Λίγο γέλιο πολλές ρυτίδες: Η «Μαντάμ Σουσού» στο Βασιλικό θέατρο Το εφήμερο της κωμωδίας


Η θεατρική κωμωδία, σε αντίθεση με το δράμα, δεν αντέχει στον χρόνο. Πάρτε τον Αριστοφάνη, για παράδειγμα. Το ότι γελάμε ακόμη με τους «Αχαρνής» και τις «Εκκλησιάζουσές» του, οφείλεται πιο πολύ στις λύσεις που σκαρφίζονται οι μεταφραστές τους, παρά στα ίδια τα πρωτότυπα δρώμενα. Ένας Αριστοφάνης που δεν είναι...
«πειραγμένος» δύσκολα βγάζει γέλιο, γιατί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι αναφορές του σε πρόσωπα και πράγματα της αρχαίας Αθήνας δεν αγγίζουν κανένα.
Η κωμωδία έχει άμεση σχέση με το ύφος, το ήθος, τα ήθη και τα έθιμα κάθε ιστορικής στιγμής. Δεν γράφεται ποτέ στο κενό. Έχει εξ υπαρχής ένα συγκεκριμένο αποδέκτη κατά νου. Και ο εκ Τραπεζούντος του Πόντου ορμώμενος Δημήτρης Ψαθάς, για παράδειγμα, ευλογημένος μάστορας του κωμικού λόγου, έγραψε αξιομνημόνευτα σατιρικά έργα που ήταν παράγωγο και συνάμα σχόλιο μιας συγκεκριμένης ελληνικής πραγματικότητας, εκείνης των χρόνων 1940-1970 περίπου. Γέλασε κόσμος και κοσμάκης με τα «στραβόξυλά» του, τους «βλάκες» του, τους «αφελείς», τους «ψεύτες» και τους «ατσίδες» του. Διερωτώμαι, όμως, κατά πόσο αυτός ο αστείος, άλλοτε φαιδρός και άλλοτε αξιολύπητος κόσμος του, μπορεί ακόμη να συγκινήσει. Στην κατάμεστη αίθουσα του Βασιλικού Θεάτρου δεν είδα πολλούς νέους. Αλλά ούτε και άκουσα το γέλιο εκείνων που ήταν εκεί. Ποιος φταίει, άραγε, η παράσταση, το έργο ή η ηλικία;

Η  «Μαντάμ Σουσού» δικαίως διεκδικεί μια καλή θέση στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου. Δεν είναι δα ασήμαντο το ότι από μόνη της κατάφερε να δημιουργήσει μια τέτοια παράδοση, που ανάγκασε, κάποια στιγμή, τον ίδιο τον Ψαθά να την «πεθάνει», για να σταματήσει το σούσουρο γύρω από το όνομά της. Εις μάτην, όμως. Η Σουσού, μόλις ξεπόρτισε, έγινε μια ανεξάρτητη φιγούρα που έκανε του κεφαλιού της, τη μια πυργοδέσποινα στο φτωχικό Βούθουλα (κατά την ίδια, «Μπύθουλα») και, την άλλη, πρώτη στις αγαθοεργίες στο αριστοκρατικό (από τότε) Κολωνάκι.
Η Σουσού είναι αυτό που οι συνθήκες της εποχής δεν θα επέτρεπαν ποτέ σε ένα κορίτσι των δικών της καταβολών να είναι. Έτσι το μόνο που της απομένει είναι να φαντάζεται ότι είναι. Και κάποια στιγμή, όταν γίνεται αυτό που ονειρεύεται, ιδού: σουλούπι σπαρταριστό, ύφος επιβλητικό, κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, καπελάκι στην κορφή του κεφαλιού, ύφος και βλέμμα ανάλογα με την περίσταση. Τρελή, ματαιόδοξη, βλαξ, μεγαλομανής, δυστυχής, όλα στεγασμένα κάτω από ένα όνομα αρκούντως γαλλοπρεπές (που ήταν πολύ της μόδας την εποχή εκείνη, δηλαδή το 1939).
Συντελεστές
Κύριο χαρακτηριστικό της σκηνοθεσίας του Γιώργου Αρμένη στην παράσταση του ΚΘΒΕ στο Βασιλικό Θέατρι, η πειθαρχία. Όλα στημένα με προσοχή, τάξη και ασφάλεια. Ούτε σουσουδίσματα ούτε ξεσαλώματα. Αλλά να πούμε και αυτό: ούτε ψυχή ούτε φαντασία. Μπορεί να φταίει η πρεμιέρα, όμως κάποια πράγματα ήταν προφανή. Για παράδειγμα, η καθοριστική πρώτη σκηνή ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά. Γιατί κράτησε τόσο; Όλα θα μπορούσαν να ειπωθούν με ευθύβολες ριπές μέσα σε λίγα λεπτά. Όσο πιο πολύ τραβούσε το κουβεντολόι της κυρά-Κατίνας με τον Παναγιωτάκη, άλλο τόσο πύκνωνε η αμηχανία και ξενέρωνε η ατμόσφαιρα. Κακό ξεκίνημα που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Δεν ξέρω, όμως, πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί το νυσταλέο παίξιμο των περισσότερων ηθοποιών, με πιο θαμπό από όλους το  Βασίλη Ευταξόπουλο. Ούτε ίχνος ενδιαφέροντος γι’ αυτό που έκανε. Μια άνοστη ερμηνεία που καλά θα κάνει να τη ξεχάσει. Άνευρος, επίσης, και ο, ικανός για πολύ περισσότερα πράγματα, Δημήτρης Σιακάρας. Έμπαινε, διεκπεραίωνε με ολύμπια αταραξία ό,τι ήταν να διεκπεραιώσει, και άντε γεια. Σαν να μην ήταν εκεί, στο σπίτι της μαντάμ, ο γραφικός τροχονόμος της ματαιοδοξίας της. Ομοίως και ο, κατά τι πιο γκροτέσκ, Στέργιος Τζαφέρης (Τεό), όπως και ο ταλαντούχος Κ. Χατζησάββας: ήταν παρόντες την κατάλληλη στιγμή, αλλά χωρίς καμιά σημασία. Δεν αξιοποίησαν τα όποια περιθώρια των ρόλων τους. Η Θάλεια Σκαρλάτου φορτώθηκε την άτυχη πρώτη σκηνή και ξεχάστηκε. Τα μπες βγες του «Κοκό» (Καρτόκης), πέρασαν και δεν έγραψαν. Γενικά, οι ηθοποιοί έκαναν αυτό που τους ζήτησε η σκηνοθεσία, αλλά δεν έκαναν απολύτως τίποτα που να μαρκάρει τη σκηνική τους παρουσία και να τους θυμόμαστε. Απούσες παρουσίες.
Όσο για τη Φωτεινή Μπαξεβάνη, έδειχνε τρακαρισμένη και αβέβαιη στην πρεμιέρα. Έδινε την εντύπωση πως έπαιζε ακόμη με την ανάμνηση της Λωξάνδρας, γεγονός που τη βραχυκύκλωνε. Η μαντάμ Σουσού είναι ένα πλάσμα ιδιαίτερο, πολύ μόνο μέσα στις επιλογές και τη πνευματική της αρτηριοσκλήρωση. Θέλει ειδική μεταχείριση. Η Μπαξεβάνη είναι έξυπνη ηθοποιός και πιστεύω πως είναι θέμα χρόνου να αφήσει (εάν δεν το ΄χει κάνει ήδη) την κουζίνα της Πολίτισσας Λωξάντρας και να μπει με αξιώσεις στο σαλόνι της Σουσούς. Τέλος, ο Κώστας Σαντάς έπαιξε τον Παναγιωτάκη με όλες τις εντάσεις και τις αποσυμπιέσεις που ζητούσε ο ρόλος. Δεν υπερέβαλε εαυτόν, δεν κατέφυγε σε γνώριμες πόζες και λαϊκίστικες μούτες για να αρέσει. Κωμικός όπου έπρεπε, δραματικός επίσης, συγκίνησε μέσα από την απλότητα και την καθαρότητα των μέσων του. Αισθάνομαι πως είναι καιρός να δώσει προτεραιότητα σε ρόλους που θα τον οδηγήσουν για λίγο μακριά από την κωμωδία. Θα τον ανανεώσουν, απεγκλωβίζοντάς τον από την κωμική του μανιέρα.
Χάρηκα τη δροσιά και τα νιάτα των τριτοετών σπουδαστών της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ. Κάθε φορά που έμπαιναν αξιοποιούσαν με το κέφι τους όλα τα περιθώρια που είχαν.
Συμπέρασμα: μια παράσταση μετρημένη, αλλά χωρίς νεύρο και φαντασία. Εάν δεν έχετε πολλές απαιτήσεις, μπορεί να διασκεδάσετε.

4/3/2012