Τα ευρωπαϊκά βραβεία θεάτρου: ένας θεσμός σε παρακμή



Ταορμίνα, Τορίνο, Θεσσαλονίκη, Βρότσλαβ, Αγία Πετρούπολη, Κράιοβα. Αυτή είναι η διαδρομή των ευρωπαϊκών βραβείων θεάτρου από το 1987 μέχρι σήμερα. Στόχος τους η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, της συνδημιουργίας, της μείξης των τεχνών, της καινοτομίας, της αλληλοκατανόησης και ανταλλαγής γνώσης ανάμεσα στους καλλιτέχνες των ευρωπαϊκών κρατών. Την επιτροπή που εισηγείται ονόματα και παραστάσεις απαρτίζουν άτομα από χώρες που συμμετέχουν στο θεσμό, όπως επίσης και εκπρόσωποι των σημαντικότερων ευρωπαϊκών φεστιβάλ και κριτικοί μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων. Η επιτροπή έχει το δικαίωμα να απονέμει και ειδικό βραβείο σε κάποιον καλλιτέχνη που δεν είναι ανάμεσα στους προτεινόμενους, με βάση τη γενικότερη προσφορά του.

Δεν υποστηρίζω ότι είναι απόλυτα αντικειμενική η κρίση, ότι η επιτροπή δεν επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες, προσωπικές αντιπαλότητες, μονομέρεια και πάθη. Ουδείς αναμάρτητος. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς που βραβεύτηκαν έως τώρα το άξιζαν, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο. Εν τάχει κάποια ονόματα και μπορείτε να κρίνετε: Goebbels, Pinter, Vassiliev, Nekrosius, Korsunovas, Royal Court Theatre, Marthaler, Dodin, Zadek, Ostermeier, Rimini Protokoll, Nadj, Hermanis, Chereau, Warlikovski, Waltz, Lupa, μεταξύ πολλών άλλων.

Η απούσα Ελλάς
Όσο για κάποιο ελληνικό όνομα, μην κάνετε τον κόπο, δυστυχώς δεν υπάρχει. Και να σκεφτεί κανείς (τι ειρωνεία!) ότι η πρώτη που προήδρευσε του θεσμού το 1987 ήταν η Ειρήνη Παπά και η πρώτη που πήρε ειδικό βραβείο για την προσφορά της στο θέατρο και την πολιτική ήταν η Μελίνα Μερκούρη. Έκτοτε πέρασαν κοντά τρεις δεκαετίες, χωρίς κάποια συνέχεια. Εντός των συνόρων μπορεί να κοκορευόμαστε ότι έχουμε πεντακόσιες και χίλιες παραστάσεις τον χρόνο, και καλά κάνουμε, μόνο που εκτός συνόρων ουδείς φαίνεται να έχει γνώση. Κι ούτε πρόκειται να έχει, εάν εμείς οι ίδιοι δεν μεριμνήσουμε να του τη δώσουμε με τρόπο συστηματικό, επικοινωνιακό, οργανωμένο και συνεπή. Η παντί τρόπω αξιέπαινη προσπάθεια της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δεν αρκεί. Τι να πρωτοπρολάβει;
Είναι προφανές πως το ελληνικό θέατρο πληρώνει τη μόνιμη γυφτιά, την αγραμματοσύνη, την ανοργανωσιά και την ασχετοσύνη των εκάστοτε πολιτικών μας προσώπων που ποτέ δεν ακούμπησαν στον πολιτισμό με γνώση και έγνοια, ποτέ δεν τον αγάπησαν ώστε να τον προβάλουν σωστά και μεθοδικά. Μόνο να φιγουράρουν για φωτογράφιση στην πρώτη σειρά των κερκίδων της Επιδαύρου ξέρουν. Κάντε άλλωστε μια αναδρομή στα ονόματα που υπηρέτησαν το ΥΠΠΟ και θα πάρετε μια γεύση.
Βέβαια, ας μην τα φορτώνουμε όλα στην πολιτεία για ν’ απαλλάξουμε τους καλλιτέχνες από τις δικές τους ευθύνες. Στο κάτω κάτω δεν είναι μωρά. Μεγάλα παιδιά είναι, ας το παλέψουν. Γνωρίζουν ότι έχουν να κάνουν με πολιτική καφρίλα, οπότε ας λάβουν τα μέτρα τους. Ας δημιουργήσουν τις ευκαιρίες κι όχι να περιμένουν τις ευκαιρίες. Μάγκες είναι εκείνοι που τολμούν και ανοίγουν δρόμους κι όχι εκείνοι που περπατούν σε ήδη ανοικτούς και καλά στρωμένους δρόμους. Κι ας μην μου πει κανένας ότι όλη αυτή η απραξία οφείλεται στην έλλειψη χρημάτων και μόνο, γιατί κι όταν έπεφταν χρήματα στο θέατρο (να σας θυμίσω την εποχή Μικρούτσικου και Μελίνας, για παράδειγμα) δεν θυμάμαι τους καλλιτέχνες μας να είχαν βγει έξω, είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε άλλων, ώστε να διεκδικήσουν τη θέση τους στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Τους αρκούσε το μικρό, τοπικό μαγαζάκι τους. Μάλιστα το πλέον ανησυχητικό είναι ότι, σε μια εποχή, όπως η σημερινή, στην οποία απαιτείται μεγάλη εξωστρέφεια και διεθνείς διασυνδέσεις και συμμαχίες, οι περισσότεροι καλλιτέχνες μας εξακολουθούν να παραμένουν πιστοί στην εσωστρέφειά τους και δεν ρισκάρουν να πάρουν πρωτοβουλίες πέρα από το προστατευτικό δίκτυ του τόπου τους. Κραυγαλέα εξαίρεση ο Θόδωρος Τερζόπουλος, μεταξύ ελαχίστων άλλων. Ας πάνε να τον ρωτήσουν πώς τα κατάφερε. 
Τέλος πάντων, τα έχουμε πει και γράψει εκατοντάδες φορές, οπότε τ’ αφήνουμε και πάμε παρακάτω.

Τα βραβεία και η πόλη
Φέτος λοιπόν, τη 15η διοργάνωση του θεσμού των Ευρωπαϊκών Βραβείων την ανέλαβε μια μικρή ρουμανική πόλη, η Κράιοβα, φιλοδοξώντας να ενισχύσει, παράλληλα, και το χαρτί της στη διεκδίκηση της πολιτιστικής πρωτεύουσας του 2021. Δεν της βγήκε. Δεν ξέρω κατά πόσο οι ιθύνοντες το μετάνιωσαν που μπήκαν στα έξοδα (και δεν είναι λίγα), αλλά ένας θεσμός σαν κι αυτός, αξίζει το ρίσκο και πρέπει να επιβιώσει, και μάλιστα σε μια Ευρώπη που βιώνει μια βαθειά κρίση αξιών.
Όταν τα βραβεία είχαν φιλοξενηθεί δύο συνεχόμενες φορές στη Θεσσαλονίκη, είχα υποστηρίξει τότε με θέρμη ότι η πόλη έπρεπε να διεκδικήσει, πέρα από το όποιο κόστος, τη μόνιμη έδρα της διοργάνωσης, με το σκεπτικό ότι ένας μόνιμος θεσμός σαν κι αυτός, ενισχύει το brand name της. Το ίδιο υποστηρίζω και τώρα, κι ας βιώνουμε μια τόσο σοβαρή κρίση. Ο πολιτισμός είναι το βασικό μας ανταγωνιστικό προϊόν. Και η Θεσσαλονίκη, αξίζει να επενδύσει σ’ αυτό. Είναι το πιο γρήγορο πέρασμα στην καρδιά της θεατρικής Ευρώπης.
Ως έχουν τα πράγματα, είμαι βέβαιος πως εάν αποταθεί σήμερα στους αρμόδιους ευρωπαϊκούς φορείς και εκδηλώσει ενδιαφέρον θα συναντήσει ευήκοα ώτα. Η Ευρώπη, όσο ποτέ άλλοτε, έχει ανάγκη την επιστροφή των ουμανιστικών αξιών της επάνω στις οποίες βασίστηκε και προόδευσε. Και ένας θεσμός, όπως τα ευρωπαϊκά θεατρικά βραβεία, που εμπλέκει τόσο πολλά κράτη, είναι ο καλύτερος φορέας.
Το μεγάλο βραβείο
Η Κράιοβα είναι μια όμορφη πόλη 300.000 κατοίκων που διαθέτει δύο μεγάλες σκηνές 600 θέσεων και 3-4 πιο μικρές. Η μία μεγάλη, είναι το εθνικό της θέατρο, που φέρει το όνομα του μεγαλύτερου μοντέρνου Ρουμάνου θεατρικού συγγραφέα, του Μαρίν Σορέσκου. Φέτος το μεγάλο βραβείο δόθηκε στον Σουηδό χορευτή, χορογράφο και σκηνοθέτη Ματς Εκ (Mats Ek), γιο της σπουδαίας χορεύτριας Birgit Cullberg, ένα καλλιτέχνη ο οποίος, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, δοκίμασε νέες προσεγγίσεις σε κλασικά κομμάτια όπως η Ζιζέλ, ηΚάρμεν και η Ωραία Κοιμωμένη, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, ως επί το πλείστον θετικές. Σε όλα τα έργα του διακρίνει κανείς την έμφαση που δίνει στην καθημερινή, φυσική κίνηση του σώματος. Η δύναμη της έκφρασης είναι η βασική του μέριμνα, την οποία βάζει πάνω και από την τεχνική αρτιότητα, άποψη που παραπέμπει ευθέως στην Πίνα Μπάους, από την οποία άλλωστε και επηρεάστηκε. Επίσης, είναι πολύ έντονο το φεμινιστικό στοιχείο που παρεισφρέει σε όλες τις δουλειές του, με κύριο σκηνικό εκφραστή τη σύντροφο και μούσα του Αννα Λαγκούνα. Έχει συνεργαστεί με τους μεγαλύτερoυς χορευτές, όπως ο Μπαρίσνικοφ και η Συλβί Γκιγιέμ.
image
Ο χορογράφος Mats Ek.© Lesley Leslie-Spinks
Νέοι δημιουργοί
Από τους νέους δημιουργούς (New Theatrical Realities) βραβεύτηκε ο Ούγγρος V. Bodo (υποψήφιος από το 2007)), ο Γερμανός σκηνοθέτηςAndreas Kriegenburg (υποψήφιος από το 2006), o Ισπανός συγγραφέας Juan Mayorga (υποψήφιος από το 2007), το National Theatre of Scotland (υποψήφιο από το 2011) και ο Γάλλος συγγραφέας και σκηνοθέτης Joel Pommerat (υποψήφιος από το 2008). Βασικό κριτήριο για τη βράβευση στην κατηγορία αυτή, όπως πάντα έτσι και τώρα, ήταν η φρέσκια ματιά, η πρωτοτυπία. Ειδικό βραβείο απονεμήθηκε και στο Ρουμάνο σκηνοθέτη Σύλβιου Πουρκαρέτε για τη γενικότερη προσφορά του στο θέατρο της χώρας του και της Ευρώπης.
image
Χουάν Μαγιόργκα
image
Joel Pommerat
Οι παραστάσεις
Τώρα, σε ό,τι αφορά τις παραστάσεις που είδαμε, τα συναισθήματα του κοινού ανάμικτα. Ιδιαίτερα απογοητευτική ήταν η παράσταση του έργου του Μαγιόργκα «Ρέιγκιαβικ». Η πρόθεση του συγγραφέα να δείξει ότι το θέατρο είναι η τέχνη της φαντασίας μύριζε από μακριά παλιό θέατρο, άποψη που ενίσχυσε και ο αδιάφορος τρόπος που ο ίδιος σκηνοθέτησε το έργο του και οι ακόμη πιο φτωχές, σχεδόν ερασιτεχνικές, ερμηνείες. Γενικά, ήταν η παράσταση που χειροκροτήθηκε ελάχιστα. Ούτε το αναλόγιό του, οι «Γιουγκοσλάβοι», πήγε καλά. Τώρα, το γιατί ο Μαγιόργκα επέλεξε αυτά τα δύο έργα να τον εκπροσωπήσουν, αυτός μόνο ξέρει.
Ο Κιγκενμπουργκ έφερε στην Κράιοβα κατευθείαν από το Deutsches Theater μια πρωτότυπη ανάγνωση του γνωστού έργου «Νάθαν ο Σοφός» του G. Ε. Lessing, έργο για την εποχή του (1779) πολύ τολμηρό και για τη δική μας τουλάχιστο χρήσιμο. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κήρυγμα ανεξιθρησκείας, που πραγματεύεται τον τρόπο δημιουργικής συνύπαρξης Εβραίων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Ο Κιγκενμπουργκ (γεννημένος το 1963), ένας σκηνοθέτης με ιδιαίτερη αγάπη για την εικόνα και τις τεχνικές της αποδόμησης, άργησε να βρει τον εσωτερικό ρυθμό ώστε να βάλει από την αρχή τα δρώμενα σε μια τροχιά χωρίς τριγμούς. Τόσο η φλυαρία του έργου όσο και ο γενικά δοκιμιακός του λόγος τον εγκλώβισαν και τον οδήγησαν σε λύσεις δύσκαμπτες, οι οποίες, κατά τόπους, προκαλούσαν ασφυξία στη δράση. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε στο δεύτερο μέρος, το οποίο είχε σαφώς πιο ζωηρά θεατρικά χρώματα και καλύτερο σκηνικό ρυθμό.
Νάθαν ο Σοφός, σκην. Κίνγκενμπουργκ
Το Εθνικό Θέατρο της Σκωτίας με το «Last Dream (on Earth)» --κείμενο και σκηνοθεσία Kai Fischer-- δήλωσε ένα δυναμικό παρόν και χειροκροτήθηκε θερμά. Ήταν μια παράσταση η οποία ως γενική ιδέα παρέπεμπε στο «The Encounter» του MacBurney (Complicite). Οι θεατές, με τη βοήθεια ακουστικών, ταξίδεψαν μέσα από τις ιστορίες των πέντε επί σκηνής ηθοποιών, που αφηγούνταν τις περιπέτειές τους από την Αφρική στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή που σε βίντεο προβάλλονταν εικόνες από το ταξίδι του Γιούρι Γκαγκάριν στο φεγγάρι.
image
Last Dream (on Earth), από το Εθνικό Θέατρο της Σκωτίας σε κείμενο και σκηνοθεσία Kai Fischer
Ο Καστελούτσι έφερε κάποια αποσπάσματα από τον «Ιούλιο Καίσαρα», θέλοντας να δώσει μια γεύση από την κεντρική ιδέα της σπουδαίας αυτής περφόρμανς, που επικεντρώνεται στην αναζήτηση των πηγών της φωνής, του λόγου. Η παράσταση δόθηκε στο φουαγιέ του Πανεπιστημίου της Κράιοβα, με τα απαστράπτοντα μάρμαρα και τα εντυπωσιακά βιτρό. Ταιριαστό περιβάλλον για την αισθητική του Καστελούτσι.
Η παράσταση του «Ριχάρδου ΙΙΙ» από τη Σαουμπίνε, σε σκηνοθεσία του Οστερμάγιερ, φιλοξενήθηκε για να λειτουργήσει ως η γέφυρα ανάμεσα στο Φεστιβάλ Σέξπηρ που είχε προηγηθεί και τα Ευρωπαϊκά βραβεία. Ήταν μια εξαιρετική ιδέα με εξίσου εξαιρετικά αποτελέσματα.
image
Ριχάρδος ΙΙΙ από τη Σαουμπίνε, σε σκηνοθεσία του Οστερμάγιερ
Συμπέρασμα: Πέρα από τις όποιες επιμέρους φωτεινές στιγμές, υπήρχε γενικά ένα κλίμα παρακμιακό, πράγμα που αποδίδω στο γεγονός ότι ξεθώριασε η λάμψη και ο βηματισμός του θεσμού. Πέρασαν εφτά χρόνια από την τελευταία απονομή στην Αγία Πετρούπολη και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει, τα οποία δεν φάνηκαν στις επιλογές και στη φιλοσοφία των φετινών βραβεύσεων. Πάντως, επιμένω και λέω πως ο θεσμός με κανένα τρόπο δεν πρέπει να ενταφιαστεί. Κλείνω επαναλαμβάνοντας την πρόταση να εκδηλώσει ενδιαφέρον η Θεσσαλονίκη.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση Athens Voice 17/05/2016