Αποδομώντας ψυχές: “Όταν έκλαψε ο Νίτσε» στη σκηνή του «Αυλαία»




Background
Βρισκόμαστε στο έτος 1882 και το φάντασμα του μηδενισμού πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Η απελπισία έχει την τιμητική της. Η ιατρική πολύ λίγα πράγματα μπορεί να προσφέρει για να περιορίσει τον πόνο και την εναλλακτική του λύση, τον θρησκευτικό μυστικισμό. Ο δυτικός πολιτισμός έχει άμεση ανάγκη από μια νέα διαχείριση της κατάθλιψης και της υστερίας.


Ορίστε το φόντο του μυθιστορήματος του Ίρβιν Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» (θέατρο «Αυλαία»), που έγραψε για τους φοιτητές του και ξαφνικά είδε να γίνεται μπεστ σέλερ.  Στην πραγματικότητα ο Νίτσε και ο Μπρόιερ δεν συναντήθηκαν ποτέ. Το 1882 ο Νίτσε βρισκόταν σε βαθιά κατάθλιψη. Την ίδια χρονιά ο Μπρόιερ μόλις είχε θεραπεύσει την Άννα Ο, μια ψυχοπαθή, χρησιμοποιώντας τον λόγο και την ερμηνεία των ονείρων. Έτσι ο Γιάλομ σκαρφίστηκε μια συνάντηση των δυο στη μητρόπολη των διανοητικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα, τη Βιέννη, δίνοντας μια ερμηνευτική εκδοχή της γέννησης της ψυχοθεραπείας και της σχέσης της με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Ο Μπρόιερ αποδεικνύεται ένα τέλειο μικροσκόπιο για τον βαθύτερο κόσμο του Νίτσε, καθώς καταγράφει λεπτομερώς τα συμπτώματα της ασθένειάς του—ημικρανίες, ναυτία, φθίνουσα όραση, εθισμός στα υπνωτικά χάπια και κυρίως μελαγχολία-- και ο Νίτσε ένας τέλειος ανατόμος ψυχών, καθώς αναλαμβάνει να θεραπεύσει τα ψυχικά τραύματα του Μπρόιερ.
Σ' αυτήν την περιπέτεια υπαρξιακής αναζήτησης δύο μοναδικών ανθρώπων εμπλέκονται και ένας νεαρός ειδικευόμενος γιατρός ονόματι Ζίγκμουντ Φρόυντ, μια θυελλώδης γυναίκα-ίνδαλμα ποιητών και ψυχιάτρων, η εκρηκτική Λου Σαλομέ, η κυρία Μπρόιερ και μια σαγηνευτική και ευάλωττη ασθενής, η Άννα Ο, που στοιχειώνει την ψυχή του γιατρού της.
Η μυθιστορία του Γιάλομ ξεδιπλώνεται μπροστά μας με τη μορφή αλλεπάλληλων συζητήσεων και συμβουλών μεταξύ Νίτσε και Μπρόιερ. Μερικές φορές ο διάλογος είναι επαναληπτικός και ενίοτε κουραστικός, με κλισέ ευγενείας και τυπικότητες που χαλαρώνουν προς το τέλος όταν οι δυο πρωταγωνιστές γνωρίζονται κάπως καλύτερα.


Η διασκευή
Να πω το αυτονόητο: όσο άρτια και να ‘ναι μια σκηνική διασκευή μυθιστορήματος, δεν παύει να είναι επιλογή ριψοκίνδυνη, γιατί απλούστατα κουβαλά την αύρα του γραπτού και απλωμένου πεζού λόγου. Η θεατρική διασκευή της θεατρολόγου και μεταφράστριας του Γιάλομ στην Ελλάδα, Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, για να αποφύγει τους πλατειασμούς, τα κλισέ και τις επαναλήψεις, επικεντρώθηκε κυρίως στην ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο θεραπευτή και στο θεραπευόμενο, όπως την παρακολουθούμε να ταλαντεύεται σε τεντωμένο σκοινί σ’ αυτή την παράδοξη αμοιβαία ψυχοθεραπεία. Η διασκευή στρέφει την προσοχή μας στη διαδικασία της κατανόησης της ανθρώπινης ψυχής, η οποία είναι διανθισμένη με όλα τα χαρακτηριστικά μιας σχεδόν  αυτοσχέδιας αστυνομικής ιστορίας: αναζήτηση στοιχείων, απρόβλεπτες εξελίξεις, εμφάνιση ποικίλων εμποδίων, ακόμα και κίνδυνο θανάτου. Η διασκευή αφήνει εκτός τις τρεις γυναικείες φιγούρες, οι οποίες  παρουσιάζονται μέσα από τα μάτια και τη φωνή των ανδρών, σε μια ιστορία όπου εκείνες μπορεί να έχουν τον πρωταρχικό ρόλο όχι όμως και την εξουσία.
Σκηνοθεσία
Οι δύο σκηνοθέτες (και πρωταγωνιστές) Ακύλας Καραζήσης και Νίκος Χατζόπουλος έστησαν μια παράσταση πολύ λιτή, μέσα σε ένα περιβάλλον που εξαρχής επιδίωξαν να έχει την εικόνα ενός φιλικού χώρου και συνάμα εκπαιδευτικού. Αισθάνθηκα με το συνεχές πηγαινέλα τους σαν φοιτητής σε αίθουσα διαλέξεων στο μάθημα της ψυχολογίας ή σε κάτι παρεμφερές. Με τους τρεις πρωταγωνιστές να μπαινοβγαίνουν στους ρόλους τους, άλλοτε αφηγητές και άλλοτε πρωταγωνιστές της αφήγησης, άλλοτε θύτες και άλλοτε θύματα της γραφής, άλλοτε ποιητές και άλλοτε μεταποιητές, είχα την αίσθηση ενός στόρι που εξελίσσεται τώρα, μιας μαθησιακής πορείας παρά ενός αποτελέσματος. Ένα συνεχές πινγκ πονγκ σκέψεων, θέσεων και αντιθέσεων, ένα γαϊτανάκι αιλουροειδών κινήσεων της σκέψης σπουδαίων πνευματικών ανθρώπων που κατέθεσαν απόψεις οι οποίες έμελλε να επηρεάσουν τον δυτικό πολιτισμό σε όλο τον εικοστό αιώνα.


Ερμηνείες
Οι δυο σκηνοθέτες στη θέση των πρωταγωνιστών του δράματος έπαιξαν όσο πιο φυσικά μπορούσαν, ελέγχοντας εύστοχα και εύστροφα το δασκαλίστικο ύφος, αφήνοντάς το σκόπιμα να υφέρπει ώστε να υπάρχει διαρκώς μια καθαρή γραμμή επικοινωνίας με την πλατεία. Τόνισαν το χιούμορ, υπογράμμισαν το παράλογο, χρωμάτισαν τις διαθέσεις και τις ψυχικές ταλαντώσεις, χωρίς να στομφάρουν, να εκβιάζουν και να παραμορφώνουν. Και δεν ξεχνώ ν’ αναφέρω πως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο νεαρός της παρέας Χάρης Φραγκούλης, που έπαιξε τον φοιτητή Φρόυντ με τη χάρη και το ταλέντο της ηλικίας του, βοηθώντας έτσι στην ολοκλήρωση αυτού του ψυχαναλυτικού μωσαϊκού, με τις αυτοσχέδιες σφήνες, τις ενδιαφέρουσες σκέψεις και το συνεχές κλείσιμο του ματιού στον θεατή/φοιτητή. Τρεις ερμηνείες που αποφλοίωσαν με υπομονή και επιμονή τις στρωματώσεις αισθημάτων και τραυμάτων, καθ’ οδόν προς τη γύμνια του σώματος, της ψυχής και, βεβαίως, της τέχνης. Γιατί εντέλει εκεί καταλήγουμε: στις αχαρτογράφητες παρακαμπτηρίους που διαμορφώνουν υπογείως το έργο τέχνης. Πώς φτιάχνεται, πώς επικοινωνεί, πώς σημαίνει;
Φάουλ η έκταση
Από το σύνολο της παράστασης ελέγχω τη χρονική της διάρκεια. Οι περίπου τρεις ώρες ήταν υπερβολή. Από ένα σημείο και μετά αισθάνθηκα ότι ο λόγος φλέρταρε επικίνδυνα με τη φλυαρία. Οι σχέσεις είχαν ξεκαθαρίσει αρκετά στο πρώτο 60λεπτο. Από κει και πέρα η παράσταση έπρεπε να επιταχύνει τους ρυθμούς της, αφήνοντας εκτός τις εξαντλητικές και ενίοτε επαναλαμβανομενες επεξηγήσεις. Οι εμπλεκόμενοι το γνωρίζουν καλύτερα από μένα: στο θέατρο πρωτίστως δείχνουμε δεν λέμε ή, κι αν λέμε, δεν τα λέμε όλα.
Συμπέρασμα: μια ιδιαίτερη παράσταση για απαιτητικούς θεατές.
7/10/2012