Το διεθνές Φεστιβάλ της Fujairah και ένα σχόλιο για το αραβικό θέατρο




Στο μυαλό του απλού Έλληνα πολίτη η Μέση Ανατολή ταυτίζεται πάντα με κάτι πολιτικό ή βίαιο, ποτέ με κάτι πολιτιστικό.  Μικρή απόδειξη το γεγονός ότι αγνοούμε παντελώς το αραβικό θέατρο, όποιο και να ‘ναι αυτό. Όλες οι επιλογές των καλλιτεχνών μας προέρχονται από το δυτικό κόσμο, ακόμη και των καλλιτεχνών εκείνων που δηλώνουν τη δυσπιστία τους απέναντι στον δυτικό πολιτισμό. Δεν υποστηρίζω ότι ντε και καλά πρέπει να μας αρέσει το θέατρο των χωρών αυτών. Αλλά εφόσον θέλουμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα, μόνο ευεργετική μπορεί να είναι η γνωριμία μας μαζί του, και μάλιστα σε μια περίοδο που εκτιμώ πως γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα και κάτω από περίεργες συνθήκες.



Ιστορικά εν συντομία
Το αραβικό θέατρο άρχισε να διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του πριν από περίπου 160 χρόνια. Όπως συνέβη σε όλες τις πρώην αποικίες έτσι και εδώ ο διάλογος με τη Δύση ήταν εκείνος που καθόρισε εν πολλοίς την πορεία και τις επιλογές του. Αυτό το διάλογο ορισμένοι τον ονόμασαν «αραβική μοντερνικότητα», χωρίς όμως να διευκρινίζουν ότι αυτή η μοντερνικότητα δεν ήταν το αποτέλεσμα διαλόγου με το εγχώριο στοιχείο, αλλά μια μορφή οικειοποίησης της αραβικής ετερότητας από την ισχυρότερη Δύση, η οποία δήλωνε το παρόν της στις αποικίες της μέσω εγχώριων αντιπροσώπων της, όπως ήταν πολλές φορές  η τοπική, δυτικότροπη ιντελιγκέντσια. Με αυτό κατά νου δεν μπορεί να είναι τυχαίο το ότι οι πρώτοι ιστορικά συγγραφείς δεν ήταν Άραβες Μουσουλμάνοι. Για παράδειγμα, ο  Daninons ήταν Εβραίος, ο Al-Naqqash Χριστιανός και ο Yakub Sanuu Εβραίος από την Αίγυπτο. Για όλους αυτούς το δυτικό μοντέλο ήταν προφανώς πιο ευπρόσδεχτο, σε αντίθεση με το Ισλάμ και τη Σαρία, των οποίων η εμμονή στη διατήρηση της καθαρότητας της ισλαμικής ταυτότητας δεν ήταν και ό,τι καλύτερο γι’ αυτό που ήθελαν να πετύχουν.
Σήμερα, αυτό που ονομάζουμε «μετα-αποικιακό» αραβικό θέατρο βρίσκεται σ’ ένα σταυροδρόμι ζυμώσεων και αντιπαλοτήτων. Από τη μια εξακολουθεί ν’ αντλεί ιδέες από τη μείξη δυτικών και αραβικών επιτελεστικών παραδόσεων και, από την άλλη, αμφισβητεί ιδέες που προκύπτουν από αυτή τη μείξη..
Μπροστάρηδες σ’ αυτην την πιο παρεμβατική και αναθεωρητική  καμπή είναι οι νέοι Άραβες που φοιτούν σε δυτικά πανεπιστήμια ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, για πολιτικούς λόγους, την πατρίδα τους (όπως ο Σύριος Anis Hamdoun). Στη δουλειά τους βλέπει κανείς ένα συνεχές αποδομητικό φλερτ με τις δυτικές θεατρικές μορφές, με στόχο την προσάρτηση και τελική ένταξή τους σε αραβικό περιβάλλον.
Όλη αυτή η ανακατάταξη έχει δημιουργήσει ένα γόνιμο και ανήσυχο κλίμα  που επιτρέπει τον πειραματισμό με εγχώριες φόρμες, καθώς και με θέματα ταμπού προς την κατεύθυνση ενός, για πρώτη φορά, εγχώριου μοντερνισμού. Για παράδειγμα,  αμφισβητείται από τη νεότερη γενιά η σκηνή ιταλικού τύπου που κυριαρχεί στη Δύση και στη θέση της επιστρέφει η κυκλική διάταξη, ιδιαίτερα δημοφιλής στις χώρες του Μαγκρέπ. Επίσης, παραδοσιακοί ανοικτοί χώροι, πλατείες (jema-efna), όπου κάποτε δίνονταν παραστάσεις επιστρέφουν για να φιλοξενήσουν θεάματα εγχώριου ενδιαφέροντος.
Μέσα στο γενικότερο κλίμα έντασης, το διαδραστικό θέατρο κερδίζει διαρκώς έδαφος. Είναι προφανές πως υπάρχει μια διάχυτη διάθεση εμπλοκής και συμμετοχής. Ιδιαίτερα το «Θέατρο των καταπιεσμένων» έχει αποκτήσει πολλούς οπαδούς στον αραβικό κόσμο της Μέσης Ανατολής (κάτι διόλου άσχετο με την Αραβο-ισραηλινή σύγκρουση).
Εν αρχή η Αίγυπτος
Αφετηρία των περισσότερων θεατρικών ανοιγμάτων η Αίγυπτος, εκεί όπου εισάγεται για πρώτη φορά και η έννοια του εναλλακτικού θεάτρου. Μιλάμε για το 1989, η χρονιά που εγκαινιάζεται και το πρώτο φεστιβάλ πειραματικού θεάτρου στο Κάιρο. Από την Αίγυπτο βγαίνει και το σλόγκαν «Η τέχνη είναι μια πλατεία», από την «Ανεξάρτητη Πολιτιστική Συνεργασία», με αφορμή  τα εγκαίνια του φεστιβάλ El-Fan Midan στο Κάιρο μετά την πτώση του Μουμπάρακ το 2011, με την πλατεία να υπδηλώνει όχι μόνο τον χώρο όπου γράφεται η σύγχρονη ιστορία, αλλά και τον τόπο όπου άνθισε το παραδοσιακό θέατρο.
Από αυτόν τον χώρο θα γεννηθεί και το πρότζεκτ \Μονόλογοι της πλατείας Ταχρίρ, με τη συμμετοχή επαγγελματιών και ερασιτεχνών, οι οποίοι στη σκηνή επάνω εξιστορούσαν αυτά που είχαν ζήσει κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων στην Αραβική Άνοιξη, κυρίως ιστορίες με θέματα όπως η αλληλεγγύη, η βία και ο φόβος. Το Κάιρο είναι επίσης η έδρα ενός  πολύ ενδιαφέροντος συγγραφέα και σκηνοθέτη, του Αhmed El Attar, ο οποίος αντλεί τις ιδέες του από την ταξική διαστρωμάτωση της χώρας του. Στην Αλεξάνδρεια έχει τις αφετηρίες του το «Αιγυπτιακό εθνικό πρότζεκ για το θέατρο των καταπιεσμένων», μια ιδέα της Νόρα Αμίν (2011), ενώ στο Λίβανο, ο γνωστός και στην Ελλάδα καλλιτέχνης πολυμέσων Ραμπίν Μρουέ έχει διαρκώς στραμμένη την προσοχή του στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας του, συνδυάζοντας το θέατρο με την τεχνολογία. Όπως λένε οι κριτικοί, ό,τι είναι το Wooster Group για την Αμερική είναι ο Μρουέ για το Λίβανο.
Είναι ακόμη το παλαιστινιακό θέατρο Ashtar, με έντονη κοινωνική δράση, κυρίως υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων (παιδιά και γυναίκες), το οποίο έχει πια καθιερωθεί ως το “Περιφερειακό κέντρο του θεάτρου των καταπιεσμένων της Μέσης Ανατολής», σε στενή συνεργασία με το θέατρο του Μπόαλ στο Ρίο. Να σημειώσουμε ότι εδώ βρίσκουν χώρο εφαρμογής και οι απόψεις του θεωρητικού μελετητή Henry Giroux περί «παιδαγωγικής της μεθορίου».

Η επιτροπή του Φεστιβάλ της  Fujairah 
Αραβικός κόλπος
Όσο για τον πιο πλούσιο Αραβικό Κόλπο, το 2011 εγκαινιάζεται, με οικονομική στήριξη του κράτους, το πρότζεκτ Η σκηνή του Κόλπου, μια διαδικτυακή πλατφόρμα με παραστάσεις εφηβικού θεάτρου  από την ευρύτερη περιοχή που προέκυψαν μέσα από διαγωνισμούς. Εκεί βρίσκεται και το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, φεστιβάλ στον Αραβικό κόσμο: το International Arts Festival, το οποίο από φέτος ήρθε να αντικαταστήσει το International Monodrama Festival. Χρηματοδοτείται από το Σεϊχη  του εμιράτου της  Fujairah, Al-Sharqi, και βρίσκεται υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του πολύ δραστήριου δημάρχου της πόλης και εδώ και λίγο καιρό προέδρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (ΙΤΙ), Mohammad Al-Afkham.


O καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Mohammed Al-Αfkham

Φέτος, με τη διεύρυνσή του και σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους (όπως εικαστικά, χορός και μουσική), με στόχο ν’ αγκαλιάσει ένα μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, φιλοξενήθηκαν 600 καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι από 62 χώρες. Το θεατρικό κομμάτι φιλοξένησε 14 παραστάσεις, από τις οποίες οι έξι προέρχονταν από τις αραβικές χώρες. Μια ενδιαφέρουσα συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών που αξίζει να σχολιαστεί.
Περί κριτηρίων
Όπως συμβαίνει σε όλα τα φεστιβάλ έτσι και σ’ αυτό κάποια θεάματα άρεσαν πιο πολύ και κάποια λιγότερο. Όμως, εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι οι αντιδράσεις του κόσμου. Παραστάσεις οι οποίες στα μάτια των μεν φάνταζαν καλές στα μάτια των δε όχι και τόσο. Και διερωτώμαι:
Ποιος έχει δίκιο; Ή μήπως δεν έχει σημασία; Όμως τι γίνεται εάν κάποιος κληθεί να κρίνει, ένας επαγγελματίας κριτικός, ας πούμε; Πώς κρίνει; Ποια κριτήρια επιστρατεύει; Και το κυριότερο, πώς κρίνει χωρίς να αδικήσει; Πώς οφείλει να διαχειριστεί το αξίωμα που λέει ότι, από τη στιγμή που το θέατρο ανήκει στην πόλη (δηλαδή στη συγκεκριμένη ιστορική κοινότητα), τότε τις όποιες επιλογές του τις κρίνει πρωτίστως η τοπική κοινότητα; Και τι γίνεται όμως εάν κάποιος διαφωνεί κάθετα με ορισμένα θέματα, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι έμφυλες σχέσεις κ.λπ; «Νερώνει» το κρασί του σεβόμενος τις επιλογές ή την αποδοχή της όποιας κοινότητας; Σαφέστατα όχι. Πρέπει να έχει άποψη και να τη διατυπώνει χωρίς περικοκλάδες.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το θέμα δεν λύνεται εύκολα, και δη στα όρια μιας σύντομης κριτικής παρέμβασης. Απλώς το θέτω ως προβληματισμό και το αφήνω να αιωρείται, για να περάσω σε πω ότι εκείνο που έμαθα παρακολουθώντας διάφορα φεστιβάλ είναι να δέχομαι το θέατρο πάντα στον πληθυντικό. Κάθε κοινωνία έχει το θέατρο που θέλει και της αξίζει.  Θέατρα λοιπόν κι όχι θέατρο. Και ίσως αυτή είναι και η άγρια ομορφιά του: το ότι κανείς δεν μπορεί να το ορίσει και να το κάνει απόλυτα δικό του. Και ένα φεστιβάλ όπως αυτό στη Φουτζέιρα, έχει ειδικό ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί σου δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσεις και να συγκρίνεις πολιτιστικά ετερόκλητες προτάσεις και αλλότριους πολιτισμούς.

Rawan Halawi από το Λίβανο

Συγκρίσεις: οι αραβικές παραστάσεις
Για παράδειγμα, οι δυτικές παραστάσεις που φιλοξενήθηκαν στο φετινό φεστιβάλ ήταν πιο «κουλ», πιο αποστασιοποιημένες και πιο «επιτελεστικές» (performative), δηλαδή πιο επικεντρωμένες στις δυνατότητες που προσφέρει η ίδια η γλώσσα του θεάτρου, ενώ οι αραβικές ήταν πιο κοντά στο συναίσθημα, στον άνθρωπο, στις μνήμες και τα βιώματά του. Σ’ αυτές κυριαρχούσε ο αφηγηματικός τόνος (ο παλιός καλός παραμυθάς), κάτι που δεν πρέπει να ξενίζει όσους γνωρίζουν την παράδοση του θεάματος στον αραβικό κόσμο, μια παράδοση που οδηγεί πίσω στους αφηγητές hakawat, που έδιναν παραστάσεις σε καφενεία, με αποσπάσματα από τις Χίλιες και μία αραβικές νύχτες ή από το ρομαντικό έπος Sirat Banin Hilal. Μέσα από αυτήν την παράδοση θα καθιερωθεί και η κυκλική διάταξη του χώρου δράσης και θέασης.
Ένα τέτοιο δείγμα σκηνικής γραφής είχαμε στη διαδραστική περφόρμανς Amchouta της Jalial Talemsi από το Μαρόκο, μια ιστορία επικεντρωμένη σε μια νέα που εργάζεται εδώ και 15 χρόνια ως σερβιτόρα σε μια καφετέρια στην Ταγγέρη. Κανείς δεν ξέρει το πραγματικό της όνομα. Όλοι τη φωνάζουν Αμχουτά, που είναι το όνομα του καφενείου. Όταν ο ιδιοκτήτης μαθαίνει ότι είναι έγκυος την απολύει, με τη δικαιολογία ότι δεν θα ήταν και το καλύτερο «θέαμα» για τους θαμώνες. Αυτή επαναστατεί και τα βάζει και με τους πελάτες, οι οποίοι εν προκειμένω ήμασταν εμείς, οι θεατές, που κληθήκαμε να καθήσουμε επάνω στη σκηνή. Εκεί, αφού τα «ακούσουμε» κανονικά, μας τρατάρει στο τέλος τσάι και παραδοσιακή μαροκινή σούπα Bisara.
Ένα τυπικό δείγμα αραβικής αφήγησης έφερε στο φεστιβάλ και ο Τυνήσιος  Mohammed Aroussi Zubaidi (Hakawati). Απλό, κατανοητό, συναισθηματικά γεμάτο, με παραδοσιακά τραγούδια, κέρδισε τις εντυπώσεις με την αμεσότητά του. Στην ίδια παράδοση, όμως όχι ιδιαίτερα επιτυχημένο, ήταν και το λιβανέζικο Talejten Please, που έγραψε και ερμήνευσε η Rawan Halawi, με θέμα τη χειραφέτηση της γυναίκας. Στη  μοναξιά ενός μπαρ όπου συχνάζει, η ηρωίδα της ιστορίας βρίσκει και τον εαυτό της.
Το Meera (του Bousahla Howari), βραβευμένο ως καλύτερο έργο στον εθνικό διαγωνισμό μονοδράματος  της Αλγερίας, είχε ως θέμα του την εργαζόμενη γυναίκα και τις σχέσεις της με τον χρόνο. Αυτή μπορεί να φτιάχνει κούκλες που δεν γερνάνε, όμως η ίδια βλέπει ότι γερνά και δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό. Όσο για την Ελεγεία, η συμμετοχή των ΗΑΕ που κέρδισε και τον τέταρτο κύκλο του διαγωνισμού συγγραφής αραβικού έργου το 2015 (του Mofleh Al-Odwan), με ερμηνευτή τον Abdula Masoud, ήταν ένας ύμνος στη φιλία, την ανοχή και τον έρωτα. Εξαιρετικής αισθητικής και υψηλού βαθμού δυσκολίας η χορο-θεατρική περφόρμανς από την αιγυπτιακή ομάδα  Sohag, στον προαύλιο χώρο του θεάτρου της  Dibba.
Χωρίς να πρωτοτυπούν ή να ξαφνιάζουν με τις επιλογές τους, οι παραστάσεις αυτές, μέσα στην απλότητα και καθαρότητά τους, άγγιξαν ευαίσθητα θέματα που αφορούσαν την πολιτιστική ζωή του αραβικού κόσμου, τις ρίζες, και όλα αυτά με χιούμορ και αυτοσχεδιαστική διάθεση. Μολονότι με ρεαλιστικές διαθέσεις, δεν ήταν ο ρεαλισμός δυτικού τύπου, αλλά πιο χαλαρός, ώστε να διατηρείται ανοικτή η γραμμή επικοινωνίας με το κοινό, ένα κοινό που στο τέλος ανταπέδιδε με ένα πάρα πολύ θερμό χειροκρότητα, ακόμη και σε παραστάσεις που έδειχνε να μην του αρέσουν ιδιαίτερα—μια βασική διαφορά με τις λιγότερο παρορμητικές αντιδράσεις ενός τυπικού δυτικού κοινού.

Ο Pip Utton  ως Μάργκαρετ Θάτσερ
Οι άλλες παραστάσεις
Από τις μη αραβόφωνες παραστάσεις βρήκα εξαιρετική την αγγλική Playing Maggie, με τον γνωστό ηθοποιό Pip Utton να οργιάζει ως Μάργκαρετ Θάτσερ, όπως και τη γεμάτη ενέργεια και εκρηκτικότητα περφόρμανς της ρωσίδας Όλγας Κοστέρινα, Το δίλημμα. Ενδιαφέρουσα η ματιά του Emri Erden επάνω στη φιλοσοφία του Ρουμί, του εισηγητή του σουφισμού, με ερμηνευτή έναν καλό Τούρκο χορευτή, τον Νούρι. Αντίθετα, απογοήτευσε η φινλανδική Hamemo της Taina Makilso, η οποία, αλά Τσάρλι Τσάπλιν, προσπάθησε να δώσει ζωή στον κλόουν Tapikka, χωρίς όμως φαντασία και φρεσκάδα. Απογοητευτική και η ιταλική ματιά στο σεισμό που έπληξε την πόλη Άκουιλα από τον Luigi Gurrieri, όπως και ο ισπανικός Ματωμένος γάμος με τη Maria Vidal.  Τέλος, η Λαίδη Μακμπέθ, με τη  S. Sarantuya, από τις πιο γνωστές σταρ στη Μογγολία, ενώ άρχισε δυναμικά, στη συνέχεια το σχόλιο για την εξουσία εξασθένησε ελλείψει αποτελεσματικών σκηνικών λύσεων.
Εν ολίγοις: Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που αισθάνεται κανείς μέσα από αυτήν τη συνεύρεση των πολιτισμών και των θεάτρων του κόσμου είναι ότι υπάρχει και ένας τρίτος δρόμος, ένας δρόμος εποικοδομητικής συνύπαρξης, φτάνει να υπάρχει καλή διάθεση και όραμα, εννοείται ένθεν κακείθεν.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση Onlytheatre, 6/04/2016