Ένα σφαγείο σκληρό, όχι όμως αρκετά σκληρό Στο θέατρο «Όρα» τα «Καθάρματα…» του Ρ. Γκαρσία

 

Είναι πολύ ιδιόμορφη περίπτωση ο συγγραφέας, σκηνογράφος και σκηνοθέτης Rodrigo García (1964). Το θέατρό του αρχίζει σαν μια πολύ προσωπική κατάθεση, εμπνευσμένη από τις αργεντίνικες φαβέλες όπου μεγάλωσε, και σταδιακά καταλήγει να μας αφορά αλλά και να μας διχάζει όλους. Ο Γκαρσία δεν είναι από τους καλλιτέχνες που περνούν απαρατήρητοι.
Τα έργα του (αν μπορούμε να τα ονομάσουμε έτσι), εκνευρίζουν, προκαλούν, σαστίζουν. Πρόκειται για δοκιμασίες που (δια)σχίζουν είδη, χρονολογίες, κείμενα, υποκριτικές σχολές, αποδεκτές απόψεις,ιερά και όσια. Γραφή άτακτη, αυθάδης, τελετουργική, σωματική και απρόβλεπτη, γεμάτη ήχους, ποίηση (ναι, υπάρχει κι αυτό) και αναθυμιάσεις των πεζοδρομίων. Θες δεν θες την τρως στη μούρη (in yer face theatre). Κάποιοι θα αποχωρήσουν, κάποιοι θα εκνευριστούν, κάποιοι θα του επιτεθούν, θα του πετάξουν μπουκάλια, θα τον καθυβρίσουν (τα είδα όλα αυτά να συμβαίνουν). Δεν συμφωνώ, όμως καταλαβαινω όλον αυτό τον κόσμο που αντιδρά έτσι. Δεν χωνεύονται εύκολα αυτά που λέει και, κυρίως, αυτά που δείχνει στο θέατρό του. Ωμός νατουραλισμός. Ή μάλλον, θα έλεγα, με μεταδραμτικούς όρους, ωμός υπερνατουραλισμός, απλωμένος σε όλο το εύρος της σκηνής (και ενίοτε της πλατείας). Κι όποιος αντέξει.

Ακραία ποιητική

Ο Γκαρσία δεν ακολουθεί εφησυχαστικούς κανόνες γραμμικής γραφής. Αφήνει την ίδια τη σκηνή και αυτούς που την κατοικούν να «γράψουν» το θέαμα. Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν μιλάμε για δράμα αλλά για γεγονός, που εισβάλλει διαλυτικά στο οπτικό πεδίο του δέκτη και τον αναστατώνει, προσφέροντάς του ένα θέαμα αδίσταχτο, απόλυτο στη γύμνια της οργής και της παροντικότητάς του.  Όλα εδώ και τώρα. Απροστάτευτα. Πέρα από τη σημειωτική και τα καλοβολεμένα και βολευτικά σημαίνοντα και σημαινόμενά της. Πουθενά κάποιο δίκτυ ασφαλείας, καποια εγγύηση. Όλα εκτεθειμένα στο ενδεχόμενο της άγριας κατανάλωσης και του διαμελισμού τους: λέξεις, σώματα, προϊόντα., τα ίδια τα κείμενα, οι εικόνες, τα αποφθέγματα, και, βεβαίως, ο θεατής, κυρίως αυτός. Ένα αχαρτογράφητο σύμπαν χωρίς Θεό, αφημένο στη μοίρα του, στα χέρια των πολυεθνικών, των πολιτικών, των ρουφιάνων, των κανίβαλων, των καθαρμάτων. Ένας κόσμος με μπερδεμένους τους θύτες και τα θύματα. Ένας κόσμος που κάνει διαρκώς κύκλους γύρω από τον εαυτό τιου, ανανεώνοντας αενάως την ίδια την κόλασή του.

Ξόδεψα χρόνο περιγράφοντας εδώ τη θεατρική ποιητική του Γκαρσία, γιατί τη βρίσκω πολύ ιδιαίτερη. Δεν το κρύβω ότι πολλές φορές με ξεβόλεψε, με προκάλεσε να διερωτηθώ για τα όρια της σκηνής και της ζωής. Είναι μια ποιητική που διαρκώς δοκιμάζει την ιδεολογία και την αισθητική του βλέμματος του κάθε δέκτη. Μια σκηνική γραφή που δεν ζητά να την κατανοήσουμε αλλά να τη βιώσουμε. Δηλαδή δεν υπεισέρχεται στη λογική της ερμηνευτικής αισθητικής. Που σημαίνει ότι δεν προκαλεί τη λειτουργία της μνήμης. Δεν μπορούμε να την εκλογικεύσουμε ή να την ταξινομήσουμε εκ των υστέρων. Σίγουρα δεν ακυρώνει την ανάγνωση εκείνων που την προσεγγίζουν με όρους δραματικού θεάτρου. Πιστεύω όμως ότι, ακριβώς επειδή πρόκειται για πολύ ξεχωριστή γραφή, απαιτεί και ιδιαίτερη σκηνοθεσία, όπως και πολύ ιδιαίτερο, θα τολμούσα να πω, απόλυτα ακραίο παίξιμο.

Σκηνοθεσία καλή μεν εντός ορίων δε

Δεν ήταν άσχημη η περφόρμανς «Είστε όλοι σας καθάρματα», που είδαμε στο ανανεωμένο θέατρο «Όρα», σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη. Ήταν μια καλοδουλεμένη, καθαρή και δεμένη πρόταση, που διάβασε προσεκτικά το κείμενο και σεβάστηκε τις οδηγίες του. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτό αρκεί. Παρακολουθώντας με προσοχή τις επιλογές του Δ. Κωνσταντινίδη, αισθάνθηκα πως δεν είχαν την οριακή διάσταση που πιστεύω πως ζητά το θέατρο του Γκαρσία, ακόμη και με ένα κείμενο σαν κι αυτό, που επιφανειακά ναι μεν φαντάζει πολύ ήπιο, ωστόσο κρύβει υλικό για εξόρυξη, υλικό αρκετά εκρηκτικό  για να ξαφνιάσει, να προκαλέσει, να εκνευρίσει. Και δεν το κρύβω πως κάτι τέτοιο περίμενα να δω στη σκηνή του «Όρα»: τον Γκαρσία που γνωρίζω μέσα από τις δουλειές που τον καθιέρωσαν. Αντ’ αυτού, είδα έναν πολύ πιο ποιητικό, τρυφερό, διόλου ασεβή καλλιτέχνη. Δεν μπορώ να πω ότι απογοητεύτηκα. Χάρηκα αυτό που είδα. Η σκηνοθετική ματιά ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πετύχει στη σκηνή και το πέτυχε. Απλά, το ξαναλέω, ενδόμυχα περίμενα μια πιο αποδομητική ανάγνωση. Ένα πιο άτακτο σκηνικό σύμπαν, απρόβλεπτο, ανίερο, αχαρτογράφητο και σκληρό. Ούτε μεταφορές ούτε υπαινιγμούς. Κατευθείαν στο κέντρο, εκεί που πονάει. Περίμενα μια σκηνοθεσία ανυπόφορη, τραχιά, επικίνδυνη, για να γίνει έτσι το έργο  γεγονός (κι όχι εικόνα), δηλαδή να γίνει το απόλυτο σφαγείο, εκεί όπου τεμαχίζονται σώματα, όνειρα, ιδέες, αλλά και κείμενα, αφηγήσεις, αφετηρίες και τερματικά. Το σφαγείο-φυλακή, το σφαγείο-οικογένεια, το σφαγείο-καθημερινότητα. Πιστεύω πως η περφόρμανς θα κέρδιζε εάν άφηνε την υλικότητά της να διαχυθεί προς όλες τις κατευθύνσεις .

Οι συντελεστές και το συμπέρασμα

Οι τέσσερις ηθοποιοί  (Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Νίκος Ράμμος και Δημήτρης Φουρλής), αν και με ελάχιστη εμπειρία, έδειξαν  ότι διαθέτουν υποκριτικό πυρετό. Βούτηξαν με τόλμη στα λυρικά λασπόνερα του έργου και στις ποικίλες πτυχές των ρόλων τους και επικοινώνησαν. Έδειξαν άνεση με το σωματικό τους παίξιμο, όχι όμως τέτοια άνεση που να ξεφεύγει από τα όρια. Ήταν διαρκώς εντός ορίων, άρα αρκετά καθησυχαστικοί ως προς τις πράξεις τους και την «επικινδυνότητά» τους.

Συμπέρασμα: μια προσεγμένη παράσταση, που θα μπορούσε να αποκτήσει επιπλέον δυναμική εάν ξέφευγε λίγο από τα προβλέψιμα όριά της. Πάντως αξίζει να τη δείτε.

Κυριακάτικος Αγγελιοφόρος

22/4/2012