Μια αδιάφορη «πόρνη» στο «Εγνατία»




Τα μεγάλα έργα είναι εκείνα που επιβιώνουν των ιστορικών στιγμών που τα ενέπνευσαν. Και δεν είναι πολλά. Τα περισσότερα θαμπώνουν μόλις περάσει το ιστορικό περιβάλλον που τα στήριξε. Και σε αυτήν την κατηγορία βάζω και το Επάγγελμα πόρνη της Λιλής Ζωγράφου. Κάποτε  είχε και ενδιαφέρον και ειδικό βάρος. Όχι πια, τουλάχιστον για μένα. Οι ιστορίες για τη Χούντα, οι εξευτελισμοί και όλα τα  σχετικά έχουν ειπωθεί τόσες φορές που πλέον δεν παρουσιάζουν κανένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον.

 Αναφέρομαι συγκεκριμένα και στις δύο ιστορίες που επέλεξε να σκηνοθετήσει ο Έλκε Φεζολλάρι για λογαριασμό της εταιρείας «Λυκόφως». Η μία αναφέρεται στην περιπέτεια της συγγραφέως να βγάλει διαβατήριο, γεγονός που την οδήγησε να δηλώσει ως επάγγελμα «πόρνη», σβήνοντας το πραγματικό της επάγγελμα «δημοσιογράφος» και η άλλη αφορά τις τραυματικές ημέρες που πέρασε σε ψυχιατρική κλινική μετά την απόπειρα αυτοκτονίας (1973).
Η παράσταση
Φυσικά και δεν μου πέφτει λόγος να ελέγξω γιατί επελέγη από τους υπεύθυνους της παράστασης το εν λόγω υλικό. Ούτε μ’ ενδιαφέρει να μάθω σε ποιο βαθμό ο Φεζολλάρι σκηνοθέτησε την Αλεξάνδρα Παλαιολόγου ή η Παλαιολόγου του είπε πώς θέλει να τη σκηνοθετήσει. Εκεί που μου πέφτει λόγος είναι να κρίνω τις επιλογές μέσα από το αποτέλεσμα. Αυτό και μόνο αυτό ορίζει και τα όρια της κριτικής. Και το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά καλό ήταν. Κι αυτό άρχισε να φαίνεται από την αρχή. Ένιωθα ότι η Παλαιολόγου δεν μπορούσε να κουμαντάρει το ρόλο ή, αν προτιμάτε, δεν μπορούσε να κάνει τον ρόλο να μας αφορά. Όλα φάνταζαν ψεύτικα: τα πάθη, τα παθήματα, τα συναισθήματα, οι λέξεις. Τίποτα δεν έβγαινε από μέσα φυσιολογικά και αβίαστα. Όλα εξωτερικά. Παγερά. Στραμπουληγμένα. 




Ιδιαιτερότητες μονολόγου
Όλοι οι ηθοποιοί γνωρίζουν ότι εάν δεν τσαλακωθείς δεν ζωντανεύεις ρόλο. Πολλώ δε μάλλον όταν έχεις να διαχειριστείς και τη σκηνική μοναξιά σου. Ο μονόλογος είναι μια χειροβομβίδα που εύκολα μπορεί να σκάσει στα χέρια σου και να σε κάνει κομμάτια. Ο μονόλογος εύκολα εκθέτει τον οποιοδήποτε δεν είναι έτοιμος να τον χειριστεί. Και λέω εκθέτει, γιατί σε ένα μονόλογο τα λάθη, οι δισταγμοί, τα στραβοπατήματα, οι αμηχανίες όλα φαίνονται και μάλιστα διογκωμένα, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να λειτουργεί ως προστατευτικό πλαίσιο. Τίποτα δεν κρύβεται κάτω από το χαλί. Όλα σε πλήρη θέα. Και φοβούμαι πως η Παλαιολόγου δεν είχε τις σωστές απαντήσεις ή ίσως και το ανάλογο υποκριτικό οπλοστάσιο για να αντεπεξέλθει στη μοναξιά του σανιδιού. Πολλά της έλειπαν, μα πιο πολύ το βάθος στη φωνή ώστε να απελευθερώνονται τα ηχοχρώματα τα γεμάτα σημασίες, της έλειπε η φωνή που ζωντανεύει τις συγκρούσεις, τα συναισθήματα, ιδίως στη δεύτερη ιστορία που είναι πιο πονεμένη και συναισθηματικά φορτισμένη. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να φτάσει στην πλατεία η όποια οξύτητα της γραφής της Ζωγράφου, η όποια διεισδυτικότητα των σχολίων της, ο πόνος που ένιωθε. Αυτά απαιτούν μια φωνή με εσωτερικές στρωματώσεις. Και εάν λάβουμε υπόψη αυτά που είπα πιο πριν, ότι δηλαδή οι ιστορίες είναι αποδεκατισμένες από τον χρόνο, όποιος πάρει το ρίσκο να τις παρουσιάσει πρέπει να πολλαπλασιάσει τις προσπάθειές του ώστε να τους ξαναδώσει τη δυναμική που κάποτε είχαν.


Αυτό δεν μπόρεσε να το κάνει η πρωταγωνίστρια. Κινήθηκε  μπροστά από τις ιστορίες αντί πίσω από αυτές. Πιο πολύ έβγαζε προς τα έξω την όμορφη τηλεοπτική της φιγούρα αντί το τσαλακωμένο δραματικό πρόσωπο των ιστοριών. Πιο πολύ προσπαθούσε ν’ αρέσει ως Παλαιολόγου παρά ως δραματική περσόνα. Και σαν να μην έφταναν αυτά, κότσαρε και το μικρόφωνο στη μέση κι ήρθε κι έδεσε. Έλεος πια μ’ αυτό το μικρόφωνο. Κάποτε είχε κάποιο νόημα. Ή έχει νόημα εκεί όπου έχει θέση. Δεν είναι για όλες τις δουλειές. Δεν γινόμαστε έτσι «μεταμοντέρνοι». Αλλού είναι τα μυστικά της επιτυχίας.
Όσο για τη σκηνοθεσία, δεν είδα τίποτε που να φέρει κάποια ευδιάκριτη υπογραφή σκηνοθέτη. Πουθενά φαντασία, ευρηματικότητα, επικοινωνιακές λύσεις, διδασκαλία ρόλου, ορθοφωνία. Όλα πολύ εύκολα και αδιάφορα. Το σκηνικό που πρότεινε ο Κοθρής πρόδιδε τη φτήνια του.


Τηλεοπτική περσόνα
Βέβαια σε ένα θέατρο γεμάτο, δεν σημαίνει ότι όλοι συμμερίζονται τις απόψεις του όποιου κριτικού. Και για να ‘μαι απόλυτα ειλικρινής, υπήρχε κόσμος που χειροκρότησε. ΟΙ περισσότεροι. Και αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πατά στο σανίδι ο οποιοσδήποτε καλλιτέχνης έγινε γνωστός κυρίως μέσα από την τηλεόραση. Ο κόσμος, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν χειροκροτεί την ποιότητα του live θεάματος (σκοτίστηκε), αλλά την εικόνα της περσόνας που κουβαλά στο μυαλό του. Ο κόσμος δεν παρατηρεί καν πώς παίζει, γιατί απλούστατα έχει ήδη αποφασίσει, από το σπίτι του κιόλας, ότι θα χειροκροτήσει. Γι’ αυτό πηγαίνει στο θέατρο. Ακόμη κι αν αυτό που θα δει είναι μια πατάτα, δεν θα πτοηθεί, δεν θα αναθεωρήσει. Αρκεί που ήταν εκεί για να έχει να λέει μετά στις παρέες του. Τέτοιο κόμπλεξ! Έχω δει το εργάκι να παίζεται εκατοντάδες φορές. Και κάθε φορά εξοργίζομαι, γιατί με τέτοια νοοτροπία ορίζουμε τον ποιοτικό πήχη κάποιων πραγμάτων. Δίνουμε εύσημα εκεί που πολλές φορές θα ‘πρεπε να «απαγορεύουμε» ακόμη και τα ένσημα. Μια τέτοια νοοτροπία είναι που δίνει δικαίωμα στον οποιονδήποτε καλλιτέχνη, εν προκειμένω στην Παλαιολόγου, να δηλώνει σε συνέντευξή της ότι αποφάσισε να μεταφέρει την παράσταση και στην περιφέρεια, «γιατί δεν βλέπει τέτοιου είδους θέατρο». Τι άλλο να πω! Ως επαρχιώτης, νιώθω βαθύτατα υποχρεωμένος.
Συμπέρασμα: τίποτα.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
5/04/2015

.