Εικόνες, σώματα και θραύσματα: Ένα ταξίδι με την Έλενα





Η Έλενα Πέγκα δείχνει και είναι νέα, όμως στο θέατρο και γενικά στον κόσμο της γραφής, μετράει κάποια χρόνια. Εάν δεν απατώμαι πρέπει να είναι κοντά στα 25, εάν θεωρήσουμε  το διήγημα «Αυτή θερινή» από τις εκδόσεις Άγρα, ως το επίσημο ντεμπούτο της στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή (το 1986).
Στο θέατρο κάνει αισθητή την παρουσία της λίγα χρόνια αργότερα, όταν επιλέγεται να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην 7η Μπιενάλε Νέων Δημιουργών στη Λισαβώνα το 1994 με το έργο «Ένας βασιλιάς που ακούει» (πρώτη παράσταση στον Φούρνο). Και για να ‘μαι ειλικρινής, τότε ακούω για πρώτη φορά το όνομά της. Τότε μαθαίνω κάποια πράγματα και για τη δημιουργική της πορεία στην Αμερική, όπου είχε δει ορισμένα από τα αγγλόφωνα έργα της να παίζονται από σχήματα του εναλλακτικού χώρου της Νέας Υόρκης, του Σαν Φρανσίσκο και του Λος Άντζελες, κάτι όχι ιδιαίτερα διαδεδομένο, δυστυχώς, ανάμεσα στoυς συγγραφείς μας, τους οποίους ακόμη πνίγει η απομόνωση και η έλλειψη επαφών με τη διεθνή σκηνή.


Το 1998 βλέπω για πρώτη φορά τη δουλειά της, όταν ανεβαίνει στο Αμόρε --που εκείνη την εποχή ήταν η κυψέλη της νέας ελληνικής δραματουργίας-- το «Βαλς εξιτασιόν», έργο με τραγούδια και μουσική, που γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης του Θεάτρου του Nότου και  του ΔHΠEΘE Bόλου, σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά και Έφης Θεοδώρου. Ένα διονυσιακό πόνημα με μια ιδιαίτερη αύρα, θα τολμούσα να πω ξένη προς το ελληνικό θέατρο. Ένα σκηνικό καλειδοσκόπιο διεμβολισμένο από μια αλλιώτικη διάθεση και αισθητική χροιά, μια γενικότερη αύρα πιο κοσμοπολίτικη, ανοικτή, φιλόξενη σε σώματα, σε αισθήματα, εντάσεις, σε είδη και ιδέες, σώματα και δέρματα.
Στην πορεία άρχισε να με γοητεύει και να με «ιντριγκάρει» ταυτόχρονα, η ατίθαση γραφή της, η περίεργη ματιά της, ο μεταμοντέρνος υπερνατουραλισμός της (ναι, ακριβώς έτσι), η ροή της σκέψης της, τα σκαμπανεβάσματα των διαθέσεών της, η λοξή ματιά της στα γεγονότα, στα άλλα κείμενα, στις άλλες τέχνες (χορός, κινηματογράφος, φωτογραφία, εικαστικά), όλο αυτό το ατέρμονο, υβριδικό παιχνίδι μπροστά και πίσω από την ατάκα, μπροστά και πίσω από τα σώματα, αυτό το μπες βγες στους ρόλους, οι ανισόπεδες διαβάσεις, το συνεχές ζάπινγκ στη ζωή, το πονηρό κλείσιμο του ματιού στον θεατή, το «τώρα με βλέπεις τώρα όχι», η κοινωνική, η έμφυλη και πολιτική της ευαισθησία, όλη αυτή η επίμονη και επίπονη διελκυστίνδα ανάμεσα στο νόημα και την ακύρωσή του, ανάμεσα στο διάφανο και το σκοτεινό, το δράμα και την κωμωδία, το πρόσωπο και το προσωπείο. Όπως στη ζωή: φως και σκοτάδι ταυτόχρονα.
Είτε από τη θέση του θεατή είτε του αναγνώστη, μου αρέσει γενικά η γραφή που αρνείται να «κλείσει», να οριστικοποιήσει, που αρνείται να στρογγυλέψει τα μηνύματα, που αρνείται να μασήσει την  τροφή της, που επιμένει να πορεύεται απορώντας. Μ’ αρέσει η γραφή που δοκιμάζει τις αναγνωστικές μου συνήθειες και προκαταλήψεις. Μ’ αρέσει η γραφή που εκδηλώνει διαρκώς την επιθυμία της να με ξεγελάσει με παρακαμπτηρίους, με υπόγειες διαδρομές, με παγίδες και απρόσμενες σημάνσεις. Είναι μια δημιουργική πρό(σ)κληση. Ένα ραντεβού στα τυφλά.  Κι όπου βγάλει.


Βέβαια, δεν κλήθηκα εδώ να μιλήσω για τη θεατρική συγγραφέα, την Έλενα του «Η Νέλι βγάζει βόλτα τον σκύλο της», «Οι καινούριοι μας φίλοι», «Όταν χορεύουν οι Go Go Dancers, 2002», «Νάρκισσος, 2011», «Η γυναίκα του Γκόρκι, 2011», «3-0-1 ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, 2000) κ.ά., αλλά για την Έλενα την πεζογράφο/διηγηματογράφο. Μόνο που εκτιμώ πως η Έλενα πεζογράφος δεν διαφέρει και πολύ από την Έλενα δραματική συγγραφέα, τουλάχιστον αν σταθεί κανείς στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα», που μόλις κυκλοφόρησε σε μια καλαίσθητη έκδοση από την πάντα προσεγμένη « Άγρα».
Τριάντα έξι συνολικά στάσεις --με τη θεατρική ορολογία θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για σκηνές ή ταμπλώ βιβάν-- απαρτίζουν αυτό το τρελό οδοιπορικό, που σε μεταφέρει από την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, τη Θάσο, τη Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο, την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Υόρκη, το Μόναχο, το Βελιγράδι, το Τορίνο, τη  Δήλο, τη μια με  τρένο, την άλλη με αεροπλάνο, με αυτοκίνητο, ποδήλατο, δεν έχει σημασία.  Σημασία έχει η κίνηση, η συνεχής και ανελέητη και η καταγραφή εντυπώσεων. Μια καταγραφή που μοιάζει με ένα κομπολόι της ζωής από πολύχρωμες χάντρες που κρύβουν μέσα τους μικρές μικρές ωρολογιακές βόμβες, που ενεργοποιούνται κάθε φορά που αρχίζουν να μετακινούνται πέρα δώθε. Εκεί που νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες, να ‘σου κι έρχεται η καλά προσχεδιασμένη έκρηξη από την πυροτεχνουργό-συγγραφέα-σκηνοθέτιδα, που ακυρώνει τα συμπεράσματά σου, τη γραμμικότητα της σκέψης σου, τις βεβαιότητές σου και σε τραβάει αλλού, για να σε ξεγελάσει πάλι.

Ορίστε ένα σύντομο παράδειγμα από τη «Ζώνη» (σελ. 39):
…Βρίσκεσαι στο Τορίνο. Τριγυρνάς με ποδήλατο…. Με το ποδήλατο κάνεις βόλτες γύρω γύρω. ..Γυρίζεις γύρω γύρω αργά πολύ αργά  σε ένα φλας μπακ μέσα. …Όλα έχουν παλιώσει. Δες τι πολλά φορέματα. Φόρεσέ τα όλα φόρεσέ τα. Το ένα πάνω στο άλλο. Ανέβα έτσι πάνω στο ποδήλατο. Συνέχισε. Δεν μπορείς να σταματήσεις. Φόρεσε τη ζώνη. Σφίξτην γύρω από τα φορέματα. Κάνε ποδήλατο γύρω από σένα από τα φορέματα γύρω από τη ζώνη. Σφίξτην. Κοίτα το ποτάμι. Σφίγγει την πόλη. Συνέχισε. Δεν μπορείς να σταματήσεις.
Λόγος κοφτός, χωρίς λιλιά, χωρίς φλυαρίες. Αυτός είναι ο λόγος της Έλενας, γενικά: ακριβής και συνάμα υπούλως ανακριβής. Ειδικός και συνάμα σκόπιμα γενικός. Λογικός και ταυτόχρονα παράλογος. Αυθεντικός και συνάμα εντελώς, μα εντελώς (και επιμελώς) υβριδικός. Άμεσος και συνάμα έξυπνα επαναληπτικός. Σαν τον μοντερνισμό της Γκέρτρουντ Στάιν. Αλλά και σαν τον μεταμοντερνισμό πολλών σύγχρονων Αμερικανών δραματικών συγγραφέων, που άφησαν ευδιάκριτα τα ίχνη τους επάνω στη γραφή της.
Πώς ν’ ανέβεις σ’ αυτό το roller coaster που σε ταξιδεύει χωρίς κάποιο δίκτυ ασφαλείας; Σαν βαγονέτα φορτωμένα εικόνες που πάνε πέρα δώθε επάνω σε ράγες στρωμένες από λέξεις που απλώνονται ηδονικά μπροστά σου και φτιάχνουν το τοπίο της δράσης (και της απόδρασης); Πώς κουμαντάρεις τα ηχοχρώματα όλων αυτών των αισθήσεων και παραισθήσεων;
Μολονότι δεν ήταν στις προθέσεις μου, κατέληξα να διαβάσω το βιβλίο αυτό με καθαρά δραματικούς όρους. Ή, μάλλον θα έλεγα, πως οδηγήθηκα από τη συγγραφέα και σκηνοθετιδα (έχει σημασία) να το διαβάσω όπως αυτή ήθελε. Η ίδια η δομή, η διάρθρωση, η ματιά  και η γενικότερη ατμόσφαιρα, μου επέβαλαν και το αναγνωστικό μου δρομολόγιο. Με έβαλαν στη θέση του θεατή. Με έκαναν να παρακολουθώ τα μικρά γεγονότα της ζωής κάποιων άλλων, του «Θαλή», του «Αριστοτέλη», της «Άγνωστης συγκάτοικου», κάποιου «Ρουμάνου», κάποιου «Σλοβένου ποιητή», να περνούν από μπροστά μου, να χαϊδεύουν την όραση και τ’ αφτιά μου και μετά να εξαφανίζονται στην ομίχλη του χρόνου, όπως ακριβώς γίνεται και στο θέατρο, που υπάρχει όσο υπάρχουν φώτα και ένα ζευγάρι μάτια να παρακολουθούν. Μόλις σβήσουν τα φώτα πεθαίνει, για να επανέλθει την επομένη, πάντα διαφορετικό και πάντα έτοιμο να μας ξανασυγκινήσει πριν ξαναπεθάνει. Όλα σε μια κατάσταση διαθεσιμότητας.
Διαβάζουμε στο «Γυναικείο γυμνό» (σελ. 42):
….Η τηλεόραση ανοιχτή. Παίζει γεγονότα καταστροφής και πολέμου. Δείχνει σκηνές. Πλάνα μακρινά, πλάνα κοντινά. …Νεκρά κορμιά. Αίμα.
Η γυναίκα έβγαλε τη μπλούζα της και το σουτιέν της, έβγαλε το στήθος της στη νύχτα, και κοιμήθηκε. Ονειρεύεται. Ένα μεγάλο πάρκο με μια λίμνη. Και πολλές πάπιες.
Μια πάπια ορμά πάνω σε μια άλλη, την καβαλικεύει την άλλη, την δαγκώνει απανωτά στο σβέρκο την άλλη. Την έχει βάλει κάτω και της ξεσκίζει τον λαιμό. Ώσπου τη σκοτώνει.

Απόλυτα ρεαλιστικά. Απόλυτα σουρεαλιστικά. Με μπόλικες στροφές, αλλά χωρίς περιστροφές. Γι’ αυτό, αντί του τίτλου που επέλεξε να δώσει η συγγραφέας στο βιβλίο της, θα μπορούσε κάποιος να το τιτλοφορήσει, για δικούς του, καθαρά εγωιστικούς και αναγνωστικούς λόγους, «ταξιδεύοντας με την Έλενα». Εγώ συμπύκνωσα αυτό το ταξίδι σε τρεις λέξεις, που δίνουν και τον τίτλο στην ανακοίνωσή μου: «Εικόνες, σώματα, θραύσματα». Τρεις λέξεις διόλου τυχαίες και διόλου αποκλειστικό σύμπτωμα της ανάγνωσης του παρόντος τόμου. Είναι οι πρώτες λέξεις που μου καρφώνονται στο μυαλό, κάθε φορά που διαβάζω ή παρακολουθώ στη σκηνή κάποιο έργο της Έλενας. Νιώθω σαν κάποιος να με παίρνει σ' ένα ταξίδι  απρόβλεπτο, παιχνιδιάρικο, υβριδικό, γεμάτο κούρβες, λακκούβες, ανισόπεδες διαβάσεις, αλλά και επιθυμίες, ένα ταξίδι σε άγνωστα διαμερίσματα, σε πάρκα, πόλεις, δρόμους και στενοσόκακα, ένα πηγαινέλα κάπου εκεί πέρα, ένα απροσδιόριστο κάπου, δηλαδή παντού, δηλαδή πουθενά. Στη σκηνή του κόσμου. Ένα αστικό Theatrum mundi. Μεταμοντέρνο. Πολυπολιτιστικό. Επιτελεστικό.
 Ορίστε  ένα ακόμη απόσπασμα από το «Γαλλικό» (σελ. 48):
…στην εθνική οδό Αθήνας Θεσσαλονίκης…. Ξεχασμένα ντράιβ-ιν για κρυφούς έρωτες… Κανείς δεν  μένει πάνω στην Εθνική οδό….Πάνω στον δρόμο, ίσως να μην αντιλαμβάνεται κανείς τη διάρθρωση του κόσμου όπως έχει. Στα σημεία που μας πηγαίνει ο αυτοκινητόδρομος ζούνε άνθρωποι πολλοί μαζί. Όλοι μαζί ζούμε την διάρθρωση του κόσμου όπως έχει.
Δεν είναι τυχαία όλα αυτά. Η  Έλενα έμαθε, από την εμπειρία της στο θέατρο, τι πάει να πει παρακολουθώ, βλέπω, παρατηρώ, κοιτάω, αφουγκράζομαι. Ξέρει πώς λειτουργεί η αισθητική της κλειδαρότρυπας. Ανοίγει λιγάκι το διάφραγμα της κάμεράς της, ίσα ίσα να μπουν μέσα στο κάδρο κάποια θραύσματα, ζουμάρει επάνω τους ίσα ίσα για να προλάβουμε να τα δούμε και μετά τα αφήνει να χαθούν στην ομίχλη της ζωής. Και μετά σε πάει αλλού. Σε χώρους κλειστούς, σε χώρους ανοιχτούς, σε χώρους δημόσιους, σε χώρους ιδιωτικούς. Οπουδήποτε. Αυτή κάνει κουμάντο. Αυτή γράφει, διαγράφει, σκηνοθετεί. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Είναι η πλοηγός σου, μια πλοηγός που κοιτάει τον κόσμο μέσα από τις ρωγμές του, τις συγκρούσεις, τις κλιμακώσεις και τις αναπάντεχες συνευρέσεις του. Μια πλοηγός που φλερτάρει διαρκώς με το φευγαλέο, το στιγμιαίο. Μια πλοηγός που βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει, που διασχίζει πραγματικές και φανταστικές μεθορίους, για να φτιάξει την τοιχογραφία τη, με τα σώματα, τις πληγές, τους έρωτες, τις τυχαίες συναντήσεις, τις μνήμες, τα σοβαρά και ανάλαφρα συμβάντα, τα γελαστικά και περιπαιχτικά, τα καλλιτεχνικά και τα πεζά, τα πολύ δικά της και των ξένων.  Σε κάθε στάση και μια εικόνα, ενα δρώμενο, ένα όνομα, κάποιο δέρμα, κάποιο παρατημένο κορμί, κάποιο ποδοπατημένο αίσθημα, κάποια ανάσα, κάποιο θέατρο μέσα στο θέατρο.
Μια πολύχρωμη ταπετσαρία της ζωής, με  ανθρώπους άγνωστους αλλά και της διπλανής πόρτας και της φαντασίας, που  μπαινοβγαίνουν στο κάδρο, κοντοστέκονται για λίγο και μετά φεύγουν, συνήθως μόνοι. Μοναδική συντροφιά η αδηφάγος ματιά της συγγραφέως που παρακολουθεί τα πάντα: σώματα ερωτευμένα. Πρόσωπα κλαμένα. Αισθήματα διασκορπισμένα, θρυμματισμένα. Πρόσωπα και προσωπεία σε έναν αέναο εναγκαλισμό. Δηλαδή, σε ένα θεατρικό παροξυσμό.
Διαβάζουμε στο "Νύχτες στο Παρίσι" (σελ. 31):
Στην Αθήνα, βγαίνω από το σπίτι μου στην Πλάκα και τα μικρομάγαζα, οι ταβέρνες, τα καφέ, οι φούρνοι τα ίδια τα κτήρια ανήκουν σε ηλικιωμένους, ακόμη και τα θέατρα στην Πλάκα, και τα ιδρύματα, διευθύνονται από ηλικιωμένους. Μα και σε κάποια στατιστική διάβασα πως μόνο 14 τοις εκατό στην Ελλάδα είναι παιδιά έως 14 χρονών. Το εντυπωσιακό όμως στην Ελλάδα είναι πως οι ηλικιωμένοι είναι ενεργοί…. Είναι έξω παντού και την ημέρα και την νύχτα….Μπροστά σε τόσους ηλικιωμένους δεν σου έρχεται να φιληθείς ούτε να κλάψεις.
Σαν γιαπωνέζικο χαϊκού. Ταμπλώ βιβάν. Πυκνό, ύπουλο στις ισάδες του, επικίνδυνο στις στροφές και τις κούρβες του. Αυτή είναι η γραφή της Έλενας: μια travelling camera που ζουμάρει κατά το δοκούν, κάνει κλικ και φεύγει τρέχοντας για να προλάβει το επόμενο επεισόδιο, τις επόμενες λέξεις και τα δέρματα που τις φιλοξενούν. Ένα ακούραστο ξεδίπλωμα της μνήμης, που αφήνει πίσω του, σαν δώρο, ένα χτυπητό φινάλε, το punch line, όπως λένε οι Άγγλοι ποιητές, που κουβαλά και όλη την ειρωνική, ενίοτε σαρκαστική και πάντοτε παιγνιώδη, διάθεση της συγγραφέως.
Οι «Διάδρομοι» (σελ. 40) είναι ένα κεντρικό κομμάτι νομίζω των προσανατολισμών του τόμου, γι' αυτό και παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
Τα αγάλματα, οι ναοί, τα σπίτια…. Διάδρομοι και διαδρομές. Και μνήμη. Και ξενοδοχεία….Διασχίζεις διαδρόμους αθόρυβα περνάς έξω από πόρτες. Έχει ζέστη…. Επιθυμείς να φτιάξεις μια σχέση με ωραίες εικόνες. Το προσπαθείς, καθώς διασχίζεις διαδρόμους. Η ψυχή έχει τον τρόπο της να μεταβολίζει τις πληροφορίες που της έρχονται από το σώμα και τον έξω κόσμο. .. Διάδρομοι. Επιθυμείς να σε οδηγήσουν πέρα. Έξω. Να βγεις κι εσύ σαν το γλυπτό που βγαίνει από το χώμα στο φως, σα μέσα στο γάντι…. Θα βγεις άραγε; Στο φως; Εσύ, που δεν είσαι πέτρα, αλλά σάρκα, που δεν είσαι νεκρή, αλλά ζωντανή;
Η συλλογή αυτή, όπως και τα θεατρικά της έργα, δεν έχει γραμμική διάταξη με αρχή, μέση και τέλος. Θα μπορούσε να τη  δει κανείς σαν μια κερματισμένη αυτοβιογραφία, ένα επιδέξιο σλάλομ ανάμεσα στα μικρά και καθημερινά, που όμως κάθε άλλο παρά μικρά και καθημερινά είναι, μια και αποτελούν το αλατοπίπερο μιας ζωής, της δικής της και, κατά μια έννοια, και της δικής μας, του οποιουδήποτε.  Ζωή με τις ροζ αποχρώσεις της, αλλά και τις γκρι κυλίδες.
Το ξαναλέω: αυτά τα σύντομα διηγήματα μυρίζουν από μακριά θέατρο. Και μόνο ως θέατρο μπορώ να τα διαβάσω. Το ένα δίπλα στο άλλο. Αφηγηματικά. Αλλά και δραματικά. Αποστασιοποιημένα. Αλλά και ρομαντικά. Όμως και κουλ. Απ’ όλα έχει ο μπαξές της φαντασίας της Έλενας. Σαν μια μεταμοντέρνα σαλατιέρα, όπου όλα τα συστατικά διατηρούν με ευδιάκριτο τρόπο την αυτονομία τους και, παράλληλα, όλα μαζί, συμβάλουν ώστε να βγει η τελική γεύση, που είναι μία και πολύ σημερινή.
Kλείνω το σύντομο σχόλιό μου με ένα κομμάτι που, κατά τη γνώμη μου, φέρνει κάτω από την ίδια στέγη τα βασικά στοιχεία του συγγραφικού στυλ της Έλενας, ένα στυλ με καλή δοσολογία χιούμορ, ειρωνείας και μελαγχολίας. Ένα στυλ όπου κυριαρχεί το κοφτό τέμπο, η ευθύβολη ατάκα και τα πονηρά στριφογυρίσματα. Ένας κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια μιας θεατρίνας και δοσμένος με την ευαισθησία ποιητή. Ο τίτλος της εικόνας είναι «Με όλο το μαλλί» (σελ. 66).

Σαγιοναρα.  Ιαπωνικος χαιρετισμος.  Ειναι ενας χαιρετισμος στον ηλιο.  Ειναι η παραδοση και ο χαιρετισμος στην παραδοση.  Οι σαγιοναρες ερχονται απο την Ιαπωνια, και απο την παραδοση της.  Μονο που στην Ιαπωνια ειναι ξυλινες.  Εδω ειναι πλαστικες, και φτηνες.  Ειναι συνδεδεμενες με το καλοκαίρι, την φιλοξενια, και την καλοσυνη.

Τις φορω, και μπαινω στο μαντρι της μεγαλης νυχτας.  Το καλοκαίρι τα προβατα στέκονται ακινητα μεσα στο μαντρι.  Με ολο το μαλλί τους πανω τους.  Και οι ανθρωποι κάθονται ακινητοι, οικογενειες, ζευγαρια, παρεες, μαζεμενοι ολοι κατω απο μεγαλες ομπρελες για σκια.  Οι παραλιες ειναι πολλες.  Με άμμο.  Κρυστάλινο νερό, και μικρά ψάρια.  Σχεδόν ψεύτικες.  Mικρές αναμνήσεις απο έναν επίγειο παράδεισο.

Φορουσα άσπρη κρέμα για προστασία απο τον ήλιο, και έμοιαζα με φάντασμα.  Δεν έχω δει κανέναν άλλον να φορά τέτοια κρέμα.  Eίδα άσπρα μάρμαρα, μαύρα δάση.  Eίδα την Σταυρούλα στη ταβέρνα, μικρό κορίτσι που έμοιαζε μεγάλη κυρία, έμοιαζε και με μύγα.  Mεγάλα μεταλικά γυαλιά, μεγάλα μεταλικά σκουλαρίκια.

Eνα αγόρι με όλο το μαλλί του όρθιο κρατούσε τις σαγιονάρες του στο χέρι και έτρεχε ξυπόλυτο πίσω απο τα αυτοκίνητα.  Tο αγόρι ήθελε να τρώει μόνο πρωινό.  Hθελε το κάθε γεύμα της ημέρας να είναι πρωινό.  Γιατί, γιατί όλα τα καλά πράγματα, έλεγε, είναι λίπος, ζάχαρη, αλάτι.

Σκεφτομαι ενα μικρό χρυσόψαρο μέσα σε μια γυάλα, μέσα σε ένα σπίτι, που ο ιδιοκτήτης λείπει σε διακοπές.  O ιδιοκτήτης επιστρέφει απο τις διακοπές, το ψάρι έχει πεθάνει.

Mε ολο το μαλλι μου να πλεει στο νερο, γυριζω αναποδα μεσα στη γυαλα και κλεινω τα ματια.  Mπορω να δωσω ζωη.  Mπορω να παρω ζωη.  Eδω ειμαι.  Mε ολο το μαλλι.

Πολλα συγχαρητήρια στην Έλενα γι’ αυτή τη δουλειά της και της εύχομαι και πολλές άλλες ανάλογες επιτυχίες στο μέλλον. Το ελληνικό θέατρο και η λογοτεχνία γενικότερα έχουν ανάγκη φωνές όπως η δική της, φωνές ελληνικές αλλά και ξένες ταυτόχρονα.
18/11/2011

Ομιλία στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη