Οι πεταλούδες πετάνε ακόμη;



Μια εποχή συντηρητική τη διαδέχεται συνήθως μια εποχή πιο ανήσυχη. Για παράδειγμα, τον τρελό καταναλωτισμό και τον εύκολο (πλην όμως πλασματικό) πλουτισμό των 20s στην Αμερική τον διαδέχτηκε το βασανιστικό Κραχ των 30s. Τον υλισμό και το συντηρητισμό της κουλτούρας των προαστίων των  50s, πάλι στην Αμερική, διαδέχτηκαν τα πιο «άτακτα», αστικά και πολύχρωμα 60s, με τα ουτοπικά τους κοινόβια, τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις, το ώτο-στοπ, τα ναρκωτικά, τη ροκ εν ρολ, τα μακριά μαλλιά, τις καθιστικές διαδηλώσεις, τη ψυχεδέλεια, το Βιετνάμ, τις δολοφονίες ηγετών, την ανυπακοή σε δασκάλους και γονείς, την απελευθέρωση από τα δεσμά του γάμου. Στις δόξες του το Playboy.
Όπως και το Cosmopolitan και κυρίως το χάπι της αντισύλληψης. Από όλα είχε η δεκαετία. Μα πάνω από όλα είχε τον έρωτα και μια διάχυτη αφέλεια πως όλα μπορεί να τα θεραπεύσει, ακόμη και τον πόλεμο. Η αριστοφάνεια Λυσιστράτη επιστρέφει δυναμικά με το σλόγκαν Make love not war. Το nice-to-meet-you sex γίνεται το απόλυτο must.
Αν δει κανείς το έργο του Λίοναρντ Γκέρσε, Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες με φόντο όλα αυτά, τότε καταλαβαίνει απόλυτα γιατί το έγραψε και πού στόχευε. Και πάνω από όλα, γιατί σημείωσε τέτοια επιτυχία στην πιο δύσκολη εμπορική πιάτσα του κόσμου: το Μπρόντγουεϊ. Τρία χρόνια άντεξε, περίπου 1100 παραστάσεις, πριν περάσει στο ρεπερτόριο των περιφερειακών θιάσων και στα χέρια των παραγωγών του Χόλιγουντ που το μετέτρεψαν σε ταινία το 1972, σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία.

Είδα το έργο πρώτη φορά στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήταν πολλά εκείνα που μου φάνταζαν οικεία. Η όλη ατμόσφαιρα, το στιλ, ο λόγος, το χιούμορ. Θυμάμαι ακόμη και μια ατάκα του. Eκεί όπου ρωτάει ο Ντον την Τζιλ εάν πήγε σε κάποιο πανεπιστήμιο και αυτή του απαντά με απίστευτη αφέλεια: «Ναι πήγα στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, δεν βρήκα να παρκάρω κι έφυγα». Μου άρεσε. Είναι και κάτι λέξεις, όπως το πολυφορεμένο “groovy”, καθαρά νεανική αργκό των σίξτις. Και το λουλουδάτο πουκάμισο. Και άλλα.
Αντοχές
Τώρα, το κατά πόσο αντέχει ακόμη είναι συζητήσιμο. Το σίγουρο είναι ότι δεν θέλγει όπως παλιά. Και καταλαβαίνουμε το γιατί. Πέραν του ότι είναι ένα έργο πολύ δεμένο, όπως είπα, με την εποχή του, οπότε όσο απομακρύνεσαι από αυτήν τόσο ξεθυμαίνει, είναι από τα έργα εκείνα που όταν τα δεις μια φορά αισθάνεσαι πως δεν θες να τα ξαναδείς. Ό,τι είναι να σου δώσουν στο δίνουν την πρώτη φορά. Δεν είναι ούτε Θάνατος του εμποράκου ούτε ο Γυάλινος κόσμος.
Από την άλλη, ωστόσο, δεν θα το «πετούσα» κι αυτό γιατί επιμένω να το αντιμετωπίζω πιο πολύ σαν ένα είδος vintage theatre παρά dated theatre. Έχει κάποια μικρά πράγματα που, τουλάχιστο στο δικό μου μυαλό, το κάνουν ν’ αντέχει ακόμη, κάποια ανθρώπινα πράγματα. Δεν πειράζει που μυρίζουν ρομάντζο. Και αυτό καλό είναι όταν είναι εύστοχα δοσμένο. Πώς να το κάνουμε, δεν μπορεί να ζούμε διαρκώς με την απομυθοποίηση του Μπρεχτ! Ο διάλογός του έχει μια ευγένεια και ευφυία, έχει ένα καλό ρυθμό και πάνω από όλα ειλικρίνεια. Δεν είναι ούτε δήθεν ούτε τάχα μου. Εκείνο που βάζει ως στόχο να δραματοποιήσει το επιτυγχάνει. Με τρόπο απλό, ενίοτε πνευματώδη και ανθρώπινο. Και είναι και κάτι ακόμη. Η προσπάθεια του τυφλού νέου μουσικού (Ντον) ν’ απαλλαγεί από την καταπιεστική παρουσία της μητέρας του μπορεί να μην έχει την ίδια απήχηση σήμερα αλλά και πάλι κάποιους αγγίζει. Δεν είναι λίγοι οι νέοι που αγωνίζονται ν’ αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους.

Η παράσταση
Το πιο δύσκολο παραστασιολογικά κομμάτι είναι το πρώτο μέρος. Εκεί θέλει δουλειά από τους ηθοποιούς, γιατί απουσιάζει η σύγκρουση που θα διευκόλυνε την αντιπαράθεση. Η Τζιλ σ’ αυτό το κομμάτι είναι η ατμομηχανή. Αυτή πυρπολεί τις καταστάσεις. Ο Ντον είναι πιο συγκρατημένος, έχοντας, μεταξύ άλλων, ν’ αντιμετωπίσει  μια μάνα η οποία προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει σ’ αυτήν, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να τα φέρει βόλτα μόνος του.
Η σκηνοθεσία της Άννας Παναγιωτοπούλου, που είδαμε στο θέατρο Αυλαία, επιδίωξε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα χαλαρή, καθημερινή και αβίαστη. Και αυτή η επιλογή της κάπως λειτούργησε, γιατί άφησε χώρο στις καταστάσεις και τους χαρακτήρες του έργου να αναπνεύσουν. Πέραν τούτου, δεν μπόρεσα να διακρίνω κάτι που να μου τραβήξει την προσοχή. Δεν είδα φαντασία ή κάποια ενδιαφέρουσα ανατροπή. Πιο πολύ είδα διεκπεραιωτικές  διαθέσεις.

Όσο για τις ερμηνείες. Η Τζίλ είναι ο ρόλος στον οποίο έλαμψε, στην κινηματογραφική του εκδοχή, η Γκόλντι Χων (1972) και στο θέατρο η Μπλάιθ Ντάνερ. Είναι ένας ρόλος που ισορροπεί ανάμεσα στην εικόνα απελευθερωμένης νέας και στην εικόνα νέας ικανής να αισθανθεί βαθιά αγάπη. Για να συγκινήσει απαιτεί μια ηθοποιό που να εκπέμπει φυσική γοητεία, ώστε να «κουμπώνει» με την ιδιαίτερη προσωπικότητα του Ντον.
 Η Άννα Μονογιού μπορεί να μην απελευθέρωσε όλη την ενέργεια που κρύβει ο ρόλος, μπορεί να μην έπεισε απόλυτα σαν κορίτσι των 60s, ωστόσο και το παίξιμο και η σκηνική της παρουσία και τα νάζια της είχαν  κάτι αδιευκρίνιστα γοητευτικό που έδενε αρμονικά με τον Ντον του Σταύρου Καραγιάννη, ο οποίος έπαιξε με καθαρότητα μέσων και τον καταλάβαμε. Έδειχνε τις στιγμές που ήταν ευτυχισμένος και τις στιγμές που δεν ήταν. Όταν διαλύεται, για παράδειγμα, η σχέση του με την Τζιλ δεν διστάζει να ξεσπάσει, να δείξει, για πρώτη φορά, ότι τον άγγιξε, ότι του χάλασε τις ισορροπίες. Ήταν μια ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά σκηνή, κάτι που δεν θα έλεγα για τις συνευρέσεις με τη μητέρα του, ένα ρόλο που ανέλαβε να φέρει σε πέρας η έμπειρη Άννα Παναγιωτοπούλου.
Δεν αντιλέγω ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ρόλο ψυχρής ευγένειας και ελεγχόμενης ανισορροπίας (σε αντίθεση με την εσωτερική ισορροπία του γιου). Δεν είναι τυχαίο που στον κινηματογράφο απέφερε το όσκαρ γυναικείου ρόλου στην Αϊλίν Χέκαρτ. Για να φτάσει στην πλατεία απαιτεί ερμηνευτική ετοιμότητα και ευμεταβλητότητα, κάτι που δεν χαρακτήριζε την συνολική παρουσία της Παναγιωτοπούλου. Το παίξιμό της δεν μας βοήθησε να καταλάβουμε την πραγματική της έγνοια για το γιο της, τα αισθήματα που κρύβει. Δεν ήταν αρκετά «φοβιστική», ώστε να τη δούμε κι εμείς στην πλατεία σαν πραγματική «απειλή» για την ελευθερία του Ντον. Ούτε αρκετά βιτριολική, στην αρχή τουλάχιστον, απέναντι στην Τζιλ. Το χαμόγελο που σκοτώνει δεν το είχε. Ούτε την αποστομωτική ατάκα. Γενικά, δεν ήταν η γνωστή, η δαιμόνια Άννα Παναγιωτοπούλου που συνηθίσαμε, η περσόνα εκείνη που, πριν μιλήσει, είχε κιόλας μαρκάρει χώρο και χαρακτήρα. Το παίξιμό της ήταν θαμπό και το περιέλουζε μια περίεργη ανασφάλεια. Σαν να μην ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει.

Διασκεδαστικός και σκόπιμα «υπερβολικός» ο ρόλος του «σκηνοθέτη» από το Γιώργο Τσούρμα. Τα σκηνικά της Παναγιώτης Κοκορού απλά, θύμιζαν κάπως σίξτις. Ίσως κανένα ποστεράκι παραπάνω με κανένα επαναστατικό σύμβολο της εποχής να βοηθούσε πιο πολύ στο χρωματισμό της περιόδου. Ευχάριστη η μουσική του Διονύση Τσακνή. Αύρα εποχής.
Εν ολίγοις: Μια παράσταση με δόσεις νοσταλγίας. Χωρίς πολλές απαιτήσεις.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση  Parallaxi 1/04/2016