Ένα τρελό σλάλομ ρόλων



Πρώτη φορά ασχολήθηκα με το έργο Πέτρες στις τσέπες του και τη συγγραφέα του (Μαρί Τζόουνς), το 2003, όταν το είδα να παίζεται στη σκηνή με τους Δημήτρη Λιγνάδη και Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Μου είχαν αρέσει οι ερμηνείες τους (μάλιστα τότε άλλαξα εντελώς άποψη και για τις υποκριτικές δυνατότητες του Μαρκουλάκη, κυρίως), αλλά στην κριτική που είχα κάνει ήμουν ιδιαίτερα σκληρός με το ίδιο το κείμενο, ή μάλλον καλύτερα, με το κείμενο της παράστασης. Το βρήκα ανάξιο λόγου. Συμπέρασμα που, όπως ανακάλυψα αργότερα, ήταν εν πολλοίς άδικο, χωρίς ωστόσο να φταίω.

Συγκεκριμένα, κάποια χρόνια αργότερα, έπεσε στα χέρια μου το πρωτότυπο  και τότε κατάλαβα ότι εκείνο που πρωτοείδα απείχε παρασάγγας. Ήταν προφανές πως για λόγους καλύτερων εισπρακτικών επιδόσεων τόσο η μεταφράστριά του Ντενίση όσο και οι δύο ηθοποιοί που συνεργάστηκαν μαζί της κυριολεκτικά του είχαν αλλάξει τα φώτα.
Οι πρωταγωνιστές της πρώτης παράστασης του έργου, Μαρκουλάκης/Λιγνάδης
Έκτοτε είδα το έργο στη σκηνή άλλες δύο φορές, η τελευταία πριν από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Vis Motrix από την ομάδα  Eclipes Group Theater (και Σάσα Νάτση), σε μετάφραση Θώμης Γκαμάγκαρη,. Δεν λέω ότι γέλασα όσο και στην παράσταση του 2003. Όμως, εκτίμησα κάποια πράγματα λίγο περισσότερο, όχι βέβαια σε σημείο να ισχυριστώ ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιο αριστούργημα. Απλά τώρα τουλάχιστο μπορώ να του αναγνωρίσω κάποιες αρετές που τότε είχαν καταπλακωθεί από τις πιασάρικες εξωκειμενικές  επιλογές των συντελεστών.
Η υπόθεση
Η συγγραφέας του έργου δείχνει ότι κατέχει τους βασικούς κανόνες της φαρσοκωμωδίας που έχουν να κάνουν με τον ρυθμό και το τάιμινγκ. Γι’ αυτό  και η γραφή της πουθενά δεν σκοντάφτει. Κινείται άνετα από τη μια κατάσταση στην άλλη με δουλεμένες όλες τις γέφυρες, έχοντας διαρκώς στο μάτι του κυκλώνα δύο φίλους κομπάρσους. Είναι ο Τσάρλι, ένας συγγραφέας που ονειρεύεται ότι κάποια στιγμή θα δει το σενάριο που γράφει να γίνεται χολιγουντιανή ταινία, και ο Τζέικ, άρτι αφιχθείς από τη Νέα Υόρκη, τρελός και παλαβός με τη σταρ της ταινίας Καρολάιν, η οποία  το ‘χει στο πρόγραμμα να τα φτιάχνει με ντόπιους στα γυρίσματα των ταινιών της.
Στην αρχή οι κάτοικοι της περιοχής ενθουσιάζονται με την ιδέα των γυρισμάτων, όμως σταδιακά ο ενθουσιασμός τους θαμπώνει καθώς συνειδητοποιούν ότι οι εμπλεκόμενοι στην ταινία ποσώς νοιάζονται να δώσουν μια αληθινή εικόνα της Ιρλανδίας. Το μόνο που θέλουν είναι να τελειώνουν και να φεύγουν.
Η κορύφωση του έργου έρχεται με την είδηση της αυτοκτονίας ενός νεαρού που πήδηξε στο ποτάμι με τις τσέπες του γεμάτες  πέτρες (εξ ου και ο τίτλος). Αιτία της αυτοκτονίας ο εξευτελισμός του από τη σταρ Καρολάιν. Στο άκουσμα της είδησης οι δύο φίλοι αποφασίζουν να ξαναγράψουν το σενάριο του Τσάρλι, στρέφοντας τώρα όλη την προσοχή στο θάνατο του νεαρού. Παρουσιάζουν την ιδέα τους στον παραγωγό της ταινίας,  ο οποίος την απορρίπτει με την αιτιολογία ότι δεν είναι αρκετά ρομαντική για να φέρει κόσμο στο ταμείο.

Σκηνοθεσία
Όσο απλή και να φαντάζει η ιστορία του έργου τόσο δύσκολη είναι στην σκηνική υλοποίησή της. Είναι σαν ένα τρελαμένο ρόλερ κόουστερ, όπου μια ελάχιστη στραβοτιμονιά μπορεί να το εκτροχιάσει. Και νομίζω πως η Ευανθία Σωφρονίδου μπήκε στο πνεύμα της ιστορίας, βρήκε λειτουργικές λύσεις στις αλλαγές, πάτησε σε καλά περάσματα και κατάφερε να δέσει όλο αυτό το τρελοκομείο των μεταμορφώσεων σ’ ένα ευανάγνωστο και εύληπτο όλον, διάρκειας εκατό λεπτών (έναντι 120 στην πανελλήνια πρώτη).
Θεωρώ θετικό το ότι δεν κατέφυγε στην επιθεωρησιακή φτήνια για να «πουλήσει» εύκολα τις σκηνοθετικές της επιλογές. Μπορεί να μην έκανε κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο ή απρόσμενο, όμως κράτησε σε καλή θέα τους άξονες του έργου. Δεν φοβήθηκε να αναδείξει και την πιο σκοτεινή πλευρά του, αν και διαφωνώ με το τελευταίο πεντάλεπτο, όπου έβαλε σφήνα το βίντεο (Κατιρτζίδης) και το παιδάκι, το οποίο, μολονότι συμπαθέστατο και ικανότατο,θα μπορούσε και να μείνει σπίτι του να κάνει τα μαθήματά του.
Αντιλαμβάνομαι (ή έτσι θέλω να νομίζω) τι είχε στο μυαλό της, όμως ό,τι ήταν να δείξει η σκηνιοθεσία της μέχρι εκείνη τη στιγμή το έδειξε: την ανθρωποφαγία που κυριαρχεί πίσω από την κάμερα, το αλισβερίσι, τις δύσκολες συνθήκες, την εκμετάλλευση, την αβεβαιότητα, την ανασφάλεια, και όλα τα σχετικά. Από κει και πέρα, το να εκβιάζεις τα πράγματα στο παρά πέντε για να δημιουργήσεις χώρο να μπει και κάτι άλλο που ήδη μας δόθηκε με άλλο τρόπο, είναι φλυαρία που αφαιρεί παρά κερδίζει εντυπώσεις. Και το γεγονός ότι αυτή η εικόνα κλείνει και την παράσταση έχει τη σημασία της, γιατί ακριβώς για το κλείσιμο συνήθως επιλέγεται μια δυνατή σκηνή. Είναι αυτό που κάνουν και οι ποιητές: κλείνουν το ποίημα με το γνωστό punch line, στίχος-γροθιά. Αυτό σου μένει. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν νομίζω ότι η συγκεκριμένη επιλογή της σκηνοθεσίας  ήταν ευεργετική λύση.

Ερμηνείες
Ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος και ο Νίκος Ορτετζάτος αντιμετώπισαν τους ανελέητους ρυθμούς των επεισοδιακών τους μεταμορφώσεων με μπρίο, άνεση και ευφυία. Έπαιξαν την κωμωδία με το απαιτούμενο νεύρο αλλά και τις σωστές παύσεις, ώστε να φανεί κάπου και η υφέρπουσα γκρίζα πραγματικότητα, καθώς και οι περίεργες σχέσεις τέχνης και ζωής.
Είτε στο ρόλο του συγγραφέα, είτε της παραζαλισμένης παρλιακής σταρ, είτε του σεβνταλή μπράβου κ.λπ. (σε ένα σύνολο 14 μεταμορφώσεων) έριξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν ώστε να δημιουργήσουν  για το καθένα από τα προσωπεία τους ζωτικό χώρο για να αναπνεύσει. Με ρυθμούς σλάλομ διολίσθησαν από επίπεδο σε επίπεδο, προσφέροντας στην πλατεία μια καταϊδρωμένη αλλά ευφρόσυνη περφόρμανς.
Το σκηνικό θα μπορούσε να ενθαρρύνει κατάτι μια πιο “διαδραστική” και «συμμετοχική» παρουσία της πλατείας. Δεδομένου ότι ο χώρος είναι μικρός,  η σκηνογράφος (Μαρίνα Γκούμλα)  είχε τα περιθώρια να εντάξει και την πλατεία στο σχεδιασμό της, ώστε, σε συνεργασία με τη σκηνοθεσία, να δημιουργηθεί η ιρλανδική κοινότητα των γυρισμάτων. Η λύση με τα μετακινούμενα κιβώτια και τα κοστούμια (δίκην μπουλουκιού) καλή.
Συμπέρασμα: μια παράσταση που πρόδιδε τις πολλές εργατοώρες που επενδύθηκαν.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση: Parallaxi, 24/01/2016