Εμφύλιος πόλεμος για μια γάτα





Η θεατρική αγορά έχει αλωθεί κυριολεκτικά από την περφόρμανς, σε σημείο να έχουμε ξεχάσει τι πάει να πει καλό κείμενο γραμμένο από ικανό δραματικό συγγραφέα. Μου έχει λείψει αυτό το θέατρο, εννοώ το δραματικό θέατρο. Μου έχει λείψει ο ανήσυχος  συγγραφικός νους που ξέρει να μας ξαφνιάζει, να μας γοητεύει μέσα από το απρόβλεπτο, να μας μορφώνει μέσα από το καινούργιο. Ο νους εκείνος που αρέσκεται να δοκιμάζει τις αντοχές της θεατρικής μεταφοράς αλλά και της θεατρικής μας επάρκειας. Που ξέρει να μετρά σωστά τη θερμοκρασία των λέξεων, τη δυναμική τους, που ξέρει να χτίζει με καλή δοσολογία μια (μυθ)ιστορία του κόσμου αλλιώτικη αλλά συνάμα και τόσο δική μας, όπως εν προκειμένω ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, ο Ιρλανδός παραμυθάς που πήρε το θέατρο εκεί που το άφησε η γραφή της Σάρα Κέιν και του Μαρκ Ρέιβενχιλ και το πήγε ακόμη πιο πέρα, με έργα όπως: Η τριλογία του Λινέιν, ο Πουπουλένιος και η Τριλογία του Αράν (όπου ανήκει και ο «Υπολοχαγός του Ίνισμορ, 2001).

Η βία κάνει ταμείο
Καμιά δωδεκαριά έργα σύνολο, και όλα με εντυπωσιακές επιδόσεις στο ταμείο. Ενδεικτικό της πλατιάς αποδοχής τους, το γεγονός ότι το 1997 τέσσερα από αυτά παίζονταν ταυτόχρονα στις σκηνές του West End, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει από την εποχή του Σέξπιρ. Και εδώ εγείρεται ένα σοβαρό ζήτημα: πώς είναι δυνατόν έργα τόσο ακραία και «ενοχλητικά» να θέλγουν τις μάζες, αυτό που θα ονομάζαμε κοινό mainstream; Είναι η ίδια απορία που είχα (και έχω) και για τα έργα του Ρέιβενχιλ, της Κέιν και πολλών άλλων μη συμβατικών καλλιτεχνών.
Μια πρόχειρη απάντηση θα έλεγε ότι ο κόσμος έχει την τάση να πληρώνει για οτιδήποτε του προσφέρει πρόσβαση στο «απαγορευμένο», στο εκτός κανόνων και ορίων. Βλέπει αυτό που κατά βάθος μπορεί και να επιθυμεί (ή να φοβάται), από τη στιγμή όμως που δεν είναι αυτός ο δράστης (ή το θύμα) αλλά οι «άλλοι», δεν έχει κανένα πρόβλημα να επωμισθεί για λίγο χρόνο το ρόλο του ηδονοβλεψία. Όπως συμβαίνει στον Υπολοχαγό του Ίνισμορ που είδαμε πρόσφατα στη σκηνή του Vis Motrix, το καλύτερο κατά τη γνώμη μου, έργο του συγγραφέα. Ένα έργο που μόνο ένας «τρελός» και συνάμα χαρισματικός νους θα σκαρφιζόταν.

Μάρτιν Μακ Ντόνα
Η ιστορία
Βρισκόμαστε στο 1993 στη Bόρεια Ιρλανδία. Ένας νεαρός μακρυμάλλης ποδηλάτης, ο Ντέιβι, βρίσκει μια ξεκοιλιασμένη γάτα στον δρόμο και την κουβαλά στο σπίτι του. Εκεί μαθαίνουμε ότι  δεν είναι κάποια αλανιάρα γάτα. Είναι ο περίφημος Γουή Τόμας, το αγαπημένο κατοικίδιο του Πάντρικ, ενός θεοπάλαβου, βίαιου και υστερικού που μάχεται με τον ΙΡΑ. Μόνο που είναι τόσο φευγάτος που ούτε η οργάνωση δεν τον ανέχεται, γι’ αυτό και αποφασίζει να συνταχθεί με την πιο ριζοσπαστική ομάδα, τον ΙΛΝΑ.
Μπροστά στο ενδεχόμενο να εμφανιστεί ξαφνικά στο πατρικό του ο Πάντρικ, ο  Ντέιβι συζητά με τον Ντόνι, τον πατέρα του Πάντρικ, πώς να του πουν τα κακά μαντάτα, ότι δηλαδή πέθανε ο γάτος του, ώστε να μην επιστρέψει άρον άρον στο χωριό και τους τα κάνει όλα άνω κάτω. Σκαρφίζονται, λοιπόν, μια ιστορία περί αδιαθεσίας του ζώου, μόνο που δεν πιάνει γιατί ο Πάντρικ, ακούγοντας ότι ο γάτος του είναι αδιάθετος, παρατάει στη μέση τα βασανιστήρια που κάνει στον  ντίλερ Τζέιμς και επιστρέφει βιαστικά όπου γίνεται το έλα να δεις.
Στο παιχνίδι είναι και η Μεϊρίντ, η αδερφή του Ντάνι και ερωτευμένη με τον Πάντρικ, με τον οποίο ασπάζεται τις ίδιες ακραίες ιδέες. Είναι ακόμη και τέσσερις αντίπαλοι του Πάντρικ, αυτοί που σκότωσαν το γάτο του ώστε να τον αναγκάσουν να επιστρέψει στο πατρικό του και εκεί να τον καθαρίσουν. Ο ένας, ο Κρίστι, είναι μονόφθαλμος (ο Πάντρικ του έβγαλε το μάτι). Όταν κάποια στιγμή συγκεντρώνονται όλοι στον ίδιο χώρο, η βία που ξεσπά θα έκανε τη Σάρα Κέιν να αφιερώσει τα έργα της σε κατηχητικά σχολεία. Βέβαια, όσοι γνωρίζουν τη γραφή του Μακ Ντόνα δεν θα ξαφνιαστούν. Απλά εδώ ανταγωνίζεται τον Σκορτσέζε και τον Ταραντίνο μαζί. Μόνο που, σε αντίθεση με αυτούς, δεν δείχνει να αναζητεί κάποιες ανάσες ομορφιάς ή ποίησης. Το πόδι του είναι διαρκώς στο γκάζι.
 Αριστοτελική δομή
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο στο έργο αυτό είναι το γεγονός ότι ενώ υπάρχει ένα γενικότερο αλαλούμ, αίματα, φωνές και τρεχάλες, όλα είναι ρυθμισμένα με μια απίστευτα αυστηρή «αριστοτελική λογική». Ενώ το ίδιο το θέμα είναι εντελώς ανορθόδοξο, και προσφέρεται για διάφορες δοκιμές, ο Μακ Ντόνα  πολύ ψύχραιμος ακολουθεί την πεπατημένη. Δεν ξαφνιάζει με τα δομικά υλικά που χρησιμοποιεί. Δεν υπάρχουν πουθενά κενά στην ιστορία του. Εξαφανίσεις και εμφανίσεις, όλα βρίσκονται στη θέση τους και την κατάλληλη στιγμή. Μέσα σε δέκα λεπτά έχουμε ήδη όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον κεντρικό ήρωα και τα κίνητρα που θα πυροδοτήσουν την εξέλιξη της δράσης. Ο Μακ Ντόνα χτίζει με απίστευτη προσοχή και δεξιότητα. Θα τολμούσα να πω πως η δομή του έργου είναι υπόδειγμα για τη διδασκαλία του μαθήματος της δημιουργικής γραφής. Δείχνει πώς ένας συγγραφέας βάζει τα θεμέλια και πώς μεθοδικά απελευθερώνει τα ζιζάνια και όπου κρίνει πατάει γκάζι κι όποιον πάρει ο χάρος.
Σε αυτό το μωσαϊκό βίαιων εκρήξεων, τα πλάσματα της φαντασίας του δεν σκέφτονται τον Άνθρωπο. Είναι βουτηγμένα μέσα σε ένα παιχνίδι θανατερό που αντί να τους απωθεί τους εξιτάρει. Μόνο η Μεϊρίντ φαίνεται να καλλιεργεί ακόμη μια μικρή δόση ρομαντικής τρομοκρατίας. Ως εκεί. Για όλους τους άλλους οι φόνοι, τα βασανιστήρια και όλα τα παρεμφερή είναι απλά μια δουλειά, όπως του κηπουρού, του καθαριστή κ.λπ. Μια δουλειά πέρα από την ηθική. Και αυτό δεν φαίνεται πουθενά αλλού πιο καθαρά από τις σκηνές εκείνες όπου ο πλέον μπανάλ διάλογος συνοδεύεται ή ακολουθείται από τις πλέον ακραίες πράξεις.


Η παράσταση στο Vis Motrix
Το αίμα πάντα ήταν ευπώλητο προϊόν, από την εποχή των αρχαίων κλασικών.  Αν το καλοσκεφτεί κανείς η ίδια η μυθολογία μας είναι βουτηγμένη στο αίμα (ανθρωποθυσίες, ανθρωποφαγίες κ.λπ). Θέμα all time classic. Το στοίχημα είναι  πώς  η σκηνοθεσία κρατά αυτή την εκρηκτική κατάσταση στα όρια του καλού θεάματος χωρίς να ξεπέφτει στη φτήνια και στο κιτς.
Ο Σπύρος Αθηναίου, που πήρε το σκηνοθετικό ρίσκο, κινήθηκε προσεκτικά, κάνοντας αυτό που μέχρι τώρα μας έδειξε ότι και του αρέσει και μπορεί να το κάνει καλά. Πόνταρε στον καθαρό νατουραλισμό, πασπαλίζοντάς τον με μπόλικο χιούμορ. Δεν ήταν άσχημη επιλογή. Απλά εκτιμώ πως τόνισε υπερβολικά το χιουμοριστικό στοιχείο, σε σημείο να συσκοτιστούν (ή να περάσουν σε δεύτερη μοίρα) οι άλλες, οι πιο οδυνηρές, πτυχές του έργου, οι οποίες για να «πονέσουν» θεωρώ πως ζητούνσαν κι άλλη βία. Πιο αποκρουστική. Πιο απωθητική (σαν τη βία που βλέπουμε στις παραστάσεις του Ροντρίγκο Γκαρσία). Πιο φοβιστική. Τη βία εκείνη που σε κάνει να κλείνεις τα μάτια ή να λες «δεν είναι δυνατόν!».
Και το λέω αυτό, επειδή ακριβώς θεωρώ ότι οι χαρακτήρες δρουν, όπως δρουν, γιατί δεν νιώθουν ένοχοι γι΄ αυτό που κάνουν.Τίποτα δεν φαίνεται να τους αγγίζει. Τραβάνε το σκοινί διαρκώς. Σπρώχνοντας, λοιπόν, και τον θεατή στα όρια των δικών του αισθήσεων, θα τον ξεβόλευε και παράλληλα θα τον έκανε (ίσως) να δει με άλλο μάτι την κατάντια όλων των εμπλεκομένων που βρίσκονται στο στόχαστρο της σάτιρας του συγγραφέα, και καθολικούς και προτεστάντες, και Ιρλανδούς και ξένους.
Ο Αθηναίου ήθελε δυνατό νατουραλισμό, παράλληλα όμως ήθελε να κινηθεί και στα όρια μιας αποδεκτής σκηνικής «ευπρέπειας» και βρήκε στο χιούμορ, ένα ιδανικό όπλο για να μαλακώσει κάπως τις σκληρές εικόνες. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαγράφω τις επιλογές του. Βρήκα τη σκηνοθεσία του στο σύνολό της πυκνή, εστιασμένη, με καλό ρυθμό και  νεύρο. Με έπεισε ότι διάβασε με προσοχή το έργο. Είδε τον τρόπο που οι άνθρωποι αγαπούν τα ζώα και σκοτώνουν στο όνομά τους αλλά δεν αγαπούν τους ανθρώπους, και δίδαξε τους ρόλους ανάλογα. Ορίστε ο κάθε ένας ξεχωριστά:


Ερμηνείες
Πολλές φορές νέα παιδιά χωρίς εμπειρία ή περγαμηνές ξαφνιάζουν ευχάριστα και μάλιστα παίζοντας ρόλους που εύκολα, μα πολύ εύκολα μπορεί να γίνουν γραφικοί. Οι ηθοποιοί της διανομής, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, πίστεψαν πολύ σ’ αυτό που τους ανατέθηκε να κάνουν και το πάλεψαν για να μην το ψευτίσουν και να το εκθέσουν. Έριξαν μέσα στους ρόλους τους ό,τι είχε ο καθένας. Κάποιοι με περισσότερο ταλέντο κάποιοι με λιγότερο. Αλλά όλοι με το ίδιο φιλότιμο, στην υπηρεσία μιας σκηνικής εικόνας διόλου ευχάριστης στην όραση.
Ο Οδυσσέας Ζήκας στη σκηνή του κρεμάσματος πολύ καλός. Με το «καλησπέρα» σας κατευθείαν στο ρόλο, από την «ανάποδη». Μπράβο. Και ο Αλέξανδρος Παπατριανταφύλλου αρκούντως φοβισμένος και αρκούντως ψευτόμαγκας ως Ντάνι. Ίσως θα μπορούσε κάπως να συμμαζέψει τους συνεχείς μορφασμούς και την τάση να καταθέτει ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις μέσα από το υπερπαίξιμο.
Στέκομαι λίγο παραπάνω στον Δημήτρη Καστέλλο γιατί το μπλαζέ παίξιμο-μη-παίξιμο του με μπέρδεψε λιγάκι. Διερωτώμαι: ήταν στοχευμένη άποψη που υπογράμμιζε αδιαφορία; Ήταν επιλογή ώστε να λειτουργήσει αντιστικτικά προς το βίαιο χαρακτήρα και τις φωνάρες των υπολοίπων; Ή μήπως αυτό μπορούσε να κάνει, δηλαδή να μην κάνει τίποτε (ή να προσποιείται οτι δεν κάνει τίποτε); Τι τελικά; Πού πατάει αυτό το παίξιμο; Κάπου δυσκολεύτηκα να το «διαβάσω». Όχι όμως και του «Πάντρικ» του Θανάση Διμηνά. Πολύ καλός και άμεσος στις πρώτες σημαδιακές σκηνές ως βασανιστής. Μπήκε  φουριόζος κουβαλώντας χαρακτήρα και έβαλε την πλατεία σε κατάσταση αναμονής. Στην πρίζα. Όλοι περίμεναν την άφιξή του στο χωριό. Και δεν τους απογοήτευσε. Εισβάλλοντας κυριολεκτικά στο πατρικό του ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε!
Και ο Τριαντάφυλλος Δελής βγήκε στη σκηνή για να δηλώσει τη θέση του και το πέτυχε. Και άρεσε. Ομοίως και η παρέα του από τους Λάμπρο Σταυρινόπουλο και Γιάννη Τσότσο. Ένα καλά συγχρονισμένο και επικοινωνιακό τρίο (η κινησιολογία του Κώστα Γεράρδου). Όσο για τη μοναδική γυναικεία παρουσία σε αυτή την αντροπαρέα, τη Νατάσα Αραμπατζή, είχε την κίνηση όχι όμως και την ερμηνευτική άνεση. Έπαιξε τη Μέϊριντ κάπως κουμπωμένα, δισταχτικά. Όμως, σ’ ένα έργο τόσο σωματοκεντρικό και εξωστρεφές οι αναστολές φαίνονται.


Και κάτι τελευταίο για τα σκηνικά (του Κώστα Παυλίδη). Δεν μου άρεσαν. Και αυτό όχι γιατί ήταν φτηνά (από άποψη κόστους) αλλά γιατί πρόδιδαν φτήνια στη σύλληψη. Βρήκα πολύ πιο δυνατές τις σκηνές που διαδραματίζονταν εκτός σκηνικού σχεδιασμού παρά τις άλλες. Σε κάθε περίπτωση:
Συμπέρασμα: πέρασα καλά μέσα στα αίματα και τις αγριοφωνάρες. Αξίζει να δείτε αυτή την παράσταση.
Σημ. Πρώτη δημοσίευση. Lavart. https://www.lavart.gr/emfylios-polemnos-gia-mia-gata/


Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου