Ερμηνεία-κέντημα

Κάποτε, και εννοώ στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν πάγια τακτική να μπαίνει φαρδύ πλατύ το ερώτημα: «τι θέλει να πει ο δημιουργός;». Και μέσα από το πρίσμα αυτής της λογικής οποιαδήποτε πηγή ενίσχυε τις πιθανές απαντήσεις ήταν καλοδεχούμενη. Εξ ου και η ιδιαίτερη αγάπη των μελετητών για τις συνεντεύξεις που έδιναν στα διάφορα έντυπα οι καλλιτέχνες, για τις επίσημες βιογραφίες τους και εννοείται και τις αυτοβιογραφίες.

Παγίδες
Δεν αντιλέγω ότι εκεί μπορείς να αλιεύσεις χρήσιμο υλικό, αλλά και το αντίθετο: εκεί μπορεί και να παγιδευτείς, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα  «προσωπικά τεκμήρια», δεν είναι και τόσο αξιόπιστα, υπό την έννοια ότι συχνά αποτελούν ωραιοποιημένες ή παραποιημένες ή παραφουσκωμένες εκδοχές του πραγματικού, που σκοπό έχουν να διαμορφώσουν μια επιθυμητή εικόνα της προσωπικότητας ή των προθέσεων των καλλιτεχνών σε ό,τι αφορά κάποιο έργο τους ή την προσωπική τους ζωή κ.ο.κ..
Εκ του αποτελέσματος
Φυσικά εννοείται ότι ο κάθε καλλιτέχνης μπορεί να λέει και να γράφει για το έργο του ή τον εαυτό του ό,τι επιθυμεί, αλλά εκείνο που μετράει είναι μόνο το αποτέλεσμα, η ποιότητα του οποίου κρίνεται από τον κάθε δέκτη διαφορετικά. Αυτός είναι ο πραγματικός «ιδιοκτήτης» του όποιου νοήματος. Κι αν αυτός, για τον άλφα ή βήτα λόγο, δεν εκτιμά το ρεμπέτικο, για παράδειγμα, είναι βέβαιο ότι δεν θα εκτιμήσει και την προσφορά της Σωτηρίας Μπέλλου, εν προκειμένω. Εάν του αρέσει, όπως συμβαίνει σε μένα, τότε και η τελική αποτίμηση θα είναι διαφορετική. Όλα είναι εντέλει σχετικά.
Διαδρομή στο σανίδι
Θεωρώ τυχερή τη Σοφία Αδαμίδου, η οποία έγινε ο αποδέκτης των εξομολογητικών στιγμών της Μπέλλου. Δεν υπάρχουν πολλές Μπέλλου και, πολύ περισσότερο, δεν υπάρχουν πολλές προσωπικές ιστορίες που να κρύβουν τόσο πολλά και ξεχωριστά πράγματα, τα οποία, ιδωμένα όλα μαζί, δίνουν μια εύστοχη και διόλου ωραιοποιημένη εικόνα της προσωπικότητάς της.

Τώρα, το κατά πόσο η ίδια η θεατρική γραφή της Αδαμίδου έχει κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα που να την κάνουν να ξεχωρίζει ως δημιουργική πράξη, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Για εκείνο που δεν έχω επιφυλάξεις είναι το γεγονός ότι ευτύχησε να πέσει στα χέρια δοσμένων καλλιτεχνών, αρχής γενομένης με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στη «Στοά», σε σκηνοθεσία Κ. Κωνσταντόπουλου, την ίδια χρονιά που η Νένα Μεντή ενσάρκωνε μιαν άλλη ρεμπέτισσα, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (2007). Μετά (2012)  έρχεται η  φοβερή ερμηνεία της Ντίνας Κώνστα στο θέατρο Κάππα, σε σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου και τώρα, μια εξίσου γεμάτη ερμηνεία, από την Έφη Σταμούλη (ΚΘΒΕ), σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου, στη Μικρή Σκηνή της Μονής Λαζαριστών.
Σκηνοθεσία
Ένα από τα στοιχεία που μου άρεσαν στη σκηνοθεσία της Χατζηβασιλείου ήταν η ματιά της: καθαρή και συνεπής. Αν και είχε να διαχειριστεί ένα πρόσωπο λίγο πριν από το τέλος της ζωή του, δηλαδή σε μια φάση διόλου γαλήνια, δεν εκτροχίασε την ανάγνωσή της, αναζητώντας  εύκολες λύσεις στο μελό ή στις υπερβολές. Σίγουρα η μπαγκέτα της δεν αγνόησε να υπογραμμίσει και το συναίσθημα, όμως δεν παρασύρθηκε, κράτησε το μέτρο. Εκεί όπου έπρεπε έντυσε τις επιλογές της με τα ρούχα μιας ελεγχόμενης θλίψης ενός ανθρώπου που χάνει, «από τον πούστη τον καρκίνο», με τραχειοτομή («τρύπα» που λέει και η ίδια η παθούσα) ό,τι πολυτιμότερο έχει, τη φωνή, στην οποία οφείλει αυτό που είναι: η Μπέλλου. Αλλού άφησε να μπει ανακουφιστικά το χιούμορ, γιατί, ναι, υπάρχουν και άνθρωποι που ξέρουν να γελάνε και στις πολύ δύσκολες στιγμές που βιώνουν.

Στην προσπάθειά της να αποβάλει από τη σκηνοθετική της φαρέτρα το άγχος της ψυχαγωγικής θήρας του θεατή ώστε να πετύχει να παραδώσει μια σωστή (εννοώ χωρίς πιασάρικες ευκολίες) ψυχαγωγική παράσταση, περιορίστηκε  να φωτίσει τα βασικά και αυτά που έκρινε καθοριστικά. Και εν πολλοίς ορθά έπραξε. Απλά ως θεατής αισθάνθηκα κάποιες στιγμές ότι ήθελα ένα λιγάκι πιο εμπλουτισμένο flashback στη ζωή της Μπέλλου, ώστε να γίνει πιο χορταστικό αυτό το επεισοδιακό και ιδιότροπο ταξίδι στη ζωή μιας γυναίκας, ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω τη λέξη, «κολασμένης», μιας περιπλανώμενης γυναίκας άπιαστης στην εξουσία της ηθικής και του καθωσπρεπισμού. Μιας γυναίκας που πέταξε βιτριόλι στον άντρα της και πήγε φυλακή. Ε, κάποια εμπλουτισμένα ενσταντανέ από αυτό το ζοφερό παζλ θα ήθελα να τα δω. Αλλά και που δεν τα είδα μικρό το κακό, γιατί αποζημιώθηκα πέρα ως πέρα από την ερμηνεία μιας ηθοποιού που «φόρεσε» τον ρόλο της Μπέλλου λες και ήταν έτοιμη από καιρό. Και ιδού.
Ερμηνεία
Η Έφη Σταμούλη στον πιο δραματικό και, κατά τη γνώμη μου, καλύτερο ρόλο της καριέρας της, έκανε πέρα τις όποιες ευκολίες αποθήκευσε ο χρόνος στο παίξιμό της, πάλεψε στα ίσα με τους «δαίμονες» της ψυχής της ηρωίδας της και παρέδωσε στην πλατεία ένα ερμηνευτικό κέντημα υψηλών προδιαγραφών, ένα πλάσμα κυκλοθυμικό και πολυδιάστατο, μια Μπέλλου όμοια και διαφορετική, αγέρωχη αλλά και τόσο εύθραυστη, σκληρή αλλά και ευαίσθητη, σεβνταλού αλλά και με αίσθηση δικαίου. Χωρίς να εκβιάζει συναισθήματα, χωρίς παροξυσμούς, υστερίες και υπερβολές, έπιασε τους σφυγμούς της καρδιάς της, χρωμάτισε τα ηθικά, τα ερωτικά και επαγγελματικά της διλήμματα και τα συνταίριαξε αντιθετικά με τις κωμικές εξωτερικεύσεις τους.
Σωστά έπραξε και δεν τη μιμήθηκε. Σωστά έπραξε και δεν την τραγούδησε. Εμπνεύστηκε από αυτήν και κινήθηκε ανάλογα. Στάση σώματος, κίνηση χεριών, βάδισμα, μορφασμοί, χρώμα φωνής, και γενικότερη εμφάνιση (επιτυχημένη η ενδυματολογική πρόταση της Χατζηιακώβου) δημιούργησαν μια περσόνα σαρωτική, που ήταν η Μπέλλου της Έφης Σταμούλη.

Δίπλα της, μια σωστή «νοσοκόμα», η Ειρήνη Μουρελάτου. Το φυσικό της παίξιμο ζέσταινε το σκόπιμα ψυχρό νοσοκομειακό περιβάλλον που πρότεινε η Χατζηιακώβου.
Συμπέρασμα: Μια σμιλεμένη παράσταση και μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία.

Σημ. Πρώτη δημοσίευση Parallaxi 29/01/2016