Περί φεστιβάλ, ανανέωσης και BITEF




Είναι πάρα πολλά τα θεατρικά φεστιβάλ. Τόσο πολλά που ακόμη κι αν κάποιος διέθετε όλο το χρόνο του και τα λεφτά του θα ήταν αδύνατο να καλύψει ακόμη και το εν δέκατο. Έχουμε φτάσει στο σημείο κάθε πόλη να έχει το δικό της φεστιβάλ. Και αντιλαμβάνομαι το γιατί. Είναι μια βιτρίνα προβολής. Και  δεν είναι κακό αυτό. Κακό είναι όταν αυτή η βιτρίνα εξελίσσεται σε showcase αγοραπωλησίας, σ’ ένα τεράστιο σουπερμάρκετ, όπου εκτίθενται προϊόντα τελευταίας κοπής. Και πολύ φοβούμαι πως αργά αλλά σταθερά εκεί οδεύουν τα περισσότερα από αυτά. Είναι μέσα στο zeitgeist της εποχής. Το αισθάνεσαι με το που πατήσεις το πόδι σου σ’ ένα από αυτά.

Φεστιβαλική αγορά
Ατζέντηδες, κάθε λογής promotionists, δημοσιοσχεσίτες παντός τύπου και καιρού, επαγγελματίες σοβαροί και φανφαρόνοι, περαστικοί πωλητές, σχετικοί και άσχετοι, πραγματικοί και γιαλαντζί αγοραστές με μια business card ανά χείρας επιδίδονται σε ένα ανελέητο παιχνίδι χωρίς όρια. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή η διαχείρισή ενός τέτοιου θεσμού,, γιατί εύκολα από χώρος δημιουργίας μπορεί να μετατραπεί σε χώρο άγριας και ανεξέλεγκτης πανηγυριώτικης φιέστας.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, όπως είπα, καμιά πόλη δεν αγνοεί τη δυναμική του θεσμού, γι’ αυτό και όλες (κυρίως οι μικρομεσαίες και οι λιγότερο γνωστές), δίνουν αγώνα για να μπουν στο κύκλωμα, να καθιερώσουν το δικό τους φεστιβάλ, να έχουν το δικό τους καλό διαβατήριο που θα τις βάλει στον χάρτη.
Αυτά σαν μια πολύ γενική παρατήρηση που προφανώς έχει και τις εξαιρέσεις της. Δηλαδή, φεστιβάλ τα οποία χωρίς μεγάλο προϋπολογισμό πασχίζουν για το καλύτερο. Όπως το παρακάτω.
Τα 50χρονα του BITEF
Μολονότι είναι δίπλα μας, γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Κι αν δεν ήταν κάποιες συγκυρίες, όπως η διάλυση της χώρας που έγινε η αιτία να γνωρίσουμε κάποιους συγγραφείς και σκηνοθέτες όπως ο Νίκολιτς, ο Κοβάσεβιτς και ο Μιλιβόγιεβιτς, θα εξακολουθούσαμε να έχουμε παντελή άγνοια.
Αναφέρομαι προφανώς στο σερβικό θέατρο, ένα θέατρο με μεγάλη παράδοση, σπουδαίους καλλιτέχνες και ένα φεστιβάλ αγωνιστικό και τολμηρό, το BITEF, το οποίο γεννήθηκε ακριβώς πριν από 50 χρόνια (το 1967 —δηλαδή ένα χρόνο μετά τα «Δημήτρια») και στο οποίο έχουν φιλοξενηθεί οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Έριξα μια γρήγορη ματιά και ανάμεσα στα τριακόσια τόσα καταχωρημένα ονόματα ξένων καλλιτεχνών υπάρχει μόνο ένα ελληνικό: του Θ. Τερζόπουλου.


Η απουσία μας
Θα μου πείτε γιατί μόνο ένα όνομα, τη στιγμή που υπάρχουν και άλλοι σημαντικοί Έλληνες καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να έχουν μια θέση δίπλα στους σημαντικούς του παγκόσμιου θεάτρου. Σωστό. «Θα μπορούσαν», που σημαίνει ότι κάτι έγινε και δεν «μπόρεσαν».
Τώρα το ποιος φταίει και δεν φταίει, είναι ένα ζήτημα που δεν είναι της παρούσης. Επιγραμματικά να πούμε ότι όλοι φαίνε, και το κράτος με τη γυφτιά του και οι καλλιτέχνες με την εσωστρέφεια και την έλλειψη τόλμης.
Ειδικά σήμερα μ’ ένα κράτος εντελώς ξεχαρβαλωμένο, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα επιβιώσουν και θα ταξιδέψουν όσοι έχουν τα κότσια να πορευθούν ως αυτόνομες οντότητες και με βάση αυτά που διαθέτουν στην καλλιτεχνική τους φαρέτρα. Και αυτοί δεν μπορεί να είναι άλλοι παρά οι νέοι. Αυτοί διαθέτουν και τη φυσική δύναμη και την πολυτέλεια να πέσουν και να ξανασηκωθούν.
Περί νεότητας
Βέβαια δεν αρκεί να είναι κανείς βιολογικά νέος για να πετύχει. Νέος είναι εκείνος που δεν φοβάται να διασχίζει παντός τύπου μεθορίους, που δεν φοβάται τις προκλήσεις, την εξωστρέφεια. Μόνο που το πρόβλημα με τους περισσότερους νέους μας είναι ότι σκέφτονται και δρουν σαν μεσήλικες. Τους λείπει ο καλός εννοούμενος τσαμπουκάς, το θράσος μαζί με το θάρρος, η υπομονή, το συνεπές όραμα. Κάθονται και περιμένουν τις ευκαιρίες να τους χτυπήσουν την πόρτα αντί να τις δημιουργήσουν. Όμως, πρέπει να καταλάβουν ότι όποιος περιμένει τις ευκαιρίες θα είναι πάντα δεύτερος.
Ο Robert Wilson  ως ομιλητής στην έναρξη του φεστιβάλ BITEF
Φεστιβάλ με νέα διεύθυνση
Επιστρέφω εκεί που άρχισα: στο φετινό Φεστιβάλ του BITEF, τη διεύθυνση του οποίου έχει αναλάβει εδώ και λίγους μήνες ένας νέος άνθρωπος, ο Ιβάν Μεντενίτσα (Ivan Medenica), καθηγητής θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και κριτικός. Πολυταξιδεμένος, με άποψη, απρόβλεπτος στις επιλογές του αλλά και ενημερωμένος, δείχνει διατεθειμένος να πάρει ρίσκα, εν γνώσει του ότι θα διχάσει. Αλλά και γιατί όχι; Αλίμονο εάν όλοι οι “φεστιβαλιζόμενοι” χειροκροτούν μανιωδώς. Αλίμονο εάν όλοι επικροτούν.  Τότε κάτι δεν πάει καλά.
Ο στόχος ενός καλού και ανήσυχου φεστιβάλ δεν είναι να ικανοποιήσει το γούστο της μάζας αλλά να το προκαλέσει, να δοκιμάσει όρια και αντοχές, να ξανατοποθετήσει τον πήχη.
Ένα υγιές φεστιβάλ δεν προωθεί την κανονικότητα αλλά το νέο και το «άταχτο». Και αυτό το στόχο φαίνεται πως έβαλε ο νέος του διευθυντής. Και βεβαίως δεν κινήθηκε στα τυφλά. Ήξερε τα κατατόπια. Είχε εικόνα της ιστορίας του φεστιβάλ, τον ρόλο που έπαιξε στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
Οριακό φεστιβάλ
Το BITEF ήταν εξαρχής ένα φεστιβάλ “οριακό”, υπό την έννοια ότι η ίδια η φύση του πολιτικού καθεστώτος της χώρας του επέτρεπε να λειτουργεί  στις παρυφές ποικίλων κουλτουρών. Απλά τα τελευταία χρόνια έγινε πολύ ευρωκεντρικό και σταδιακά απομονώθηκε, κυρίως μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, οπότε βγήκαν στην επιφάνεια πολλά μικρά φεστιβάλ, τα οποία διεκδίκησαν τη θέση που για χρόνια μονοπωλούσε (όπως το Λετονικό Homo Novus, το φεστιβάλ του Maribor κ.λπ).
Γι’ αυτό και πρώτο μέλημα του νέου διευθυντή ήταν η επαναδιεθνοποίηση του φεστιβάλ μέσα από επιλογές λιγότερο προβλέψιμες και πιο απλωμένες γεωγραφικά.
Βέβαια το να παρακάμψει κανείς την Ευρώπη και να αναζητήσει λύσεις αλλού δεν είναι απλά θέμα θέσης ή οράματος, αλλά πρωτίστως χρημάτων. Το ότι σπάνια βλέπουμε σε όποιο φεστιβάλ και να πάμε παραστάσεις από την Αυστραλία λ.χ ή τη Νότιο Αφρική ή τη Σιγκαπούρη οφείλεται σε αυτόν το λόγο. Κι όταν δυσκολεύονται τα μεγάλα φεστιβάλ, πόσο μάλλον τα μικρά.


Ο ταύρος της Ευρώπης
Ο Μεντενίτσα επέλεξε να στήσει ένα θεματικό φεστιβάλ έχοντας ως “μπούσουλα” των επιλογών του όλα όσα γίνονται στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Όπως η ίδια η Γιουγκοσλαβία ήταν μια σύνθεση από (όπως αποδείχτηκε) ετοιμόρροπα συστατικά μέρη, έτσι είναι σήμερα και η Ευρώπη. Εξού και το σύμβολο που κυριάρχησε ως επικοινωνιακή εικόνα: ο Ταύρος, ο οποίος, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία,  δημιούργησε την Ευρώπη. Σλόγκαν του φεστιβάλ: «Στις πλάτες ενός μαινόμενου ταύρου», ενός ταύρου έτοιμου να τα σπάσει όλα, τα όρια των ειδών, των τεχνών, των πολιτισμών, των εθνοτήτων αλλά κυρίως τη συνοχή της ίδιας της Ευρώπης. Ο Ταύρος δοκιμάζει τις αντοχές του οικοδομήματος που η μυθολογία του χρέωσε να έχει δημιουργήσει.
Κοσμοπολίτικο ρεπερτόριο
Τo ρεπερτόριο κινήθηκε με διάθεση κοσμοπολίτικη, καλύπτοντας περιοχές όπως ο Λίβανος η Σιγκαπούρη, η Ινδονησία, η Αφρική, και βεβαίως η Ευρώπη, αναζητώντας μέσα από όλα αυτά όχι μόνο ανοίκειες τοπικότητες αλλά και νέες τάσεις. Και αυτό εξηγεί γιατί μέσα σε αυτό το πλαίσιο το φεστιβάλ φιλοξένησε και το μεγάλο συνέδριο της «Διεθνούς Ένωσης Κριτικών», με θέμα τις σχέσεις του καινούργιου στο θέατρο και της αγοράς, όπου είχα την τιμή να προεδρεύω.
Το καινούργιο ως εσωτερική ανάγκη ή πρωτίστως ως επιταγή της αγοράς; Αυτό ήταν το ερώτημα που κλήθηκαν να σχολιάσουν οι σύνεδροι, αλλά και το ερώτημα που παρεισέφρυε, κατά κάποιον τρόπο, και στις ίδιες τις παραστάσεις, την αισθητική και τη θεματική τους.
Δραματικό θέατρο, εγκαταστάσεις, περφόρμανς-διάλεξη, θέατρο-ντοκουμέντο, χορός-περφόρμανς: μια ποικιλότητα απόλυτα υβριδική, που, όπως ήταν φυσικό, σε ορισμένους άρεσε, άλλους προβλημάτισε και άλλους άφησε αδιάφορους.
Πρώτο βραβείο
Η διεθνής επιτροπή βράβευσε ως καλύτερη παράσταση του φεστιβάλ το έργο του 36χρονου και γοργά ανερχόμενου Γερμανού Λοτζ (Wolfram Lotz), “Το γελοίο σκοτάδι”, σε σκηνοθεσία του Τσέχου Πάριτσεκ (Dusan David Parizek). Ένα παραλήρημα της φαντασίας σε μια αφρικανική ζούγκλα, όπου ο θεατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει  την αλήθεια από το ψέμα. Και όσο το ποτάμι παρασύρει τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας πιο βαθιά στη ζούγκλα τόσο καταργούνται τα όρια. Για το συγγραφέα αυτό το κερματισμένο σύμπαν είναι ο κόσμος μας πριν από την τελική καταστροφή.
Με εμφανείς τις επιρροές από το έργο του Τζόζεφ Κόνραντ, “Η καρδιά του σκότους” και από την ταινία του Φρ. Κόπολα “Αποκάλυψη Τώρα”, ο Λοτζ βάζει ως στόχο να σχολιάσει την αλαζονεία του δυτικού πολιτισμού και πώς αυτή στρεβλώνει τον τρόπο που βλέπει και καταλαβαίνει το διαφορετικό και πώς το αποτέλεσμα αυτής της στρέβλωσης οδηγεί μοιραία σε πράξεις βίας.
Και καθώς το έργο θέτει ζητήματα για το πώς βλέπουμε τον κόσμο, θέτει και το ζήτημα κατά πόσο και το θέατρο βλέπει σωστά τον κόσμο. Για τον Λοτζ, τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει ή φαίνεται.
Πρόκειται για ένα έργο με ενδιαφέρουσες και σύγχρονες θέσεις, όμως η ίδια η αισθητική της παράστασης μάλλον άφησε τον κόσμο με ανάμικτα συναισθήματα, κυρίως ένεκα της φορτωμένης και κατά τόπους φλύαρης εικονολαγνείας της. Πολλά πράγματα θα μπορούσαν να ειπωθούν χωρίς καταφύγιο στο εικαστικό σχόλιο.
Σε κάθε περίπτωση, ήταν μια «ανήσυχη» πρόταση σκηνοθετημένη σύμφωνα με την πληθωρική αισθητική της γερμανικής και κεντροευρωπαϊκής σχολής, και απόλυτα ενταγμένη στο πνεύμα του φεστιβαλικού ρεπερτορίου.

Femi Osofisan
Συμπέρασμα: Κλείνοντας να πω ότι κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ, η Διεθνής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου, σε ειδική τελετή, απένειμε το έκτο της βραβείο Thalia στο Νιγηριανό συγγραφέα και καθηγητή Femi Osofisan για την προσφορά του στην τέχνη του θεάτρου. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι είναι ο πρώτος Αφρικανός που βραβεύεται με το συγκεκριμένο βραβείο. Για τον Έλληνα θεατρόφιλο τα έργα του Osofisan έχουν και ειδικό ενδιαφέρον γιατί κάνουν εκτενή χρήση των αρχαίων μύθων.
Σημ. Parallaxi  http://parallaximag.gr/agenda/theatro/peri-festival-ananeosis-ke-bitef,  14/10/2016