί (αναπόφευκτο και χρήσιμο), θα μας ξαφνιάσει.
Συμπέρασμα: μια περφόρμανς στην οποία όλοι πίστεψαν και αυτό φάνηκε και στο χειροκρότημα.

4/11/2012