Ένας αλλιώτικος Καραγκιόζης





Η Λένα Κιτσοπούλου ξέρει να γράφει.  Αισθάνεται τις λέξεις, τη μουσικότητα και τη ρυθμικότητά τους. Ο λόγος της έχει μια γοητευτική προφορικότητα που σε συμπαρασύρει. Λόγος καθημερινός, χυμώδης, γρήγορος, τρυφερός στην τραχύτητά του, αγαπησιάρικος στην επιθετικότητά του, κοφτός, άμεσος, περιπαιχτικός, ελευθεριάζων. Ρισκάρω να πω ότι δεν έχουμε αυτή τη στιγμή συγγραφέα που να μπορεί να της παραβγεί σε αυτόν τον τομέα. Έχει το χάρισμα, ένα αισθητήριο που τη βγάζει στο ξέφωτο του λόγου και την κάνει να ξεχωρίζει. Όμως:

Απουσία βάθους
Εκείνο που δεν έχει είναι διάθεση για κάθετες και επίπονες βυθίσεις. Δεν σταματά να αφουγκραστεί τα συμπτώματα του κροταλίζοντος λόγου, του δικού της λόγου. Ενώ δείχνει ερωτευμένη με τις λέξεις (της), δεν είναι εξίσου παθιασμένη με τις πιθανές υπόγειες στρωματώσεις τους. Κι αυτό εγώ, ως σταθερός αναγνώστης και θεατής (όλων) των έργων της, το θεωρώ ότι είναι ένα πρόβλημα. Και εξηγούμαι.
Όρια
Τα μπινελίκια όταν είναι στη θέση τους έχουν τη χάρη τους, δεν μπορούν όμως να κάνουν τη διαφορά. Τα αιδοία, τα πέη, τα βυζιά και τα γαμώτο, αλατοπίπερο του λόγου της, δεν είναι σε θέση να αποκαλύψουν τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου που φαίνεται να την απασχολεί. Όπως δεν είναι γενικά το ρεαλιστικό και καθημερινό ιδίωμα, που τόσο πολύ δείχνει ν’ αγαπά η συγγραφέας. Αν και εύκολα αναγνωρίσιμο και επικοινωνιακό, είναι μια παγίδα, γιατί εγκλωβίζει σε μονοσήμαντες ερμηνείες που συσκοτίζουν αντί να φωτίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι»   των πλασμάτων που κατοικούν το δραματικό της κόσμο.
Τα πρόσωπα  
Η Κιτσοπούλου επιλέγει να πλησιάσει τους ήρωες (και κυρίως τις ηρωίδες) της, τη στιγμή που έρχονται αντιμέτωποι με τον εγκλεισμό τους. Μια στιγμή οριακή, στιγμή έντασης, κρίσης. Εκεί συνωστίζονται άνθρωποι ερωτευμένοι, τσαντισμένοι, νευρωτικοί, σισύφειοι, τύποι περίεργοι, μοναχικοί και σύγχρονοι, που βιώνουν, όπως βιώνουν, τα λογής-λογής αδιέξοδά τους στην κόψη του ξυραφιού.
Ψάχνουν αλλά ούτε και οι ίδιοι ξέρουν ακριβώς τι είναι αυτό που ψάχνουν. Από την άλλη, αν σταματήσουν να ψάχνουν θα πεθάνουν. Ο καθένας κουβαλά τον ατομικό τσελεμεντέ επιβίωσης με όλα τα ντεσού.
Έχουν περιθώρια για το κάτι παραπάνω οι φιγούρες που γεννά η φαντασία της Κιτσοπούλου. Μόνο που, όπως είπα, δεν ασχολείται μαζί τους αρκετά ώστε να ολοκληρωθούν, να αποκτήσουν το επιθυμητό βάθος. Η εκρηκτική πραγματικότητα που σκαρφίζεται γι’ αυτούς παραμένει εν δυνάμει, υπό την έννοια ότι δεν παράγει και τις αναμενόμενες εκρήξεις.
Η Κιτσοπούλου αρκείται να ελίσσεται με χάρη και ενίοτε με ωμότητα σε επιφάνειες λείες που δεν προκαλούν αναπάντεχα τραντάγματα, εκείνα τα τραντάγματα  που θ΄ ανέβαζαν το βαθμό δυσκολίας και θα μετακινούσαν τη γωνία θέασης των πραγμάτων. Ως θεατές δεν αλλάζουμε, γιατί τίποτα δεν προκαλεί τον τρόπο που κατανοούμε τον κόσμο.


Εν συντομία
Στο διήγημα «Έρωτας στην πόλη», η ηρωίδα της, ακινητοποιημένη από το μποτιλιάρισμα στο κέντρο της Αθήνας, τα ΄χει κυριολεκτικά παίξει,  μέχρι που εμφανίζεται ο έρωτας, που όλα τα λύνει κι όλα τα μπουρδουκλώνει. Με τον ερωτισμό και τη μοναχικότητα έχει να κάνει και ένα άλλο διήγημα από τη συλλογή Μεγάλοι δρόμοι, «Λα καπότ». Με την κατάθλιψη ζει ο αποσυρθείς για ανασύνταξη στο χωριό του πρωταγωνιστής στον «Κατάθλα».
 Όσο για τον «Μουνή», παρατσούκλι που κόλλησε στον ήρωα ο επαρχιακός του περίγυρος επειδή μεγάλωσε ανάμεσα σε γυναίκες, πασχίζει επί ματαίω να βρει την ισορροπία του.
Ο Καραγκιόζης
Στον «Καραγκιόζη» που μας ενδιαφέρει εδώ, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται σε ρυθμούς σκληρού ροκ η απέλπιδα προσπάθεια του Χρίστου-Ραφαήλ να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του, μετά τις τραυματικές ροπαλιές που δέχτηκε πιτσιρικάς από την ίδια τη μάνα του, η οποία Καραγκιόζη τον ανέβαζε Καραγκιόζη τον κατέβαζε. Εκεί που πάει να σταθεί στα πόδια όλο και κάτι γίνεται και ξετρυπώνουν από τα διαμερίσματα της μνήμης τραύματα-φαντάσματα που τον στοιχειώνουν, τον αποδιοργανώνουν, τον τρελαίνουν.
Ο «Καραγκιόζης» είναι ένα πόνημα που διαβάζεται και βλέπεται ευχάριστα. Ως εκεί, όμως. Όπως και τα άλλα διηγήματα στη συλλογή, και αυτό δεν έχει να προσφέρει κάτι πέρα απ’ αυτά που όλοι γνωρίζουν και αναγνωρίζουν. Του λείπει το βάθος. Οι αδρές πινελιές με τις οποίες σκιτσάρει το πορτρέτο του ήρωά της η Κιτσοπούλου, αν και ευχάριστες δεν αρκούν για την ολοκλήρωση της δυσερμήνευτης γεωγραφίας του ψυχισμού του, εκείνο το δύσβατο τοπίο που τον κυκλώνει και τον πνίγει.



Από τη στιγμή που ένας, οποιοσδήποτε, συγγραφέας επιλέγει να κάνει θέατρο μια ιστορία εσωτερικής δράσης απαιτείται και η ανάλογη μεταχείριση. Το αθέατο θέατρο του μυαλού (mise en abime) έχει τους κώδικές του που με τον τρόπο τους αντιστέκονται στην εξωστρέφεια της γραφής. Οι πλακίτσες, τα χωρατά και τα μπινελίκια μπορεί να διασκεδάζουν το ακουστικό μας σύμπαν, δεν αυξάνουν όμως την εσωτερική θερμοκρασία  των δρωμένων.
Η παράσταση
 Νομίζω πως ο Αντρέας Αραούζος, ο σκηνοθέτης του «Καραγκιόζη» που είδαμε στο ιστορικό θέατρο «Αμαλία» --που επανέκαμψε στη θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης (με άλλη διεύθυνση αυτή τη φορά)--, το κατάλαβε και σωστά πρόσθεσε τις αναγκαίες πινελιές ώστε η επιφάνεια των δρωμένων να αποκτήσει και μιαν άλλη σκηνική πτυχή, πιο εσωτερική και στοχαστική, που ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ο Ηρόδοτος Μιλτιάδους, ο νεαρός πτυχιούχος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου, ο οποίος ζει αυτή τη στιγμή στην Κύπρο, όπου, αξίζει να το σημειώσουμε, παρατηρείται τώρα τελευταία μια πολλαπλώς εντυπωσιακή θεατρική αναγέννηση. Νέοι συγγραφείς, σκηνοθέτες, εικαστικοί και καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει μια ευεργετική ατμόσφαιρα που υπόσχεται πράγματα. Και σίγουρα η εξωστρέφεια που επιδεικνύουν κυρίως οι νεότεροι ενισχύει αυτές τις υποσχέσεις.
Ο σκηνοθέτης Αντρέας Αραούζος
Η ερμηνεία
Ο Μιλτιάδους έδειξε ωριμότητα στην αντιμετώπιση της πρόκλησης. Κινήθηκε με προσοχή και καλή δοσολογία κινήσεων σε δύο αλληλοσυμπληρούμενα ερμηνευτικά επίπεδα, ένα οριζόντιο και ένα κάθετο. Δραματικός χωρίς μελοδραματισμούς, με αυτοπεποίθηση, καλή άρθρωση, σωστή χρήση των υποκριτικών του μέσων κατάφερε να δώσει στα δρώμενα το αναγκαίο βάθος ώστε το όλο θέαμα να πάρει μορφή εσωτερικού δράματος, με πρωταγωνιστή έναν Καραγκιόζη ανθρώπινο, πιστευτό και συγκινητικό.
Παρατηρήσεις
Εκεί που αισθάνθηκα ότι η σόλο περφόρμανς του Μιλτιάδους έκανε μια μικρή κοιλιά ήταν η σκηνή μετά τον θαυμασμό της μάνας για το σεξουαλικό μόριο του κανακάρη της. Διείδα μια αμηχανία δεκαλέπτου, όπου υπήρχαν κάποια κενά αέρος στο ταξίδι του ήρωα στους διαδρόμους της μνήμης. Εκεί αισθάνθηκα ότι η σκηνοθεσία θα μπορούσε να πυκνώσει κάπως τους ρυθμούς και να βρει πιο λειτουργικές και έξυπνες γέφυρες. Όπως θα μπορούσε σε κάποια σημεία αναπόλησης να δείξει μεγαλύτερη τόλμη ώστε να είναι λιγότερο προβλέψιμη. Η μαγνητοφωνημένη φωνή είναι μια κάποια λύση, αλλά παλιά και ανενδιαφέρουσα.
Συμπέρασμα: Μια καλή παράσταση με αίσθηση χιούμορ και παράλληλα πικρή, στοχαστική, προβληματισμένη και απόλυτα επικοινωνιακή.

Πρώτη δημοσίευση:  The greekplay project 23/11/2016