Γιος
Τυνήσιου και Σουηδέζας, ο Γιόνας Χάσεν Κεμίρι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη
Στοκχόλμη. Πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα το 2003 με το μυθιστόρημα Ένα μάτι κόκκινο. Στο θέατρο έκανε το
ντεμπούτο του το 2006 με την Εισβολή,
ένα μεταμοντέρνο εγχείρημα που θυμίζει και λίγο τον Άγγλο Μάρτιν Κριμπ στο Attempts
on
her
Life, αλλά και άλλους
συγγραφείς που επενδύουν στο Λόγο για να αναδείξουν κρυμμένες πτυχές της
θεατρικότητας, όπως η Μ. Ντυράς, ο Χ. Κορτάζαρ και ο Ι. Καλβίνο.
-
Aπό την ποιητική του μοντέρνου στην ποιητική του μεταμοντέρνου: εμπλουτισμένος πίνακας
Πώς ερμηνεύω τον κόσμο όπου συμμετέχω; Και τι είμαι μέσα σ’ αυτόν;
Ένας αλλιώτικος Καραγκιόζης
Η Λένα
Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει. Αισθάνεται
τις λέξεις, τη μουσικότητα και τη ρυθμικότητά τους. Ο λόγος της έχει μια
γοητευτική προφορικότητα που σε συμπαρασύρει. Λόγος καθημερινός, χυμώδης, γρήγορος,
τρυφερός στην τραχύτητά του, αγαπησιάρικος στην επιθετικότητά του, κοφτός,
άμεσος, περιπαιχτικός, ελευθεριάζων. Ρισκάρω να πω ότι δεν έχουμε αυτή τη
στιγμή συγγραφέα που να μπορεί να της παραβγεί σε αυτόν τον τομέα. Έχει το
χάρισμα, ένα αισθητήριο που τη βγάζει στο ξέφωτο του λόγου και την κάνει να
ξεχωρίζει. Όμως:
Tο Tηλεοπτικό Mελόδραμα (Kοινώς, Σαπουνόπερα) σε Close Up, Profil και En Face
Σαπουνόπερα: Xαρακτηρισμός τηλεοπτικού προγράμματος δραματικού περιεχομένου, που
παρουσιάζεται συνήθως σε εβδομαδιαία βάση και είναι σπονδυλωμένο γύρω από μια
κυρίαρχη αφήγηση που απαρτίζεται από διαπλεκόμενες επιμέρους «μικρο-αφηγήσεις»,
οι οποίες αναφέρονται στις έντονες διαπροσωπικές σχέσεις μιας συγκεκριμένης
ομάδας χαρακτήρων, χωρίς κάποιο ορατό τέλος στον αφηγηματικό τους καμβά, καθώς
ο χρόνος της αφήγησης είναι αυτός που καθορίζει την πορεία και τον τρόπο αφήγησης.1
Όπως σε ένα τυπικό θεατρικό μελόδραμα, έτσι και εδώ οι ιστορίες προσφέρουν μια
σειρά από ακραίες καταστάσεις που λειτουργούν διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού.
The "Suppliants" of Our Post-Tragic Times
The course of human history carries the visible footprints of millions of people who, for various reasons, found themselves displaced. There is no phase in human history that does not carry stories of all these “other” people. This paper has two parts. Τhe first examines Aeschylus’ The Suppliants, the first play in drama history that interweaves issues of otherness, nationality, religion, body politics, love and sexuality, society and individual decision. Τhe second part examines how 21st century artists appropriate this ancient myth in order to discuss similar burning issues of our times, like immigration and uprootedness. Among the contemporary examples used is Peter Sellars’ production of Euripides’ The Children of Hercules and Charles Mee’s Big Love , an adaptation of Aeschylus The Suppliants.
Το θέατρο της πόλης: ελπίδες και πολλές ανησυχίες
Όσοι παρακολουθούν τα θεατρικά πράγματα της
Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια πρέπει να έχουν διαπιστώσει ότι το κοινό που
γεμίζει πλέον συστηματικά τις αίθουσες ελάχιστη σχέση έχει με το προ 30ετίας ή
ακόμη και 20ετίας κοινό, εκείνο το μεσοαστικό, κάπως συντηρητικό και, όπως
συνηθίζαμε να λέμε τότε ειρωνικά εμείς οι νεότεροι, το
"σαββατολουσμένο" κοινό, που πριν πάει στο θέατρο περνούσε και από το
πλησιέστερο κομμωτήριο για να
ολοκληρώσει εμφάνιση εξόδου.
Η γοητευτική «Ωραία του Πέραν»
Η σαπουνόπερα
είναι “η τσίχλα των ματιών”. Το μελόδραμα “ η ηχώ του ιστορικά άφωνου
υποκειμένου”. Και πάει λέγοντας. Τα
τσιτάτα και τα γνωμικά δεν έχουν τελειωμό. Και δικαίως. Το μελόδραμα είναι το καθημερινό μας ψωμί, κατά πως
λέει και ο σπουδαίος Κουβανός μυθιστοριογράφος, Αλέχο Καρπεντιέ. Δεν περνά
στιγμή χωρίς να το ζήσουμε στο πετσί μας. Μας πολιορκεί: από την τηλεόραση
μέχρι τους δακρύβρεχτους λόγους των πολιτικών.
Το μελόδραμα
είναι ένα περίεργο είδος. Από τη μια οι ιστορίες του σε εγκλωβίζουν και, από την άλλη, αισθάνεσαι άβολα
όταν αφήνεις τον εαυτό σου να εγκλωβιστεί. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο είδος το οποίο οι
κριτικοί αγαπούν για να μισούν τόσο.
Εκλογικεύοντας την τρέλα: Κατερίνα
Το
μυθιστόρημα Το βιβλίο της Κατερίνας, του 37χρονου Θεσσαλονικιού
Αύγουστου Κορτώ (πραγματικό όνομα: Πέτρος Χατζόπουλος), είναι ένα πόνημα που
έχει να κάνει με την ψυχική περιπέτεια της διπολικής μητέρας του. Η ιστορία
εξελίσσεται μετά τον θάνατό της, το πτώμα της οποίας θα βρει ο 24χρονος γιος
της. Αφηγητής, ωστόσο, η ίδια η νεκρή μάνα, η οποία κάνει εκ των υστέρων ταμείο
ζωής, όπου παίρνουμε μια γεύση από την κολασμένη ζωή της, τον εγκλωβισμό της
στο αλκοόλ, στα χάπια, και στα ισχυρά φάρμακα, που αντί να τη βοηθήσουν θα
ενισχύσουν πιο πολύ τον κερματισμό της όσο και τις αυτοκαταστροφικές της
τάσεις.
Περί φεστιβάλ, ανανέωσης και BITEF
Είναι πάρα
πολλά τα θεατρικά φεστιβάλ. Τόσο πολλά που ακόμη κι αν κάποιος διέθετε όλο το
χρόνο του και τα λεφτά του θα ήταν αδύνατο να καλύψει ακόμη και το εν δέκατο.
Έχουμε φτάσει στο σημείο κάθε πόλη να έχει το δικό της φεστιβάλ. Και
αντιλαμβάνομαι το γιατί. Είναι μια βιτρίνα προβολής. Και δεν είναι κακό αυτό. Κακό είναι όταν αυτή η
βιτρίνα εξελίσσεται σε showcase
αγοραπωλησίας, σ’ ένα τεράστιο σουπερμάρκετ, όπου εκτίθενται προϊόντα
τελευταίας κοπής. Και πολύ φοβούμαι πως αργά αλλά σταθερά εκεί οδεύουν τα
περισσότερα από αυτά. Είναι μέσα στο zeitgeist της εποχής.
Το αισθάνεσαι με το που πατήσεις το πόδι σου σ’ ένα από αυτά.
Εμφύλιος σπαραγμός προ των πυλών
Το έργο του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας» είναι ένας δύσβατος δραματικός
τόπος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο γεγονός ότι το τέλος του είναι παράταιρο
—αφού αποτελεί κατοπινή προσθήκη και σαφώς δεν είναι στο ύψος της ποίησης και
της στοχαστικότητας του αισχυλικού— αλλά είναι και η ίδια η υφή της σύγκρουσης
και η μυρωδιά της αρρώστιας και της σήψης που δημιουργούν ερμηνευτικά
προβλήματα.
Περί αριστοφανικών παραστάσεων
Σε αντίθεση με τους μεγάλους μας τραγικούς, ο χρόνος για τον Αριστοφάνη δεν λειτουργεί πια υπέρ του. Όλο και θαμπώνει η λάμψη των έργων του, και τούτο γιατί οι περισσότερες παραστάσεις που βλέπουμε δεν έχουν να μας πουν πια απολύτως τίποτε. Ή μάλλον, ό,τι έχουν να μας πουν έχει ήδη ειπωθεί. Πλέον έχουν πάρει τη μορφή εμποροπανηγύρεως, που στήνεται τσάτρα-πάτρα μέσα από συνεργασίες που πουλάνε τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, με απώτερο σκοπό, φυσικά, το κέρδος. Τα περί πολιτισμού, περί σεβασμού του θεατή, περί βελτίωσης του γούστου του κοινού που μας αραδιάζουν στις συνεντεύξεις τους οι εμπλεκόμενοι είναι λόγια του αέρα. Λέγονται για να λέγονται.
















