Όταν χαμηλώνει η υψηλή κωμωδία Οι «Ιδιωτικές ζωές» στα χέρια του Φιλιππίδη

 


Η κωμωδία είναι ένα είδος που δύσκολα διασχίζει χρονικά και εθνικά σύνορα, γιατί βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε θέματα επίκαιρα και τοπικού ενδιαφέροντος. Απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε γιατί κωμωδίες (και είναι χιλιάδες) που έσπασαν ταμεία όταν πρωτοπαίχτηκαν ξεχάστηκαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ενώ, αντίθετα, σοβαρά έργα (δράματα και τραγωδίες), ακόμη και χωρίς εισπρακτική επιτυχία, εξακολουθούν να απασχολούν την θεατρική κοινότητα.
Κι όμως, το να γράψει κανείς μια καλή κωμωδία (και δη υψηλή) είναι ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα. Δεν θέλει μόνο αίσθηση του σανιδιού και της οικονομίας του, αλλά και βαθιά αίσθηση των χυμών της γλώσσας και των ιδιωμάτων της, του ρυθμού, του τάιμινγκ, της ακρίβειας, του σασπένς. Υπάρχουν πολλά είδη κωμωδίας, όπως η κωμωδία των χυμών, της ίντριγκας και, κυρίως, των ηθών, που αποτελεί και τον πρόδρομο της (υψηλής) κωμωδίας του Νόελ Κάουαρντ «Ιδιωτικές ζωές» που είδαμε στο θέατρο «Αυλαία», από τον οργανισμό S.T.E.P, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ονόμασε το έργο του «ψυχολογικά ανισόρροπο». Άλλοι το είπαν παράλογο, άλλοι απλά διασκεδαστικό και κάποιοι το συνέδεσαν με την ομοφυλοφιλία του συγγραφέα. Ανεξάρτητα από τις ταμπέλες, είναι ένα σπινθηροβόλο και ρωμαλέο είδος γραφής στο οποίο ελάχιστοι μοντέρνοι συγγραφείς διέπρεψαν (εν τάχει: Γουάιλντ, Μπάρι, Μπέρμαν, Έικμπορν, Φρέιν, Στόπαρντ, Σάιμον). Ο Κάουαρντ, δεν είναι κάποιος βαθυστόχαστος αναλυτής της ζωής. Πιο πολύ αρέσκεται να παίζει με τον αφρό της ζωής και να διασκεδαζει με τα ταμπού της.
Το στόρι
Στις «Ιδιωτικές ζωές» ο καμβάς είναι πλεγμένος και μπλεγμένος με απόλυτη (σχεδόν σκληρή)  συμμετρία, όπως αρμόζει σε μια κωμωδία ηθών που σέβεται τον εαυτό της. Τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το ντιζάιν της κατασκευής. Ο Έλιοτ  και η Σίμπιλ, η Αμάντα και ο Βίκτορας, βρίσκονται στο ίδιο ξενοδοχείο για το μήνα του μέλιτος. Τίποτα το περίεργο σ’ αυτό. Το μπουρδούκλωμα αρχίζει όταν μαθαίνουμε ότι  η Αμάντα και ο Έλιοτ ήταν προ πενταετίας ζευγάρι, και μάλιστα πολύ ερωτευμένο, οπότε είναι θέμα χρόνου να πέσει ο ένας πάνω στον άλλο, ώστε να πυροδοτηθεί ξανά το εύφλεκτο υλικό που τους ένωσε και τους χώρισε στο παρελθόν. Και πράγματι, δεν περνάνε λίγα λεπτά αφότου αλληλοεντοπίζονται (ενώ στο βάθος ακούγεται από το γραμμόφωνο το τραγούδι Some Day Ill Find You”), και το σκάνε για το Παρίσι, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού τους νέους τους συντρόφους. Αυτή τη φορά υπόσχονται ότι θα είναι διαφορετικοί. Θα είναι, όμως;
Είναι προφανες πως ο συγγραφέας δεν θέλει να τελειώσει εδώ η περιπέτειά του. Βλέπει το πάθος σαν μια δύναμη καταστροφική, θέση που επαληθεύεται μέσα από τις σχέσεις της Αμάντα και του Έλιοτ, οι οποίοι όσο πιο έντονα έλκονται άλλο τόσο αλληλοϋπονομεύονται. Εκείνο που τους ενώνει τελικά δεν είναι το σεξ, αλλά ο τρόπος που βλέπουν τον κόσμο. Γι΄ αυτούς η ζωή (και ο θάνατος) είναι πολύ σοβαρά θέματα για να τα πάρει κανείς στα σοβαρά. Ο Κάουαρντ σπάει πλάκα με τον Έλιοτ και την Αμάντα και πλαγίως μαΖί μας που καθόμαστε και τους κρίνουμε με τόση σοβαρότητα. Ό,τι γίνεται κεκλεισμένων των θυρών, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, είναι θέμα της ιδιωτικής ζωής του καθενός και δεν μας πέφτει λόγος.
Συντελεστές
Το έργο μπορεί να μην είναι αριστούργημα, αλλά διαθέτει για το είδος του υπολογίσιμο οπλοστάσιο: κέφι, καλή δομή, αναλογίες. Είναι δοσμένο απλά, με εύστοχες κωμικοτραγικές αντιστίξεις, κομψότητα, άνεση, σπινθηροβόλο πνεύμα και άψογη αίσθηση ακρίβειας και σκηνικού ρυθμού. Χαρίσματα που απαιτούν πολλά από το σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς για να αναδειχτούν.
Ο Πέτρος Φιλιππίδης είναι ένας προικισμένος ηθοποιός. Δεν ξέρω, όμως, αν είναι σκηνοθέτης. Ούτε φαντασία διαθέτει ούτε τόλμη ούτε στοιχειώδη ενημέρωση ως προς το τι συνιστά μια σύγχρονη σκηνοθεσία. Η συνταγή του είναι παντού η ίδια. Παλιά και χοντροκομμένη. Όπως εδώ, όπου η μπαγκέτα του υπέσκαπτε παρά αναδείκνυε το λεπτό χιούμορ του έργου. Αντί να εκμεταλλευτεί την κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας, αντί να εστιάσει στις κομψές πτυχώσεις της και να τις απογειώσει, αρκέστηκε σε μια μουντή, ανέμπνευστη και κουραστικά προβλέψιμη σκηνοθεσία, γεμάτη διεκπεραιωτική σκουριά και, το χειρότερο, γεμάτη «φιλιππιδάκια». Γιατι αλήθεια τέτοια αγωνία να παίζουν όλοι σαν κι αυτόν; Ϊδιες μούτες, ίδιες πόζες, ίδια σωματικά τερτίπια. Προς τι όλη αυτή η επίδειξη λαρυγγισμών, μιμικής μπαούτας και αχρείαστων μορφασμών; Ως έμπειρος υπηρέτης του χώρου, δεν ξέρει ότι δεν χρειάζεται να αυθυποδηλώνεται κάποιος διαρκώς μέσα από στραβομουτσουνιάσματα και σωματικές υπερβολές για να πείσει ή να βγάλει γέλιο; Γιατί άφησε να παρεισφρήσει τόση (βαλκάνια) υστερία στο παίξιμό της Ματίκας και του Ιορδανίδη, που στο τέλος τους έφερε στα όρια της καρικατούρας; Αλλά και στην περίπτωση των άλλων δύο, γιατί αυτό το ποζάρισμα (Κοτσαηλίδου) και η μπουφονερί συμπεριφορά (του Τζιόβα); Εξέλιπαν οι εύστοχες και φρέσκες λύσεις; Αν με ρωτάτε, σε όλους βρήκα καλύτερες τις πιο «ήρεμες» στιγμές τους. Μόνο που ήταν ελάχιστες.
Κάποιος θα ‘πρεπε να υπογραμμίσει στον Γιώργο Γαβαλα τη διαφορά ανάμεσα στο φτηνό και το φτηνιάρικο σκηνικό. Είναι τεράστια. Η μετάφραση των Φιλιππίδη και Χρήσου Σιμαρδάνη μακράν του φλέγματος και του χιούμορ του πρωτότυπου.
Και ένα τελευταίο: επιτέλους ας πάψει ο κόσμος να χειροκροτεί κάθε φορά που βγαίνει στη σκηνή ένα τηλεοπτικό πρόσωπο. Και ενοχλητικό είναι και κομπλεξικό.
Συμπέρασμα: Τελικά, προς τι αυτή η παράσταση;
29/4/2012