Επανεκτιμώντας το "Σωσία"



Είχα πρωτοδεί το Σωσία τον χειμώνα στην Αθήνα (θέατρο Ροές). Σε γενικές γραμμές μου είχε αρέσει, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Ξαναείδα την παράσταση τρεις μήνες αργότερα, στο θέατρο «Αυλαία» στη Θεσσαλονίκη. Η εντύπωση δεν ήταν ακριβώς η ίδια. Για αρκετή ώρα μετά την παράσταση προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που άλλαξε, εκτός από την ίδια τη σκηνή, η οποία στη Θεσσαλονίκη ήταν κατά τι πιο μικρή, σε σύγκριση με την αθηναϊκή, και λιγάκι υπερυψωμένη. Αλλά και πάλι δεν θεώρησα ότι αυτός ήταν ο λόγος ν’ αναθεωρήσω μέρος των πρώτων μου απόψεων. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι άλλαξαν οι δικοί μου ρόλοι.

Άλλο θεατής άλλο κριτικός
Στην Αθήνα πήγα ως απλός θεατής. Δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι κι έτσι χαλάρωσα και γενικά άφησα τις αρετές της παράστασης να με ταξιδέψουν. Στη Θεσσαλονίκη, αντίθετα, πήγα με πρόθεση να γράψω την κριτική μου. Και αυτό με έβαλε σε μια άλλη θέση. Η χαλαρότητα της πρώτης φοράς πήγε περίπατο. Τώρα μπήκε σφήνα η σκοπιμότητα της θέασης. Και αυτή άλλαξε και τις διαθέσεις και τα συμπεράσματά μου. Είναι σε κάτι τέτοιες στιγμές που σκέφτομαι (αυτοκρινόμενος παράλληλα) για ποιον γράφει ένας κριτικός; Αλλά και για ποιον δημιουργεί ο καλλιτέχνης; Παλιά ερωτήματα αλλά πεισματικά επίκαιρα.


Ο θεατής και οι άλλοι
Είμαι βέβαιος ότι όλα αυτά που αναλύουμε ως κριτικοί ελάχιστοι τα προσέχουν κατά τη διάρκεια μιας παράστασης. Ο απλός θεατής βλέπει ένα όλον, μια γενική εντύπωση. Όλα τα άλλα (εάν το μακιγιάζ ήταν ταιριαστό σχόλιο στη δράση, εάν το τραπέζι έπρεπε να είναι ξύλινο ή μεταλλικό και δεν ξέρω τι άλλο) δεν νομίζω ότι μπαίνουν στο σκεπτικό του μέσου θεατή, ο οποίος ούτε ειδική προετοιμασία κάνει για να δει μια παράσταση ούτε εγκυκλοπαίδειες ανοίγει ούτε  μαθαίνει απέξω το βιογραφικό του συγγραφέα και το ιστορικό του έργου. Κι εγώ, αν και «επαγγελματίας» θεατής, ανήκω σε αυτήν την κατηγορία: ακόμη κι όταν πηγαίνω για να κάνω κριτική, ποτέ δεν προετοιμάζομαι. Δεν διαμορφώνω άποψη πριν από το γεγονός. Αφήνω την παράσταση να μου δείξει ό,τι είναι να μου δείξει και εν συνεχεία από ό,τι έχω μπορέσει να καταλάβω γράφω την κριτική. Με άλλα λόγια, η ίδια η παράσταση μου υποδεικνύει πώς να την κρίνω. Και το σημαντικότερο: μια παράσταση έχει πολύ συγκεκριμένο χρόνο να επικοινωνήσει με το θεατή. Δεν μπαίνει σε pause ούτε επαναλαμβάνεται. Όποιος πρόλαβε να καταλάβει καλώς. Και εδώ είναι το σκηνοθετικό διακύβευμα: κατά πόσο θα μπορέσει να κατεβάσει στην πλατεία αυτά που θέλει να πει ώστε ένας μέσος θεατής να τα συλλάβει και να μην χρειάζεται διερμηνέα. Εάν σε μια αίθουσα 200 ατόμων, καταλάβουν οι δύο, η αποτυχία είναι εν πολλοίς του καλλιτέχνη.


Το έργο
Αλλά για να επιστρέψω εκεί από όπου άρχισα: στο Σωσία. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα κείμενα του Ντοστογιέφσκι (το έγραψε το 1846), το οποίο έγινε και κινηματογραφική ταινία το 1968 και το 2013. Αν και πρωτόλειο, κουβαλά κάποιες από τις βασικές εμμονές του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα. Μιλά για το μοναχικό άτομο, το δράμα της ψυχής και της συνείδησης, το αποξενωτικό περιβάλλον του αστικού τοπίου. Πρωταγωνιστής είναι ένας δημόσιος υπάλληλος, ο Γκολιάτκιν, άτομο εσωστρεφές και αντικοινωνικό. Καθώς προσπαθεί να συνυπάρξει αρμονικά με τον περίγυρο, εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο που του μοιάζει εκπληκτικά (ας πούμε ο άλλος του εαυτός) και από κει και πέρα αλλάζει ριζικά η συμπεριφορά του.
Η παράσταση
Γενικά ένα δράμα της ψυχής, ή ακόμη καλύτερα, ένα θέατρο του μυαλού, για να αρθρώσει το «άναρθρο» και το «ανείπωτο», για να βγάλει προς τα έξω τις φωτοσκιάσεις που κρύβει, απαιτεί επίπονες βυθίσεις. Και νομίζω πως το βασικό πρόβλημα της παράστασης που υπογράφει η εικαστικός Έφη Μπίρμπα ήταν ότι κινήθηκε εντελώς οριζόντια. Μπορεί να δημιούργησε «πιασάρικες» εικόνες, δεν δίδαξε όμως ρόλους, δεν σμίλεψε το εσωτερικό δράμα του ήρωα, δεν απελευθέρωσε το βασανιστικό του πάλεμα. Απλά το κουκούλωσε εικαστικά και φωτιστικά, αφήνοντας ελεύθερους τους πέντε ηθοποιούς να τα βρουν μεταξύ τους, με βάση μια κοινή σωματική γλώσσα.
Η περφόρμανς του Σερβετάλη είχε μέτρο, ταιριαστό ρυθμό στο λόγο και ευεργετική ευελιξία και πλαστικότητα στις σωματικές επιτελέσεις της. Γύρω του και απέναντί του, με καλά ρυθμισμένα σωματικά αντανακλαστικά, ο Συμεωνίδης, ο Τσακίρης, ο Καρβουνιάρης, και  ο Σκώτης, οι «σωσίες» του, έτοιμοι να τον «κοπιάρουν», να τον τρομάξουν, να τον ορίσουν.Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει εδώ για το θέατρο και το «είδωλό» του (που μας παραπέμπει κατευθείαν στον Αρτό), αλλά και για τους «υποβολείς» του Κάσπαρ στο ομότιτλο έργο του Χάντκε. Δυστυχώς η σκηνοθεσία, ενώ είχε τα πατήματα, δεν το αποπειράθηκε. Άφησε αυτή τη διάσταση να αιωρείται, όπως άφησε ανεκμετάλλευτες και κάποιες ρυθμιστικές εικόνες, όπως για παράδειγμα οι (αλά Ιονέσκο) καρέκλες, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πιο παιγνιώδη προβολή της ιδέας του θεάτρου εν θεάτρω. Άλλωστε ο ήρωας είναι εκτεθειμένος στο βλέμμα του άλλου. Όπως ένας ηθοποιός, έτσι κι αυτός υπάρχει στα μάτια των άλλων. Είναι η κόλασή του. Γι’ αυτό και σε κάποια στιγμή τρέχει και κυριολεκτικά χάνεται στο πλήθος με τις καρέκλες, λες κι αναζητά την ανωνυμία του, να γίνει ο κανένας ανάμεσα στους πολλούς.


Συμπέρασμα: μια παράσταση ενδιαφέρουσα στην όψη αλλά αβέβαιη ως προς το βάθος του κειμένου και της διδασκαλίας του.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής

26/04/2015
Share:

Translate

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ / Savas Patsalidis

CURRICULUM VITAE / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Critical Stages

Critical Stages
The IATC web journal

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ARTICLES IN ENGLISH

Περιεχόμενα

Follow by Email

Αρχειοθήκη ιστολογίου