Η γοητεία του θεατρικού παιχνιδιού: Στο θέατρο «Αυλαία»




Ο Ντάριο Φο είναι ένας καλλιτέχνης παθιασμένος με αυτό που κάνει. Έχει τις απόψεις του, τις οποίες στηρίζει με κάθε τρόπο. Άλλοτε με αποκούμπι τον Μπρεχτ, άλλοτε την κομέντια, την παντομίμα, τα λαϊκά δρώμενα, τους κλόουν, το καμπαρέ, το καρναβάλι, την αγκιτάτσια, τις προτάσεις της ιστορικής πρωτοπορίας, διαρκώς εμφανίζεται έτοιμος να ξεσκεπάσει τα κακώς κείμενα.

Γνωρίζει, όσο λίγοι, να συνδυάζει την επικοινωνιακή δυναμική του προφορικού και του γραπτού λόγου, του υψηλού και του λαϊκού, ώστε να ξεβρακώσει τους μηχανισμούς εξουσίας, την καμουφλαρισμένη ηθική τους. Δεν χαρίζεται σε κανένα.
Στο θέατρό του κυρίαρχο στοιχείο είναι το σώμα του ηθοποιού και ο λόγος. Εξ ου και η γυμνή σκηνή που φιλοξενεί τα δρώμενά του, όπως εν προκειμένω το «Μιστέρο Μπούφο» («Κωμικό μυστήριο»), το οποίο οι πιο παλιοί φίλοι του θα το θυμούνται και για έναν επιπλέον λόγο: ο ίδιος ο συγγραφέας είχε παίξει εξαιρετικά τον Giullare, τον περιπλανώμενο τραγουδιστή (συνεχιστή των μίμων), το 1969, δηλαδή στον απόηχο των φοιτητικών εξεγέρσεων στην Γαλλία
Το έργο
Θέλοντας να σφυρηλατήσει εξαρχής σχέσεις οικειότητας με το κοινό του, ο Φο βάζει, δίκην προλόγου, ένα πολύ διαφωτιστικό ιστορικό κομμάτι, όπου εξηγεί ακριβώς πώς διάφορα δρώμενα μπήκαν σφήνα στην εκκλησιαστική λειτουργία, αφενός για να αποφορτίσουν τη δραματική ένταση των εικόνων από τα Πάθη του Χριστού και, αφετέρου, για να ενδυναμώσουν το κοινωνικό εκτόπισμα του συνόλου της θρησκευτικής τελετής. Στον ίδιο πρόλογο μας πληροφορεί ότι την εκτέλεση αυτών των εμβόλιμων επεισοδίων αναλάμβαναν γνωστοί γελωτοποιοί της εποχής, οι οποίοι, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, ζωντάνευαν θέματα πολύ ευαίσθητα, που έστρεφαν τα βέλη τους εναντίον βαθιά ριζομένων θρησκευτικών και ηθικών αντιλήψεων και προκαταλήψεων.


Με αφετηρία αυτό το ιστορικό φόντο, λοιπόν, ο Ντάριο Φο επιχειρεί να δώσει μια δική του ανάγνωση των πραγμάτων, πιο λαϊκόμορφη, με στόχο να βοηθήσει τον απλό θεατή να αντιληφθεί σε ποιο κόσμο ζει και πώς μπορεί να τον αλλάξει.  Μεθοδεύοντας έξυπνα τη διάρθρωση των σκηνών, φέρνει τον κόσμο πρόσωπο με πρόσωπο με όλο αυτό το παιχνίδι που στήνεται από επιτήδειους και ισχυρούς, οι οποίοι, πάντα στο όνομα κάποιας ηθικής, θρησκευτικής ή άλλης θεόσταλτης αρχής, εκμεταλλεύονται φοβίες και καταστάσεις προς ίδιον ώφελος.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Φο γράφει ένα είδος «εργατικού θεάτρου», όπου τέμνονται η αλληγορία με την ποίηση, ο ρεαλισμός με την αφαίρεση, η ασέβεια με το σεβασμό. Πραγματικά δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάποιο σύγχρονο συγγραφέα που να μπορεί να διαχειριστεί με τέτοια ευφυία και αποτελεσματικότητα τόσο πλατιά θέματα, πολιτικά, κοινωνικά και προσωπικά, και μάλιστα μέσα σε τόσο περιορισμένα χρονικά πλαίσια (είκοσι λεπτά η διάρκεια του κάθε επεισοδίου).


Η παράσταση
Εκείνο που με εντυπωσίασε στο θέατρο «Αυλαία», όπου φιλοξενήθηκε η παράσταση που έφερε, μετά την δικαιολογημένα επιτυχημένη της πορεία στην Αθήνα, η ομάδα «Επτάρχεια», είναι ότι η αίθουσα ήταν γεμάτη κυρίως με νέους, δηλαδή άτομα που συχνά τα εμφανίζουμε (και τα κατηγορούμε) ότι δεν ενδιαφέρονται για θέματα που έχουν σχέση με την πολιτική και την ιδεολογία. Κι εδώ νομίζω κέρδισε απόλυτα το στοίχημα ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος. Σκηνογραφικά χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό, λίγες καρέκλες όλο κι όλο,  αλλά με μπόλικη φαντασία, σωστές επιλογές και ευρηματικά σκηνικά τρικ, μπόρεσε να μιλήσει κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό του θεατή, ανεξάρτητα από την ηλικία του.




Όσο για τους έξι ηθοποιούς που κλήθηκαν να υλοποιήσουν την ανάγνωσή του, τα  έδωσαν όλα. Έπαιξαν, έτρεξαν, ίδρωσαν, αυτοσχεδίασαν, σχολίασαν, γενικά πίστεψαν σ’ αυτό που τους ζητήθηκε να κάνουν και το έκαναν χωρίς άστοχες υπερβολές, πάντα με μέτρο, απλότητα και, κυρίως, με θαυμαστό επικοινωνιακό φλέγμα: ήταν η Άννα (Καλαϊτζίδου) και η άλλη Άννα (Μάσχα), ήταν κι ο Γιώργος (Χρυσοστόμου) και ο Θάνος (Τοκάκης) και ο Αργύρης (Ξάφης) και ο Κώστας (Μπερικόπουλος). Όλοι «δικοί μας», η παρέα της βαδιάς, που μας περίμεναν στην είδοδο της αίθουσας, μας έβαλαν στις θέσεις μας, μας συστήθηκαν, μας είπαν για τα βαφτίσια της κόρης της μίας Άννας, σχολίασαν τις βροντές της επερχόμενης βροχής, έφτιαξαν μια ατμόσφαιρα εδώ και τώρα, και μετά άρχισαν να μπαινοβγαίνουν σε ρόλους και προσωπεία, όχι τόσο στο στιλ που θα ήθελε ο Μπρεχτ (ή ακόμη και ο ίδιος ο Ντάριο Φο) αλλά, θα έλεγα, πιο πολύ στο στιλ μιας πιο σύγχρονης περφόρμανς, όπου δεν γίνεται επίδειξη της διαδικασίας ενσάρκωσης του ρόλου, αλλά πιο πολύ προβολή της παροντικότητας (και παροδικότητας) του ρόλου. Όλοι ένας κι ένας. Μια masterclass για ηθοποιούς.
Ονομαστικά
Εξαιρετικός ο Γιώργος Χρυσοστόμου τόσο στη διαχείριση της ενημερωτικής εισαγωγής όσο και στην ταχυλογία του. Πολύ καλός ο Τοκάκης με την τραμπάλα των διαλέκτων Εκεί φάνηκε και ο μόχθος του μεταφραστή/διασκευαστή (Μοσχόπουλος) να βρει σωστές αντιστοιχίες ώστε οι βόρειες διάλεκτοι στο ιταλικό πρωτότυπο να αποδοθούν σωστά, εδώ στο νότιο άκρο της Ευρώπης. Μου άρεσε πολύ το ντουέτο Καλαϊτζίδου (Θάνατος) και Ξάφης: ένα μακάβριο ποίημα για το θάνατο, γεμάτο χιούμορ, εξπρεσιονιστικό ντελίριο και τρυφερότητα. Τα ρέστα μου στο μεθυσμένο Μπερικόπουλο. Εύστοχη η τριπλή Μαρία της Μάσχα.
Συμπέρασμα: μια μεταδραματική περφόρμανς με ποιότητα, ρυθμό, φαντασία, επικοινωνιακή θερμοκρασία και καθαρή σκηνοθετική άποψη. Από τις καλύτερες δουλειές που είδα φέτος. Αλήθεια, τα βλέπει αυτά το ΚΘΒΕ, μπας και ζηλέψει κι αλλάξει ρότα;

2/6/2013