Περί αριστοφανικών παραστάσεων




Σε αντίθεση με τους μεγάλους μας τραγικούς, ο χρόνος για τον Αριστοφάνη δεν λειτουργεί πια υπέρ του. Όλο και θαμπώνει η λάμψη των έργων του, και τούτο γιατί οι περισσότερες παραστάσεις που βλέπουμε δεν έχουν να μας πουν πια απολύτως τίποτε. Ή μάλλον, ό,τι έχουν να μας πουν έχει ήδη ειπωθεί. Πλέον έχουν πάρει τη μορφή εμποροπανηγύρεως, που στήνεται τσάτρα-πάτρα μέσα από συνεργασίες που πουλάνε τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, με απώτερο σκοπό, φυσικά, το κέρδος. Τα περί πολιτισμού, περί σεβασμού του θεατή, περί βελτίωσης του γούστου του κοινού που μας αραδιάζουν στις συνεντεύξεις τους οι εμπλεκόμενοι είναι λόγια του αέρα. Λέγονται για να λέγονται.
Όλοι ξέρουμε ότι ο ο Αριστοφάνης είναι μέγας ποιητής και μέγας πολιτικός νους που μας αφορά και σήμερα. Το θέμα είναι αυτό το μεγαλείο να γίνει ευεργετικό θέαμα. Δεν εξετάζω εάν θα γίνει μέσα από μια «πιστή» απόδοση  ή διασκευασμένη ή πειραγμένη. Εκείνο που μετράει είναι τι «ταμείο» κάνω εγώ ο θεατής με το πέρας της παράστασης. Φεύγω πιο γεμάτος από ό,τι μπήκα ή πιο άδειος;
Δυστυχώς, εννέα στις δέκα φορές ο θεατής φεύγει άδειος. Μόνη ανάμνηση από την παράσταση τα χάχανα (που και αυτά δεν είναι πάντα δεδομένα).
Τα κλισέ
Εάν κάποιος πραγματικά θέλει να κάνει πολιτικό θέατρο μέσω Αριστοφάνη (που συνήθως όλοι αυτό επιδιώκουν ή έτσι μας λένε), και μέσα απ’ αυτό ν’ αφυπνίσει ή να ευαισθητοποιήσει ή ακόμη και να «εξαγριώσει» ένα λαό, δεν είναι εν τοις πράγμασι δυνατόν να το επιτύχει βάζοντας την παράσταση στον αυτόματο πιλότο, με άλλα λόγια δεν γίνεται να κερδίσει την ουσία και τις εντυπώσεις ποντάροντας στο πολυφορεμένο, στο ξαναζεσταμένο, στο άμεσα και εύκολα  αναγνωρίσιμο, στο τριμμένο, στο προβλέψιμο.  Εν ολίγοις στο «κλισέ».
Η αθυροστομία που έχει διαρκώς την τιμητική της σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις (αρχίδια, κώλοι, μουνιά, μαλαπέρδες και, βεβαίως, η σημαία ευκαιρίας, η «μαλακία») πιστεύω πως δεν θα ενοχλούσε εάν δεν ήταν αυτοσκοπός. Εάν μαζί με το γέλιο προκαλούσε και τη σκέψη, εκτιμώ πως κανείς δεν θα δήλωνε δυσαρεστημένος.
Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι καμιά παράσταση αριστοφανικού έργου δεν μπορεί να πετύχει ευεργετικά αποτελέσματα εάν βασίζεται στη χρήση των κλισέ, γιατί  απλούστατα το κλισέ, είτε αφορά τη διαχείριση του λόγου είτε των εικόνων είτε των ιδεολογημάτων είτε των σωμάτων και των θεμάτων, οδηγεί ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη συντήρηση όλων εκείνων που υποτίθεται ένας καλλιτέχνης έχει ως στόχο να ταρακουνήσει ή να εκθέσει μέσα από το σκηνικό του εγχείρημα. Πιο αναλυτικά.
Δεν είναι τυχαίο που κανένα άξιο έργο τέχνης δεν κάνει χρήση των κλισέ. Χρήση των κλισέ κάνουν οι συγγραφείς της σειράς Άρλεκιν, και γενικά όσοι θέλουν να πουλήσουν. Ξέρουν ότι η ανατροπή του ορίζοντα των προσδοκιών του δέκτη δεν είναι ευπώλητη. Ποιος, αλήθεια, θα ξοδευτεί για κάτι που δυσκολεύει την επικοινωνία, που τον αναγκάζει να σκεφτεί βαθιά, να προβληματιστεί, ν’ αναθεωρήσει, ν’ αντιληφθεί και τα δικά του όρια, να τοποθετηθεί απέναντι στην πραγματικότητα με τρόπο πιο ελεγκτικό, πιο αυστηρό, πιο απομυθοποιητικό; Ο περισσότερος κόσμος θέλει να βιώνει όλα τα ερεθίσματα με μεγάλη ταχύτητα χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Και το κλισέ κάνει αυτό ακριβώς: επιταχύνει την κατανάλωση χωρίς να σε αναγκάζει να σκεφτείς.


Πολιτικοί και κλισέ
Δεν είναι τυχαίο που οι διαχειριστές της εξουσίας μιλούν μόνο με κλισέ. Κάνουν, κυριολεκτικά, «μεροκάματο» πουλώντας, ανερυθρίαστα, άλλοι με την οκά και άλλοι με το καντάρι, κιτρινισμένες από την πολλή χρήση και τον χρόνο κοινοτυπίες. Έχουν εντρυφήσει στην απάτη. Ξέρουν ότι το κλισέ καθησυχάζει, κάνει το δέκτη να νιώθει όμορφα με αυτά που κατέχει ή ονειρεύεται. Δεν θα τον κάνουν να νιώσει ανεπαρκής. Δεν θα του πουν ποτέ την αλήθεια. Και αν αυτό είναι το ζητούμενο της ρητορικής των πολιτικών, δεν νομίζω πως θα ‘πρεπε να είναι και της καλλιτεχνίας.
Μια παράσταση που κόπτεται ότι πετάει τις μάσκες για το χατήρι της αλήθειας, που κόπτεται ότι ξεγυμνώνει τους φαύλους, δεν επιτρέπεται να καταφεύγει σε περιχαρακωμένα ιδεοληπτικά στερεότυπα, σε τριμμένες  και πολυφορεμένες σκηνικές λύσεις, σε χθεσινό φαγητό ξαναζεσταμένο.
Μην πάτε μακριά, δείτε πώς διαχειρίζονται, οι περισσότεροι που εμπλέκονται με αριστοφανικές παραστάσεις, τις σχέσεις ελληνικού κράτους/πολίτη (και για να το πάω λίγο παραπέρα, και τις σχέσεις Ελλάδας/Ευρώπης) και θα καταλάβετε τι εννοώ.
Σύνθετες σχέσεις
Όλοι ξέρουμε ότι οι σχέσεις αυτές δεν ήταν ποτέ εύκολες ούτε ευανάγνωστες. Ήταν από την αρχή ένα δυσπερίγραπτο κουβάρι με τη ζυγαριά να γέρνει μια από δω και μια από κει. Ένας γρίφος, όπου το ζητούμενο ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η εμπιστοσύνη. Μια μόνιμη καχυποψία ένθεν κακείθεν.
Αντί, λοιπόν, να τονίζεται η συνθετότητα αυτών των σχέσεων, εκείνο που βλέπουμε κατά κόρον, πέρα από την εκμαίευση του εύκολου γέλιου, είναι η παντί τρόπω επιβεβαίωση της αθωότητας του λαού, πράγμα που κατά κανόνα επιτυγχάνεται (εξού και τα ζωηρά επιφωνήματα κάθε φορά που ξεμπροστιάζεται κάποιος ισχυρός ή πλούσιος).
Δεν λέω ότι δεν πρέπει να εκτίθενται τα κακώς κείμενα. Βεβαίως και πρέπει. Εκείνο που λέω είναι ότι απαιτείται μια πιο προβληματισμένη και διερευνητική ματιά, χωρίς τ’ αγκωνάρια ετοιματζίδικων λύσεων και ευπώλητων τσιτάτων.
Ας μην ξεχνούμε ότι κάθε λαός έχει την κοινωνία που του αξίζει. Στην καταβαράθρωση ή στην ανόρθωση μιας χώρας όλοι συμβάλουν με τον τρόπο τους και το μερίδιο ευθύνης τους. Όλοι είμαστε παίχτες στην ίδια σκηνή. Κάποιοι σε ρόλους πρωταγωνιστικούς και άλλοι ως κομπάρσοι.
Το να εμφανίζεται ένας λαός αμόλυντος, αγνός, αθώος, αιώνιο θύμα των μηχανορράφων της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, λέει μεν μια μεγάλη αλήθεια, όχι όμως όλη την αλήθεια. Χρειάζονται δύο για να χορέψουν το ταγκό της ιστορίας. Και μια παράσταση που στρέφεται στο λαό, εξαγνίζοντας το λαϊκισμό δεν κάνει έργο ευεργετικό όπως πιστεύει. Γιατί  εξαγνίζοντας το λαϊκισμό τον καθιστά μια μορφή λύσης στις σχέσεις λαού και εξουσίας.


Εν κατακλείδι
Βέβαια, όπως είπα στην αρχή, υπάρχει κέρδος σ’ αυτή τη δοκιμασία. Και αυτό είναι εισπρακτικό. Εδώ μιλάει πρωτίστως το ταμείο. Γιατί αν μιλούσε η αλήθεια, ίσως το ταμείο να ήταν διαφορετικό. Ασφαλώς το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Απλά δεν είναι το σύνηθες. Γι’ αυτό και προτίθεμαι να συνεχίσω την κουβέντα με μια εξαίρεση (η οποία επιβεβαιώνει και τον κανόνα), μια παράσταση αριστοφανικού έργου που άξιζε τον χρόνο που της αφιέρωσα. Μια παράσταση όπου διόλου δεν βαρέθηκα. Μια παράσταση που μου έδωσε τροφή να προβληματιστώ, να διαφωνήσω, να αναθεωρήσω. Μιλώ για τη «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, με την οποία θα ασχοληθώ αναλυτικά στο αμέσως επόμενο κριτικό μου σημείωμα σε λίγες μέρες, σε αυτήν εδώ την ηλεκτρονική σελίδα.

Σημ. Πρώτη δημοσίευση  Parallaxi 18/09/2016