Περί τόπων και ετεροτοπιών στον Μάκμπεθ





Ο  Μάκμπεθ είναι το πλέον βαθυστόχαστο όσο και σκοτεινό έργο του Σέξπηρ. Είναι ένα έργο όπου στην ψυχή του κατοικεί το «κακό» [evil]. Βεβαίως και αλλού το συναντούμε (βλ. Άμλετ, Ιούλιος Καίσαρας, Οθέλλος, Ριχάρδος ο 3ος), πουθενά όμως με τέτοια ένταση και συνέπεια. Εδώ το κακό δεν είναι σχετικό, είναι απόλυτο, τόσο απόλυτο που μοιάζει απόκοσμο, πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία —εξ ου και η αρχική «χρέωσή» του σε τρεις μάγισσες, οι οποίες, εκτός από γνώριμες αναγεννησιακές φιγούρες, θεωρούνταν ικανές να αναστατώσουν την θεϊκή τάξη του σύμπαντος, τους οικείους τόπους δημιουργώντας ρήγματα για να αναδειχθούν οι άλλοι τόποι (που εδώ θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως οι τόποι της συνείδησης ή του υποσυνείδητου).
Ο «μαγικός» χώρος του «άλλου» φαίνεται να θέλγει τον Σαίξπηρ, ίσως γιατί εκεί «εν-τοπίζει» δυναμικά στοιχεία  από το «όλον» της ανθρώπινης ύπαρξης, κοινωνικές και άλλες συνθήκες που δεν εντάσσονται στο κανονικό. Δίνοντας τον πρώτο λόγο (προφητικό, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια) στις απόκοσμες τούτες φιγούρες, γνωρίζει, ως καλός μάστορας που είναι, ότι το αποτέλεσμα θα είναι η ασυμμετρία, σε όλα τα επίπεδα, και πρωτίστως στο ηθικό και το συνειδησιακό.
Η μετάβαση από τη «μαγική» ουτοπία (=μη τόπο) στην «επικίνδυνη» ετεροτοπία προϋποθέτει την πράξη, και αυτήν την αναλαμβάνει ο Μάκμπεθ, ο οποίος, από τις πρώτες κιόλας κουβέντες μαζί τους αναγνωρίζει την άπιαστη δύναμή τους, διαισθάνεται την απόλυτη κυριαρχία τους επάνω στη Φύση (και την ανθρώπινη, εννοείται). Μια κυριαρχία που συνεχίζει μέχρι το τέλος. Εξ ου και τα λόγια του στην τέταρτη πράξη:
Though you untie the winds, and let them fight
Against the churches; though the yesty waves
Confound and swallow navigation up;
Though bladed corn be lodged, and trees blown down;
Though castles topple on their warders' heads;
Though palaces and pyramids do slope
Their heads to their foundations; though the treasure
Of nature's germens tumble all together,
Even till destruction sicken ( IV. i. ll. 52-60)

Οι μάγισσές του Σαίξπηρ είναι ικανές να αντιστρέψουν τα πάντα, και κυρίως τον περιφραγμένο χώρο της εξουσίας. Διεμβολίζοντας με τις ετεροτοπικές τους προφητείες τον ιδιωτικό τόπο του «γενναίου στρατιώτη» Μάκβεθ, θέτουν ευθύς αμέσως εν αμφιβόλω την υφιστάμενη ιεράρχηση των σωμάτων. Ο Μάκμπεθ αντιδρά πολύ γρήγορα στον πειρασμό που τον βάζουν, τόσο γρήγορα που λογικά διερωτάται κανείς κατά πόσο  αυτές είναι και η αιτία που εισβάλλει στο μυαλό του ο πρώτος σπόρος της αμφισβήτησης ή εάν προϋπήρχε και απλώς δεν το είχε συνειδητοποιήσει.

Από την παράσταση του ΚΘΒΕ. Θεατρική περίοδος 2015-16. ΕΜΣ

Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αντίδραση του Μάκμπεθ είναι να γράψει στη γυναίκα του, η οποία μόλις διαβάζει την επιστολή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η «μοίρα και μια ΄μεταφυσική’ βοήθεια» [fate and metaphysical aid]  έχουν προ-ορίσει τον Μάκβεθ να γίνει βασιλιάς, μόνο που είναι πολύ «μαλακός» για να δράσει άμεσα [too full o’th’milk of human kindness, To catch the nearest way (1.5.17-18)], γι’ αυτό, ως μια άλλη μάγισσα, αυτή τη φορά μια μάγισσα εκ των έσω του Συστήματος, αυτή η ίδια δηλαδή, καλείται να αναλάβει να προκαλέσει τα αναγκαία ρήγματα, ώστε ο «άλλος» λόγος να εισχωρήσει διά του φόνου στα σωθικά της δομημένης ιεραρχίας και να την αποδομήσει.

Thou wouldst be great;
Art not without ambition, but without
The illness should attend it: what thou wouldst highly,
That wouldst thou holily; wouldst not play false,
And yet wouldst wrongly win (1.5.18-22). 
Η Λαίδη Μάκμπεθ είναι μια διαβολική φιγούρα που κουβαλά όλη τη μεταφυσική του κακού. Μάλιστα, αυτή η ίδια είναι που ζητά να μπει μέσα της ο δαίμονας και να της δώσει τα χαρακτηριστικά κακού ανδρός, ώστε να βοηθήσει τον σύζυγό της να ανέβει στον θρόνο.  Η Λαίδη Μάκμπεθ φαντάζεται μιαν άλλη διάρθρωση της ιεραρχίας που να ικανοποιεί πλήρως την επιθυμία της για εξουσία. Έτσι σπρώχνει τον άνδρα της, ώστε μέσα από την πράξη του να φέρει το «άλλο» της επιθυμίας της πιο κοντά στον τόπο της ομοιότητας. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο διάλογός (1.7.46-47) όπου ο Σαίξπηρ βάζει προς συζήτηση το θέμα τι σημαίνει ένας πραγματικός άντρας. Όταν ο Μάκμπεθ της λέει I dare do all that may become a man; / Who dares do more, is none απάντησή της είναι άμεση που τον συνθλίβει:
What beast was’t, then,
That made you break this enterprise to me?
When you durst do it, then you were a man;
And, to be more than what you were, you would
Be so much more the man.
Όπως ο Αδάμ ενέδωσε στον πειρασμό του Όφεως και αναζήτησε την ολοκλήρωσή του μέσα από την ανυπακοή του στον Θεό, έτσι κι εδώ το ζεύγος Μάκμπεθ  ενδίδει στον πειρασμό των τριών μαγισσών. Για να γίνουν και οι δυο τους επίγειοι θεοί —υφαρπάζοντας τον θρόνο— σκοτώνουν έναν «άγιο» βασιλιά.


Θα έλεγα, στο σημείο αυτό, πως δεν είναι υπερβολή να δει κανείς την ιστορία της ανόδου και της πτώσης των Μάκμπεθ  και σαν μια αλληγορία της Πτώσης από το βιβλίο της Γένεσης. Εν τάχει στέκομαι στο κάστρο, τον αυθεντικό τόπο του ζεύγους, όπως περιγράφεται από τον Μπάνκο, ένας τόπος ο οποίος φαντάζει κάτι ανάμεσα σε κήπο και σε ναό (μια μακρινή ηχώ από το Τραγούδι του Σολομώντα) και που σταδιακά ο Σαίξπηρ τον μεταμορφώνει σε κόλαση, σε μια ανεπιθύμητη ετεροτοπία.
BANQUO: This guest of summer,
The temple-haunting martlet, does approve,
By his loved mansionry, that the heaven’s breath
Smells wooingly here: no jutty, frieze,
Buttress, nor coign of vantage, but this bird
Hath made his pendent bed and procreant cradle:
Where they most breed and haunt, I have observed,
The air is delicate (1.6.1-9)
Ο Μάκμπεθ είναι ένα έργο που εμπεριέχει στοιχεία κλασικής τραγωδίας (άνοδος, πτώση, ευτυχία, δυστυχία, γνώση, άγνοια, ύβρις, αναγνώριση κ.λπ), όμως πηγαίνει πέρα από αυτήν. Αγγίζει τη μεταφυσική. Μια ζοφερή ατμόσφαιρα, αποπνικτική, καλύπτει τα πάντα: το τοπίο, τον λόγο, τη δράση και, κυρίως, τις προσπάθειες απόδρασης.  Σε κανένα άλλο έργο του Σαίξπηρ δεν έχουμε τόσες ερωτήσεις/απορίες. Όλοι εμφανίζινται εκστατικοί, αβέβαιοι μπροστά σε αυτά που βλέπουν, που υποψιάζονται, που ακούνε, που βιώνουν, που δεν καταλαβαίνουν. Η παραβίαση έλλογου κόσμου και των ορίων των εγκεκριμμένων και ιεραρχημένων τόπων (εξουσίας και υποταγής), καταλήγει σε ένα ένα πυκνό πλέγμα μυστηρίου και φόβου που πολιορκεί ασφυχτικά τα δρώμενα.


Είναι προφανές πως ο Σαίξπηρ, διασαλεύοντας τα εσκαμμένα, μέσα από την απομάκρυνση του  σημαίνοντος από τα αναγνωρίσιμα σημαινόμενά του, θέλει να δημιουργήσει μια αποκρουστική ανωμαλία, ένα παράδειγμα προς αποφυγήν. Όπως, επίσης, θέλει να δημιουργήσει αισθήματα δέους και φόβου μπροστά στη μυστήριο της Φύσης, το υπερφυσικό, το ετεροτοπικό, το δαιμονικό. Ο άνθρωπος, φαίνεται να λέει ο Σαίξπηρ, νιώθει ισορροπημένος μόνον όταν γνωρίζει τα όριά του, τη φυσική του θέση στον τόπο.



Σημ. Πρώτη δημοσίευση: Στο πρόγραμμα του ΚΘΒΕ για την παράσταση του Μάκμπεθ. Θεατρική περίοδος 2015-16. Σελ. 16-21. Στο κείμενο αυτό προστέθηκαν κάποια αποσπάσμτα από το πρωτότυπο.