Ένα ταξίδι στα μονοπάτια της (μυθ)ιστορίας: Στην Αποθήκη 7 του λιμανιού





Όλο πληθαίνουν εκείνοι που αναζητούν το θέατρο πέρα από το θέατρο, δηλαδή πέρα από την οργανωμένη δράση και τον οργανωμένο τόπο. Που σημαίνει πέρα από τους δεδομένους διαχωρισμούς ανάμεσα στην ιστορία και τη μυθιστορία, το πραγματικό και το μεταφορικό. Ο νόμος που ορίζει τη χρήση των σημείων και τη φυσιογνωμία του θεάτρου, ως μια πράξη εκεί πέρα και για κάποιους άλλους, παροπλίζεται και στη θέση του μπαίνει σφήνα η καταλυτική εμπειρία του εδώ και τώρα, του γεγονότος χωρίς την ψευδαίσθηση του  «άλλου» γεγονότος.

Σ΄ ένα τέτοιο θέατρο δύσκολα συναντάς τα καθησυχαστικά συστατικά στοιχεία που δρομολογούν τη γνώριμη διαδικασία θέασης, όπου κάθεσαι βολικά σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και ακριβώς λίγα μέτρα παραπέρα ένας έντεχνα φωτισμένος χώρος σε καθοδηγεί νοερά στα μονοπάτια της φαντασίας του δημιουργού. Οι νέοι καλλιτέχνες έχουν τις δικές τους αγωνίες. Και είναι λογικό, αφού έχουν μεγαλώσει με άλλα ερεθίσματα και άλλα γκάτζετ ανά χείρας, να επιζητούν διαφορετικού τύπου επικοινωνιακά κανάλια και άλλες διαδραστικές μορφές, που να τονίζουν την παροντικότητα των αντικειμένων που υφαίνουν τη θεατρική εμπειρία.
Αυτό που κυριαρχεί σήμερα, τουλάχιστον στο χώρο της περφόρμανς, είναι η πορεία και όχι τόσο το αποτέλεσμα. Σ’ ένα ολοκληρωμένο συγγραφικό έργο το νόημα είναι δεδομένο, το έχει κλείσει, καλώς ή κακώς, ο συγγραφέας πριν από σένα και απλώς καλείσαι εκ των υστέρων να το ξεκλειδώσεις, όπως εσύ μπορείς και νομίζεις. Τώρα μιλάμε για ένα θέατρο που δημιουργεί και μαζί σου το νόημα και το λόγο ύπαρξής του. 


Βέβαια, δεν μιλάμε για κάτι εντελώς καινούριο. Το συναντούμε σε πολλές πρωτοποριακές κινήσεις, κυρίως στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αι., με τους ντανταϊστές, τους φουτουριστές κ.λπ., που στόχευαν στην επαναξιολόγηση όλων των αξιών και στην επαναστατικοποίηση των συνθηκών ζωής.
Σήμερα, η αισθητική του γεγονότος δεν στοχεύει σε κάποια επανάσταση, αλλά στην παραγωγή γεγονότων, εξαιρέσεων, παρεκκλίσεων. Είναι μια μορφή αταξίας, μια πρόκληση της καθημερινής θεατρικής ευταξίας, μια κατάσταση στην οποία οι θεατές ξεβολεύονται κι ας τους είναι απόλυτα οικεία κάποια πράγματα που βλέπουν. Όπως η περίπτωση με το πρότζεκτ «Οδύσσειες» των φετινών «47ων Δημητρίων».

Πορεία στην ιστορία και το μύθο
Οι «Οδύσσειες» που είδαμε στην Αποθήκη 7 στο Λιμάνι, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Δράγκου και δραματουργική σύνθεση Αμαλίας Κοντογιάννη, είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο δύσκολη και πλέον φιλόδοξη προσπάθεια της ομάδας παραστατικών τεχνών Α4Μ, η οποία, όσο περνά ο καιρός αρχίζει να διαμορφώνει ένα πιο ξεκάθαρο στίγμα των προσανατολισμών της.
Μου άρεσε η ιδέα του ταξιδιού, της μνήμης, το συνεχές χωροχρονικό πηγαινέλα των γεγονότων.  Μου άρεσε η επιλογή του χώρου δράσης, διάδρασης και απόδρασης. Μου άρεσαν οι εγκαταστάσεις και γενικά η εικαστική παρέμβαση στον χώρο (των Γεροθανασίου και Παπαδοπούλου), τα χρώματα και τα κοστούμια (Γεροθανασίου), τα ατελείωτα νήματα, τα ακρωτηριασμένα αγάλματα, οι ήχοι και οι μουσικές επιλογές (του Δημήτρη Παπαδόπουλου), οι φωτισμοί (light installations—των Ευφραιμίδου, Ευαγγέλου, Λαζαρίδου). Μου άρεσαν και τα περισσότερα από τα ποιητικά αποσπάσματα.
 Σε γενικές γραμμές βρήκα πράγματα να σκεφτώ και να εκτιμήσω σ’ αυτό το ολιστικό και εν μέρει «περιηγητικό» θέαμα που φιλοξενήθηκε σ’ ένα χώρο χωρίς οργανωμένη θεατρική δομή, που φορτώνεται σταδιακά με σημασίες, αρχής γενομένης  με τον Παπαδόπουλο να μας προϊδεάζει για το τι ακολουθεί, απαγγέλλοντας ένα απόσπασμα από την «Οδύσσεια». Οδύσσεια μυθική αλλά και πραγματική. Ταξίδι στη Θεσσαλονίκη και πέρα από τη Θεσσαλονίκη. Ταξίδι εικόνων και ταξίδι σωμάτων (των: Βασιλειάδου, Γκάσιου, Γριβάκου, Τεντολούρη, Τριαντάκη, Χατζηβασιλείου, Χατζηαγγελάκη, Παπαδόπουλου).
Είπα, κάποια πράγματα μου άρεσαν. Ήταν, όμως, και κάποια που εκτιμώ πως ήθελαν αρκετή δουλειά ακομη, όπως για παράδειγμα ο  απαγγελτικός λόγος των ηθοποιών. ‘Ηταν άχρωμος και επίπεδος. Του έλειπε η δυνατή παρουσία, η υψηλή θερμοκρασία, οι χυμοί των ήχων και το βάθος των λέξεων. Και με δεδομένο ότι είχε να αντιπαλέψει με την έντονη παροντικότητα και την υλικότητα όλων των άλλων στοιχείων της περφόρμανς, έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί κάπως διαφορετικά, ώστε να απελευθερώσει όση ενέργεια έκρυβε μέσα του. Η περφόρμανς είχε ανάγκη την «υλικότητα» του λόγου, ώστε να δέσουν με περισσότερη ευκρίνεια το εικαστικό με το αφηγηματικό γεγονός. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί, όπως η δράση απλωνόταν σ’ ένα τόσο μεγάλο και θεατρικά απροσδιόριστο χώρο, ζητούσε πιο ευανάγνωστους άξονες ώστε το ταξίδι να αποκτήσει περισσότερη φωτεινότητα, καθώς διασχίζει τα σκοτεινά μονοπάτια του μύθου και της ιστορίας.
Επίσης, ενώ μου άρεσε η αναζήτηση και η συμπόρευση, περίμενα μια κατάσταση διαδραστικά πιο απρόβλεπτη και προσκλητική. Στο τέλος, για παράδειγμα, οι ηθοποιοί-ταξιδιώτες ανοίγουν τις πόρτες και βγαίνουν στο δρόμο, σέρνοντας μαζί τους τα νήματα (της ιστορίας, της μνήμης). Γιατί αυτά τα νήματα να μην τυλίξουν (κυριολεκτικά) και τον θεατή; Γιατί να παραμείνει εκτός, αφού υποτίθεται ότι είναι ένας συνταξιδιώτης, συνεργάτης; Ο θεατής πρέπει να αποκτήσει συνείδηση της θέσης του στα γεγονότα.
Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι η περφόρμανς απελευθέρωνε μεν ενέργεια, όχι όμως ως όλον αλλά αποσπασματικά. Έχω την αίσθηση πως το πρότζεκτ, καθώς προχωρούσε στις πρόβες, αποκτούσε ολοένα και πιο μεγάλες διαστάσεις που ήταν πια δύσκολα διαχειρίσιμες.
Συμπέρασμα: Πέρα από τις όποιες ενστάσεις μπορεί να έχει κάποιος, τέτοιες προσπάθειες σε αποζημιώνουν με τη φρεσκάδα τους, το ταξίδι της αναζήτησης και την  αγωνία της υπέρβασης.
21/10/2012