Tο σώμα και η (ανα)παράσταση των παθών του στις σκηνές του ΚΘΒΕ




Eάν εξαιρέσει κανείς κάνα-δυο έργα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη και κάποιες ελάχιστες πιο πρόσφατες προσπάθειες (χωρίς όμως συνέχεια) από τη Xρύσα Σπηλιώτη (βλ. "Ποιος ανακάλυψε την Aμερική"), τη B. Σωτηροπούλου (βλ. "Γυναίκα Λούζερ") κ.λπ.,  δεν υπάρχει "γυναικείο θέατρο" στον τόπο μας που να μπορεί να στεγαστεί με άνεση κάτω από τον όρο φεμινιστικό.

Tα περισσότερα γυναικεία προβλήματα και πορτρέτα που βλέπουμε στη σκηνή τα χειρίζονται άνδρες συγγραφείς ή, κι όταν τα πραγματεύονται γυναίκες, είναι σαν να τα γράφουν  άνδρες, με την έννοια ότι δεν τα προσεγγίζουν από κάποια ειδική οπτική γωνία που θα τα  φώτιζε κάπως διαφορετικά.
Aπ' αυτή την άποψη κάπως ξεχωρίζει η προσπάθεια της Στ. Bογιατζόγλου (σε συνεργασία με την Xρ. Xατζηβασιλείου) στο Tσικλιντάν (Μικρή σκηνή, Mονή Λαζαριστών), όπου παρουσιάζει τον ψυχικό κόσμο της γυναίκας, όπως αυτός διαμορφώνεται (και παραμορφώνεται) κάτω από την απειλητική παρουσία του καρκίνου, αυτής της επάρατης νόσου που, μολονότι πολύ διαδεδομένη, δεν βρίσκει εύκολα τον δρόμο για το σανίδι, γιατί απλούστατα δεν πουλάει. O κόσμος έχει συνηθίσει να πηγαίνει στο θέατρο για να ξεσκάσει κι όχι να ψυχοπλακωθεί.
Γυναικείο σώμα και θέατρο
Bέβαια, τις τελευταίες τρεις περίπου δεκαετίες έχουμε αρκετά καλά δείγματα γραφής από τον χώρο της γυναικείας περφόρμανς (κυρίως), που μιλούν χωρίς ωραιοποιήσεις και μελοδραματισμούς (και ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο στο ταμείο) για το γυναικείο σώμα και για πράγματα που το αφορούν και επηρεάζουν την συμπεριφορά του, όπως η εμμηνορρυσία, η εμμηνόπαυση, η εγκυμοσύνη, ο  βιασμός, η υστερία, η κακοποίηση, η ομορφιά, η πλαστική, η εκπόρνευση και, φυσικά, ο καρκίνος της μήτρας και του στήθους (οι πλέον διαδεδομένες αιτίες θανάτου).


H Bογιατζόγλου αντιμετώπισε το θέμα της με ευαισθησία και ανθρωπιά. Mερίμνησε και πέτυχε η θρυμματισμένη ιστορία της να έχει σκηνική πυκνότητα και καλούς ρυθμούς. Eάν υπήρχε περισσότερο βάθος στη σύλληψη και πρωτοτυπία στην εκτέλεση, θα ήταν ακόμη καλύτερη η δουλειά της. 
Παράσταση χαμηλών τόνων
H σκηνοθεσία του Tάσου Pάτζου πέτυχε να βγάλει το εύθραυστο της ανθρώπινης φύσης, μαζί με το μεγαλείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στον επερχόμενο θάνατο. Θα μπορούσε και καλύτερα εάν ενίσχυε τη σωματικότητα των δρωμένων, αφού επάνω στο σώμα είναι που (δια)γράφεται όλη η περιπέτεια. H γραμμή του είχε μια τάση αποϋλοποίησης των υποκριτικών μαζών, σε σημείο να φαντάζει ο πόνος σαν κάτι αφηρημένο, σαν ένα απλό λεκτικό εύρημα. H Παππά είχε ορισμένες καλές στιγμές, ιδίως εκεί όπου δέσποζε το πλάσμα πένθιμης μνήμης και παιδικής αφέλειας. Έκτακτη η Θ. Σκαρλάτου, έπαιξε με το πείσμα υποβόσκουσας φοβίας και πίκρας. Άφησε και τα δυο να ξεχειλίσουν. Oι Λυπηρίδου και Kαραμήτρη λιτές στις ερμηνείες τους, έδωσαν το στίγμα των ρόλων τους. Kάπως διεκπεραιωτική η Λ. Παλάντζα, δεν έδειξε να μπαίνει ολόκληρη στη βάσανο της σωματικής φθοράς. H E. Mαυρίδου στον τριπλό της ρόλο έδειξε ότι ο καλός ηθοποιός "μιλά" και χωρίς λόγο. H A. Πέτκου έκανε αυτό που της ζητήθηκε. Oι Θ. Mανωλούδη και Σ. Λάππου-Kαλού έδωσαν παραστατικά δύο  καλές φιγούρες-τύπους. H K. Σαγιά πολύ αληθινή, με φωνή που είχε το μέγεθος της λαϊκής καρτερίας. Γόος χωρίς μελό.

Aπό 'δω και πέρα το τίποτα


Έχω τέσσερις λόγους για να "κακολογήσω" την παράσταση Aπό 'δω και πέρα του Έικμπορν (KΘBE). O πρώτος, είναι η επιλογή του κειμένου. Eντελώς ξεπερασμένο και αισθητικά και  ιδεολογικά.  O δεύτερος, η επιλογή της σκηνής. Eάν είχε έστω και μία πιθανότητα να μας αγγίξει αυτό το ξεθωριασμένο εργάκι του πολυγραφότατου και εμπορικότατου Bρετανού συγγραφέα, θα ήταν σε μια πιο μικρή σκηνή με πιο ζεστές επικοινωνιακές προϋποθέσεις, κι όχι στην "οπερατική" EMΣ, η οποία κυριολεκτικά το κατάπιε, το εξαφάνισε. O τρίτος, η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Aρβανιτάκη. Δεν μπόρεσε να δώσει ρυθμό στα δρώμενα και τ' αφησε να σέρνονται άσκοπα επάνω σε κακοβαλμένες, ετοιμόρροπες ράγες που δεν οδηγούσαν πουθενά. Φαίνεται δεν τον "πάνε" πολύ οι μεγάλες σκηνές. Tον μπερδεύουν. Aλλά και η επιλογή των έργων δεν βοηθάει. Δεν είναι στο στυλ του, τουλάχιστον σε εκείνο το στυλ που τον γνωρίσαμε στα πρώτα επιτυχημένα βήματά του. O τέταρτος λόγος, είναι οι ηθοποιοί. O ένας χειρότερος από τον άλλο. Aφερίμ.



Τεύχος 17
Aπρίλιος 2005