Bellελεν: Αυτός είναι ο υβριδικός (και ενδεικτικός) τίτλος της περφόρμανς που έφερε
στη Θεσσαλονίκη (στο Black
Box, στον χώρο όπου εδώ
και λίγα χρόνια φιλοξενούνται οι πιο φρέσκες δουλειές) ο Δημήτρης Φοινίτσης, αφού
πρώτα την παρουσίασε στην Αθήνα και αλλού. Πρόκειται για μια δουλειά-αποτέλεσμα
της συνεργασίας των ομάδων Λυδία Λίθος
και Συν Επί, στόχος της οποίας είναι η κοινωνική κριτική μέσα από την αποδόμηση
ενός γνωστού μύθου, της Ωραίας Ελένης.
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Τζούλια χωρίς πάθη δεν είναι Τζούλια
Από τους μεγάλους εκπροσώπους της πρώτης φάσης του ρεαλισμού, ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ, ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο πιο τολμηρός στην αντιμετώπιση της φόρμας (βλ. για παράδειγμα, έργα τόσο διαφορετικά όπως ο σκληρός νατουραλισμός του Πατέρα και ο απόλυτος μοντερνισμός του Ονειροδράματος και Προς Δαμασκόν), αλλά και ο πλέον προκλητικός σε ό,τι αφορά τις ιδέες του γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Μικρή ένδειξη, το γεγονός ότι και τότε και τώρα οι μελετητές του προσάπτουν κατηγορίες για μισογυνισμό, μισανθρωπισμό και αντισημιτισμό. Ειδικά για το πρώτο, η «Δεσποινίδα Τζούλια» , έργο γραμμένο το 1888, είναι κάτι σαν προσωπικό έμφυλο μανιφέστο.
Τα ευρωπαϊκά βραβεία θεάτρου: ένας θεσμός σε παρακμή
Ταορμίνα, Τορίνο, Θεσσαλονίκη, Βρότσλαβ, Αγία Πετρούπολη, Κράιοβα. Αυτή είναι η διαδρομή των ευρωπαϊκών βραβείων θεάτρου από το 1987 μέχρι σήμερα. Στόχος τους η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, της συνδημιουργίας, της μείξης των τεχνών, της καινοτομίας, της αλληλοκατανόησης και ανταλλαγής γνώσης ανάμεσα στους καλλιτέχνες των ευρωπαϊκών κρατών. Την επιτροπή που εισηγείται ονόματα και παραστάσεις απαρτίζουν άτομα από χώρες που συμμετέχουν στο θεσμό, όπως επίσης και εκπρόσωποι των σημαντικότερων ευρωπαϊκών φεστιβάλ και κριτικοί μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων. Η επιτροπή έχει το δικαίωμα να απονέμει και ειδικό βραβείο σε κάποιον καλλιτέχνη που δεν είναι ανάμεσα στους προτεινόμενους, με βάση τη γενικότερη προσφορά του.
Σέξπηρ: τετρακόσια χρόνια μετά
Γουίλιαμ Σέξπηρ: ένας heavyweight champion. Μακράν ο δημοφιλέστερος θεατρικός συγγραφέας όλων των εποχών. Ως προς την αναγνωρισιμότητά του είναι περίπου στην ίδια κατηγορία με τους Κολόμβο, Νεύτωνα, Αϊνστάιν και Λούθηρο. Στο μυαλό των Βρετανών είναι η κορυφαία προσωπικότητα των τελευταίων χιλίων ετών. Ο Άμλετ είναι το δημοφιλέστερο όνομα στη δυτική κουλτούρα μετά το όνομα του Ιησού Χριστού (sic). Η πλέον (φανατικά) σεξπηρόφιλη χώρα παγκοσμίως είναι η Γερμανία. Δεν υπάρχει Γερμανός σκηνοθέτης που καθιερώθηκε χωρίς να ‘χει κάνει Σέξπηρ. Κι εδώ γεννάται το ερώτημα: ποιος είναι αυτός ο Σέξπηρ που πουλάει τόσο; Ο Englishman, o Everyman, o Universal Man; Ο ρατσιστής, ο ομοφυλόφιλος, ο μισογύνης, ο ουμανιστής; Ποιος;
Μια βαλίτσα κι ένα χαντάκι
Μπορεί το έργο του Μάικ Κένι Το αγόρι με τη βαλίτσα να έχει πρωταγωνιστές παιδιά, να μιλά για παιδιά, να ψυχογραφεί παιδιά, όμως η όλη προβληματική του είναι τόσο κοντά μας που αφορά τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Γιατί ποιος δεν άκουσε για ιστορίες παιδιών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, που αναζητούν τους γονείς τους, παιδιά που ρήμαξε ο πόλεμος; Παιδιά που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης, που διασχίζουν βουνά και λαγκάδια αναζητώντας λίγο φως, λίγη ελπίδα;
Το διεθνές Φεστιβάλ της Fujairah και ένα σχόλιο για το αραβικό θέατρο
Στο μυαλό του απλού Έλληνα πολίτη η Μέση Ανατολή
ταυτίζεται πάντα με κάτι πολιτικό ή βίαιο, ποτέ με κάτι πολιτιστικό. Μικρή απόδειξη το γεγονός ότι αγνοούμε
παντελώς το αραβικό θέατρο, όποιο και να ‘ναι αυτό. Όλες οι επιλογές των
καλλιτεχνών μας προέρχονται από το δυτικό κόσμο, ακόμη και των καλλιτεχνών
εκείνων που δηλώνουν τη δυσπιστία τους απέναντι στον δυτικό πολιτισμό. Δεν
υποστηρίζω ότι ντε και καλά πρέπει να μας αρέσει το θέατρο των χωρών αυτών.
Αλλά εφόσον θέλουμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα, μόνο ευεργετική μπορεί να
είναι η γνωριμία μας μαζί του, και μάλιστα σε μια περίοδο που εκτιμώ πως
γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα και κάτω από περίεργες συνθήκες.
Οι πεταλούδες πετάνε ακόμη;
Μια εποχή συντηρητική τη διαδέχεται συνήθως μια εποχή πιο ανήσυχη. Για παράδειγμα, τον τρελό καταναλωτισμό και τον εύκολο (πλην όμως πλασματικό) πλουτισμό των 20s στην Αμερική τον διαδέχτηκε το βασανιστικό Κραχ των 30s. Τον υλισμό και το συντηρητισμό της κουλτούρας των προαστίων των 50s, πάλι στην Αμερική, διαδέχτηκαν τα πιο «άτακτα», αστικά και πολύχρωμα 60s, με τα ουτοπικά τους κοινόβια, τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις, το ώτο-στοπ, τα ναρκωτικά, τη ροκ εν ρολ, τα μακριά μαλλιά, τις καθιστικές διαδηλώσεις, τη ψυχεδέλεια, το Βιετνάμ, τις δολοφονίες ηγετών, την ανυπακοή σε δασκάλους και γονείς, την απελευθέρωση από τα δεσμά του γάμου. Στις δόξες του το Playboy.
From the Years of Utopia to the Years of Dystopia (Savas Patsalidis & Anna Stavrakopoulou, in: The Geographies of Contemporary Greek Theatre)
The problem with periodization, in any field, is to decide on what basis to establish the boundaries between one period and the next. There are no rules. Different nations and cultures have different models of periodization because they experience history and understand culture in a different way. Some may choose as their organizing principle an influential ruling figure (i.e. Queen Elizabeth, Queen Victoria, Napoleon) or a ruling elite (i.e. the Meiji Era in Japan); others a significant cultural or an economic event (the Agrarian Revolution, the Industrial Revolution, the Depression Years—the 1930s in the U.S.A.), others a religious reform (Luther), others a national trauma (the Holocaust) or decimal numbering systems (fin de siecle, the 1960s, etc.).
Tα κλισέ και το θέατρο της Κιτσοπούλου με αφορμή τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α
Η Λένα Κιτσοπούλου είναι από τις δημιουργούς που τους αναγνωρίζω ένα πράγμα: την ικανότητά τους να γράφουν με μια γλώσσα που κάθε ανάσα της απελευθερώνει θέατρο. Θα τολμούσα να πω μάλιστα πως, αυτή τη στιγμή, δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιον άλλο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα που να της παραβγαίνει σ’ αυτόν τον τομέα. Ο λόγος της, αβίαστος, φυσικός, ασθμαίνων, με καλά ρυθμισμένη δοσολογία κενών, εύστοχα και εύστροφα στρεβλωμένος και στραμπουληγμένος, εντυπωσιάζει, γιατί είναι ο απόλυτα «δικός μας» λόγος.
Περφόρμανς: παγίδες και υποσχέσεις "Από πρώτο χέρι"
Περί περφόρμανς
Είναι πράγματι ενδιαφέρουσα η διάθεση που επιδεικνύουν ολοένα και
περισσότεροι καλλιτέχνες μας να εγκαταλείψουν τα γνώριμα συστατικά του
θεάτρου και να δοκιμαστούν ποικιλοτρόπως με υλικά της περφόρμανς
(επιτέλεσης).
Βέβαια, αυτή η αγάπη για το συγκεκριμένο χώρο δεν είναι κάτι
πρωτόγνωρο. Οι σελίδες της θεατρικής ιστορίας είναι γεμάτες από ανάλογα
παραδείγματα. Αρκεί μια ματιά στην ιστορική πρωτοπορία (αρχές του 20ού
αι.) για να μας πείσει, τότε που σουρρεαλιστές, φουτουριστές,
ντανταϊστές και εξπρεσιονιστές είχαν μετατρέψει την ποιητική της
περφόρμανς στο απόλυτο must της θεατρικής εμπειρίας και πρακτικής.
Καλό και κατανοητό μάθημα
Το κατά πόσο αξίζει κανείς να ασχοληθεί με το Μάθημα του Ιονέσκο, έχοντας ήδη την εμπειρία θέασης ή και ανάγνωσης δεκάδων παρόμοιων ή ακόμη και καλύτερων έργων, η απάντησή μου είναι: «ναι». Αν όχι για τις ιδέες του, τουλάχιστον για τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο και τις σημασίες του. Χωρίς να δηλώνω φαν του Ιονέσκο, πιστεύω πως το έργο αυτό αντέχει. Και θ’ αντέχει όσο η ανθρώπινη επικοινωνία θα συνεχίσει να είναι ένας γρίφος, ένα σταυρόλεξο για πολύ λίγους (ή και καθόλου) λύτες.
















