Κρατικό μπουζουξίδικο




Έμελλε να το δούμε κι αυτό. Και εννοώ, το ευμέγεθες, μελοδραματικών τόνων πανό που σκέφτηκαν να κρεμάσουν στην πρόσοψη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ηθοποιοί (υποθέτω πολύ λίγοι —οι άλλοι όμως τι έκαναν να το αποτρέψουν;) του ΚΘΒΕ, όπου ενθέρμως ευχαριστούν τον Σωτήρη Χατζάκη για «όλα όσα έκανε». Δε λέω, είναι συγκινητικό, αν όχι σπάνιο, ο εργαζόμενος να τρέφει τόσο βροντερά συναισθήματα για τον εργοδότη του, σε σημείο να θέλει ντε και καλά να τα δημοσιοποιήσει.
Από την άλλη, εκείνο που πραγματικά με μπερδεύει είναι για ποιο πράγμα τον ευχαριστούν. Εάν είναι για κάτι που αφορά τους ίδιους, γιατί δεν του έστελναν διακριτικά μια προσωπική επιστολή και να τελειώνουμε; Εάν αφορά την ποιότητα των επιλογών του, τότε υπάρχει πρόβλημα. Γιατί αυτό που άφησε πίσω της η, περί ρεπερτορίου, πολιτική (και φιλοσοφία) του Χατζάκη, πέρα από τις όποιες προθέσεις, δεν είναι και ό,τι καλύτερο για να εισπράξει τέτοιες ευχαριστίες. Κι εξηγούμαι.
Διονυσιακές διπλοπενιές
Αντιλαμβάνομαι τις ιδιαιτερότητες που κόμισε η κρίση όσο και την ανασφάλεια που δημιούργησε ανάμεσα στους εργαζόμενους του Κρατικού. Όπως αντιλαμβάνομαι και την ανάγκη εξεύρεσης αποδοτικών λύσεων. Όμως, όπως και να το δει κανείς, δεν μπορεί ο απώτερος στόχος ενός μεγάλου κρατικού οργανισμού να είναι οι γεμάτες αίθουσες με ό,τι να ‘ναι, από «Άγαμους Θύτες», μέχρι «Αμάν Αμήν» και «Έλα απόψε στου Μελά». Δεν μπορεί, επειδή έκλεισαν τα μπουζουξίδικα της πόλης, να τ’ αντικαταστήσει το Κρατικό με το πρόσχημα ότι τάχα μου διασκεδάζει το πόπολο και γεμίζουν τα ταμεία. Η «μαγκιά» ενός καλλιτεχνικού διευθυντή δεν είναι να πάρει τους πελάτες του νυχτερινού κέντρου και να τους φέρει στο Βασιλικό θέατρο ν’ ακούσουν ρεμπέτικα. Η μαγκιά είναι να κρατήσει τον παλιό και, παράλληλα, να φτιάξει το νέο θεατή. Να δημιουργήσει, δηλαδή, τις ποιοτικές προϋποθέσεις που θα φέρουν όλες τις ηλικίες και όλες τις τάξεις και τάσεις στο θέατρο. Τότε ναι και (εκ)παιδεύεις (γι’ αυτό άλλωστε σε χρηματοδοτεί—αυτά τα λίγα, τέλος πάντων --η πολιτεία) και ψυχαγωγείς. Τουτέστιν, έχεις λόγο ύπαρξης ως εθνικός φορέας. Κι εδώ δεν μπορούν να αποφευχθούν οι συγκρίσεις με το άλλο μεγάλο θεατρικό μας κέντρο, το Εθνικό, το οποίο μπορεί ν’ αντιμετωπίζει τα δικά του προβλήματα, μπορεί να είναι εκτεθειμένο σε λόγης λογής περίεργες συμφωνίες εμπορικού τύπου (βλ. Μποσανόβα, Τρίτο στεφάνι κ.λπ), όμως κατάφερε, όταν όλα τ’ άλλα θέατρα κατέρρεαν ελέω κρίσης, να κρατηθεί στο ύψος των περιστάσεων (και της όποιας «εθνικής» του αποστολής). Δεν θυμάμαι ποτέ το Εθνικό να έχει να επιδείξει ένα ρεπερτόριο, όπου η μια παράσταση να λέει στην άλλη «εγώ είμαι η καλύτερη», σε αντίθεση με το Κρατικό, όπου το γενικότερο κλίμα κάθε άλλο παρά φρεσκάδα και ελπίδα αποπνέει.


Ειδικό βάρος
Κι αν στέκομαι τόσο πολύ στη σημασία και τη φυσιογνωμία του τελευταίου είναι γιατί, σε αντίθεση με το Εθνικό που περιτριγυρίζεται (ακόμη) από ορισμένα αξιόλογα θέατρα, γεγονός που το απαλλάσσει από το βάρος και την ευθύνη του «μοναδικού», το Κρατικό είναι το βαρόμετρο της θεατρικής ζωής μιας πόλης ενός και πλέον εκατομμυρίου κατοίκων. Μάλιστα, μετά την υποχρεωτική (ένεκα οικονομικών) συρρίκνωση του, πάντα προσεγμένου, ρεπερτορίου της Πειραματικής Σκηνής, παίζει χωρίς «αντίπαλο». Κι ενώ θα μπορούσε (και θα ‘πρεπε) να εκμεταλλευτεί αυτή τη μοναδικότητα, δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό ή καινοτόμο, και δεν εννοώ μόνο τώρα.
Εδώ και χρόνια το Κρατικό βολοδέρνει χωρίς στοχοθεσία και τόλμη. Ποτέ δεν μπόρεσα να το χωνέψω, ένας τέτοιος οργανισμός, σε μια τέτοια γεωγραφική θέση, λίγα μόνο χιλιόμετρα από τις γειτονικές χώρες, και να μην έχει υλοποιήσει κάποιο πρόγραμμα ανταλλαγών, κάποιες συνεργασίες, κάτι που να φέρει σ’ αυτή την πόλη το άλλο, το διαφορετικό. Παραδομένο στα πάθη και τις εμμονές του, μοιάζει σαν απομεινάρι κάποιας άλλης εποχής.


Ηθοποιοί μαγαζάτορες
Και επιστρέφω πίσω στους (λίγους) ηθοποιούς που με ιντρίγκαραν με την κατάθεση των (μελο)συναισθημάτων τους. Χρόνια τώρα τους ακούω να διαμαρτύρονται για τα εργασιακά τους, τις συμβάσεις τους κ.λπ. Κι ερωτώ: αυτοί που κόπτονται για τον πολιτισμό, γιατί δεν βγήκαν ποτέ να συνδικαλιστούν υπέρ της ποιότητας, να κατεβάσουν, έστω συμβολικά, τους διακόπτες του θεάτρου διαμαρτυρόμενοι για το επίπεδο των θεαμάτων που σερβίρονται κατά κόρον στον κόσμο εδώ και χρόνια; Γιατί δεν κοίταξαν ποτέ παραέξω να δουν τι γίνεται, να κάνουν συγκρίσεις και να ζητήσουν κάτι ανάλογο και για τον εαυτό τους;
Δυστυχώς με τη γενικότερη στάση τους δίνουν την εντύπωση ότι το τελευταίο που τους κόφτει είναι η ποιότητα του «μαγαζιού τους» (sic). Πάνω από όλα να «βολευτούμε» και μετά έχει ο Θεός. Όμως, έτσι κανείς δεν πάει μπροστά.


Λύση μετ’ ευχών
Μετά από τριάντα τόσα χρόνια κοντά στο Κρατικό, άλλοτε ως κριτικός ή θεατής των παραστάσεών του κι άλλοτε ως καθηγητής στη δραματική του σχολή, έμαθα ένα πράγμα: για ν’ απαλλαγεί από τον επαρχιωτισμό του και να σωθεί αυτός ο οργανισμός πρέπει, είτε να διαλυθεί και να στηθεί εκ νέου επάνω σε άλλες βάσεις, σύμφωνες με το πνεύμα και τις ανάγκες της εποχής, είτε να βρει ένα διευθυντή αποφασισμένο να μπει και να παλέψει για να εφαρμόσει όσα πιστεύει, αδιαφορώντας παντελώς για το προσωπικό κόστος. Που σημαίνει να συγκρουστεί, εφόσον χρειαστεί, με οποιονδήποτε σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά του.
Εύχομαι στο Γιάννη Βούρο μια όσο γίνεται πιο δημιουργική διεύθυνση στην ηλεκτρική καρέκλα του Κρατικού. Η επιτυχία του θα είναι κέρδος για όλους μας.
9/6/2013