Τα παράλογα του έρωτα



Πρόσφατα πήγα στο Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσσαλονίκης και είδα το Πόρτες και Παρτιτούρες, μια «γλυκόπικρη», όπως την ονόμασαν οι συντελεστές της ομάδας Α! ΚΑΤΑΛΑΧΟύ, κωμωδία με μάσκες και κούκλες, σε σκηνοθεσία ενός γνώστη του είδους, του Ισπανού   Koldobika G. Vio.

Η ιστορία αρκετά απλή. Δύο άνθρωποι τρίτης ηλικίας ζουν μια μοναχική ζωή σε παραδιπλανά διαμερίσματα. Τους παρακολουθούμε να σκαλίζουν τα προσωπικά τους αντικείμενα ή να πίνουν καφέ. Τίποτα το ξεχωριστό. Μια συνηθισμένη, καθημερινή ρουτίνα, μέχρι που καταφθάνει στο διαμέρισμα ανάμεσα στα δικά τους, ένας καινούργιος ένοικος, μουσικός στο επάγγελμα, ο οποίος,  κάθε φορά που παίζει, οι νότες της μουσικής του τρυπούν τους τοίχους των δύο διαμερισμάτων και μπαίνουν στη ζωή τους, τους ταξιδεύουν, τους ξυπνούν μνήμες, μέχρι που τους βγάζουν από τη μοναξιά τους και τους φέρνουν πιο κοντά.
Ένα γοητευτικό στόρι με τρυφερό φινάλε το οποίο, ένεκα της ιδιομορφίας του, δεν μπορώ να το κρίνω στις λεπτομέρειές του. Εκείνο που είμαι σε θέση να πω είναι ότι, μπορεί η χορογράφηση της κίνησης η χρήση της μάσκας και της κούκλας να μην μας έδειξαν κάτι που θα ονόμαζα ευρηματικό ή ασυνήθιστο, όμως το όλο θέαμα που ζωντάνεψαν για μας ο Μάριος Μεβουλιώτης και η Ελένη Γιανούση, με τη μουσική συνοδεία του Παύλου Μέτσιου, είχε μια γοητευτική απλότητα και ειλικρίνεια, που συγκινούσε. Ακόμη και αυτή η, κατά τόπους, παιδική αφέλειά του είχε την αμακιγιάριστη ομορφιά της.
Συμπέρασμα: Πιο πολύ αισθάνθηκα την παράσταση παρά θαύμασα την τεχνική της. Και αυτό μου ήταν αρκετό  να περάσω εξήντα ευχάριστα λεπτά.
Έρωτας στο «Παγκάκι»
Μου αρέσει αυτό το έργο, εννοώ το Παγκάκι του Αλεξάντερ Γκέλμαν. Είναι έξυπνο, σπινθηροβόλο, απρόβλεπτο, λίγο μυστηριώδες, λίγο παράλογο, λίγο ρεαλιστικό. Ένα καλά ζυγισμένο μείγμα από διάφορους κώδικες που στο τέλος δένουν σ’ ένα δουλεμένο όλον, με επικοινωνιακή δυναμική. Με μια προϋπόθεση: εφόσον αναλάβουν να ζωντανέψουν την ιστορία του δύο ρολίστες.

Και το τονίζω αυτό γιατί δεν είναι εύκολη δοκιμασία. Είναι μια σκηνική περιπέτεια γεμάτη ανηφόρες και κατηφόρες, κούρβες και ισάδες, νηνεμίες και φουρτούνες. Περνά από όλες τις φάσεις αλληλοεξόντωσης. Ο Γκέλμαν, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με θυμό ή στοργή, άλλοτε με καλή χρήση του σασπένς, άλλοτε με ξαφνικά γυρίσματα ή με περιεκτικούς μονολόγους ή ατακαριστούς διαλόγους διασχίζει όλη την απόσταση του στόρι με καλές ταχύτητες και καλοδουλεμένες παγίδες και δείχνει να έχει καθαρή την εικόνα της διαδρομής στο μυαλό του.
Γι’ αυτό λέω πιο πάνω ότι είναι έργο που ζητά πεπειραμένους ηθοποιούς, έτοιμους να βάλουν όλα τα υποκριτικά τους εργαλεία σε κατάσταση υψηλής επιφυλακής.
Η παράσταση
Η παράσταση που είδα στο συμπαθητικό θεατράκι Vis Motrix, σε σκηνοθεσία της Δήμητρας Λαρεντζάκη, δεν είχε πεπειραμένους ρολίστες, είχε όμως δυο νέα παιδιά που πάλεψαν με νύχια και με δόντια. Σίγουρα ζορίστηκαν. Και φαινόταν. Η στραμπουληγμένη άρθρωση, οι στημένες και κάπως ξύλινες πόζες και αμήχανες στιγμές, όπου ο λόγος του ενός προκαλούσε υποκριτική αφλογιστία και ακαμψία στον άλλο, πρόδιδαν απειρία. Μιλούσε η «Γυναίκα» και ο «Άνδρας» δεν ήταν εκεί. Εννοώ, μέσα στο δρώμενο. Δεν έπαιζε τη σιωπή του. Απλώς περίμενε παθητικά να ολοκληρώσει. Και το αντίθετο. Μιλούσε ο Άνδρας περίμενε η Γυναίκα. Έχει σημασία η λεπτομέρεια αυτή, που δεν είναι λεπτομέρεια γιατί σ’ ένα έργο όπου έχεις ένα αμείλικτο τετ-α-τετ, και μάλιστα σε υψηλές θερμοκρασίες συναισθημάτων και εκρήξεων, είναι απαραίτητη η κοχλάζουσα χημεία ένθεν κακείθεν. Λίγο να χαλάσουν τα συστατικά αρχίζουν και οι ανεπιθύμητοι εκτροχιασμοί, ιδίως εκεί όπου  μπαίνει στο παιχνίδι, σε ρόλο πρωταγωνιστή, και η γλώσσα του σώματος, όπως λ.χ. στις πρώτες σκηνές μέθης, όπου ο «Άνδρας» του Αλέξανδρου Κωχ πάσχιζε να μιλήσει τη γλώσσα του ζαλισμένου σώματος αλλά δεν έπειθε, γιατί αντί να παίζει τον μεθυσμένο άφηνε τη μέθη να τον «φοράει» και να τον οδηγεί στο αχρείαστο και σφιγμένο υπερπαίξιμο. Αντίθετα, στη σκηνή προς το τέλος, η έκρηξη της «Γυναίκας» και η χρήση της τσάντας σαν μαστίγιο, είχε επικοινωνιακή δυναμική, γιατί  απλούστατα η Ιωάννα Τζίκα πίστευε  σε αυτό που έκανε. Πονούσε η ίδια και τον πονούσε.

Σε γενικές γραμμές, η σκηνοθεσία της Λαρεντζάκη δεν μας ξάφνιασε, δεν μας έδωσε κάτι «άλλο» να θυμόμαστε, όμως μερίμνησε  ώστε αυτός ο ερωτικός αγώνας να κυλήσει σε ράγες όσο το δυνατό χωρίς πολλούς τριγμούς. Και νομίζω, τηρουμένων των αναλογιών, τα πήγε σχετικά καλά.
Συμπέρασμα: Έχω ξαναδεί αυτά τα παιδιά να παίζουν. Βγάζουν ενέργεια. Έχουν δυνατότητες. Και γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να τους πω, ας δοκιμάσουν να πάνε και λίγο παραπέρα, έξω από το δραματικό θέατρο mainstream, σε κάτι πιο απρόβλεπτο, με πιο χαλαρά δραματικά περιγράμματα. Το θέατρο της πόλης έχει ανάγκη από μια άλλη ματιά στο θέατρο, κυρίως από τους νέους. Όλος αυτός ο ρεαλισμός, ακόμη και ο «πειραγμένος», καλός είναι, αλλά, πώς να το κάνουμε, τον έχουμε προ πολλού χορτάσει.
Έρωτας με το είδωλο
Δυο λόγια και για την ευριπίδεια Ελένη, σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνικά Μαγδαληνής Σίγα, κοστούμια Ιωάννας Παγιατάκη και διασκευή (για εφηβικό κοινό) και σκηνοθεσία Τάσος Ράτζος, για λογαριασμό της ομάδας «Μικρός Βορράς» (θέατρο Black Box).

Εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες που του παρείχε η τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω, (που αρχίζει με την Ελένη και το ομοίωμά της), ο Ράτζος στόχευσε σε μια παράσταση που θα υπογράμμιζε αφενός τον παιγνιώδη χαρακτήρα του θεάτρου και αφετέρου τη ματαιότητα της βίας και των πολέμων. Καλή ιδέα και με πολλές δυνατότητες σκηνικής εκμετάλλευσης. Θεωρώ, ωστόσο, πως δεν του βγήκε. Μόνο στα σημεία. Και εξηγούμαι.
Ο Ράτζος ξέρει από θέατρο και πιστεύω πως θα μπορούσε να μας δώσει μια πιο συγκροτημένη και εστιασμένη πρόταση εάν δεν είχε αυτή την «αγωνία» να φτάσει στην πλατεία μέσα από απανωτά και ουρανοκατέβατα γκαγκς. Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί όλο αυτό το επικοινωνιακό άγχος; Εάν κατέβαζε λίγο την ταχύτητα των δρωμένων, εάν άφηνε εκτός σκηνοθετικές λύσεις χωρίς νόημα (ή συνέχεια), θα ξεκαθάριζε το τοπίο και θα βλέπαμε καλύτερα τους άξονες της ανάγνωσής του. Όπως μας τους παρέδωσε, εγώ προσωπικά δεν κατάλαβα πού ήθελε να μας πάει ακριβώς.
Ερμηνείες
Ο Κώστας Φωτίου είχε σχετική άνεση αλλά παράλληλα πρόδιδε και επίγνωση ότι «παίζει», με αποτέλεσμα να ψευτίζει κατά τόπους τη σκηνική του συμπεριφορά. Η Κίκα Ζαχαριάδου ως Ελένη ήταν ανεπαρκής. Έπαιζε για να είναι αυτή όμορφη κι όχι η ηρωίδα της. Και αυτό την έκανε άσχημη. Όταν φόρεσε τη μάσκα (εξαιρετική κατασκευή, όπως και όλες οι άλλες, με την υπογραφή της Μάρθας Φωτίου) απελευθερώθηκε λιγάκι, ξεπάγωσε το «είναι» της, έβγαλε σωστή θερμοκρασία και ζέστανε κάπως το βλέμμα μας με τη τσαλακωμένη της εικόνα. Η Δήμητρα Σταματίου ήταν μέσα στο γενικό (κωμικό) πνεύμα της παράστασης. Έδειχνε να το διασκεδάζει. Κυρίως το γκελ με την πλατεία. Πάντως, δεν είναι καλό να εκβιάζει κάποιος τα φώτα επάνω του μέσα από πεισματικές και  χρωματισμένες χαριτωμενιές. Φαίνεται, και από ένα σημείο και μετά, αφαιρεί παρά προσθέτει στο κάδρο.

Η κίνηση που δίδαξε η Καλογηρά δεόντως στιλιζαρισμένη. Η μουσική του Βόμβολου σε μια καλή ευθεία με το πνεύμα της σκηνοθετικής ματιάς και η εμψύχωση της μάσκας από τον έμπειρο Κακάλα επικοινωνιακή.
Συμπέρασμα: Μια εφηβική παράσταση που είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, ωστόσο θα μπορούσε και καλύτερα εάν δεν άφηνε να μπουν μέσα τόσο ετερόκλιτα πράγματα που την τραβούσαν από τα μαλλιά και την απειλούσαν  με διάλυση.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση: Parallaxi 6/01/2016