Ποιος ελέγχει ποιον;


Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς γίνεται και αυτά που ονομάζουμε ποιοτικά θεάματα παίζουν σε σχεδόν άδειες αίθουσες και λαϊκοί καλλιτέχνες όπως o Σεφερλής, o Λαζόπουλος κ.ά διώχνουν κόσμο; Τι είναι εκείνο που κάνει όλο αυτό το ετερόκλητο, το διαταξικό πλήθος, να πληρώνει ένα τσουχτερό, για την εποχή, εισιτήριο για να τους δει; Μήπως θέλγεται από αυτά που λένε; Από τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους; Από την υψηλή αισθητική τους; Τις καινοτομίες τους; Τις «αλήθειες» τους; Δεν νομίζω.


Θέατρο-κινηματογράφος
Εκείνο που πιστεύω ότι φέρνει τόσο κόσμο στα θέατρά τους είναι πρωτίστως η ικανότητά τους να εκμεταλλεύονται την εγγενή δυναμική της θεατρικής επικοινωνίας και να δημιουργούν στο θεατή την αίσθηση ότι ανήκει σ’ ένα ομοιογενές πλήθος, με κοινά πιστεύω και κοινούς στόχους. Εδώ, βέβαια, θα αντιτείνει κάποιος πως το ίδιο συμβαίνει και αλλού, ας πούμε στον κινηματογράφο. Ναι, και εκεί υπάρχει επικοινωνία και μάλιστα χωρίς τη ζωντανή παρουσία του καλλιτέχνη. Όμως, μιλάμε για μια εντελώς άλλη μορφή.

Στον κινηματογράφο γελάμε ή κλαίμε αδιάφοροι προς τους γύρω μας, γιατί ακριβώς το σκοτάδι της αίθουσας μας προστατεύει, μα πιο πολύ μας προστατεύουν οι σκιές στο πανί (δεν θα μας ενοχλήσουν με τη φυσική τους παρουσία). Αντίθετα, στο θέατρο, που είναι μια εμπειρία live, έχουμε την τάση να κάνουμε περίπου ό,τι και ο διπλανός μας: αντιδρούμε στο θέαμα ως πλήθος και όχι ως σκεπτόμενη μονάδα. Και αυτό εξηγεί γιατί πολλές φορές επικροτούμε πράγματα χωρίς να γνωρίζουμε γιατί, ακόμη και ανόητα πράγματα, που είναι βέβαιο ότι στο σπίτι μας, με την οικογένειά μας ή κατά μόνας, ουδόλως θα μας συγκινούσαν. Με την πρώτη ευκαιρία ίσως και να βάλλαμε εναντίον τους, θέλοντας να δείξουμε ότι δεν είναι του «επιπέδου» μας. Όμως, ως μέρος ενός ανώνυμου πλήθους, αποβάλλουμε τα προσωπικά χαρακτηριστικά μας και ενστερνιζόμαστε τα χαρακτηριστικά αγέλης ή, καλύτερα, αποβάλλουμε τις αναστολές μας και αποκτούμε μιαν άλλη ταυτότητα. Έτσι: δεν ντρεπόμαστε να φωνάξουμε, να χειρονομήσουμε, ακόμη και να βρίσουμε ή να πετάξουμε αντικείμενα.

Διαφοροποιήσεις
Βέβαια, εξυπακούεται ότι δεν είναι όλα τα πλήθη το ίδιο. Για παράδειγμα, σ’ ένα εφηβικό θέαμα τα παιδιά του γυμνασίου είναι πολύ πιο έτοιμα να μαζικοποιήσουν τις αντιδράσεις τους, από ό,τι οι πιο έμπειροι ή ηλικιωμένοι θεατές, οι οποίοι αμύνονται πιο πολύ, αφού κουβαλούν τις δικές τους προκαταλήψεις.
Όπως και οι χώροι δεν είναι, επικοινωνιακά, το ίδιο. Όσο πιο μεγάλο συνωστισμό προκαλεί ένας θεατρικός χώρος τόσο πιο εύκολα δημιουργεί τη νοοτροπία μάζας. Από την άλλη, όσο πιο μεγάλος σε εμβαδόν τόσο πιο αποδυναμωμένη και η συλλογικότητα (βλ. για παράδειγμα τα ανοικτά θέατρα του Δάσους ή της Επιδαύρου).

Περί συμμετοχής
Είτε έτσι είτε αλλιώς, νέοι και γηραιότεροι, μορφωμένοι και μη, από τη στιγμή που αναλαμβάνουν να παίξουν το ρόλο «θεατή» έχουν περίπου την ίδια άποψη ως προς τα δικαιώματα του ρόλου τους: δεν θέλουν να ξεχωρίζουν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι αισθάνονται σαφώς καλύτερα ως μέρος ενός συλλογικού σώματος. Όταν αποσπώνται από την ασφάλεια του πλήθους νιώθουν πολύ άβολα. Και αυτό το διαπιστώνουμε στις συμμετοχικές ή διαδραστικές παραστάσεις/περφόρμανς (πολύ δημοφιλείς σήμερα), όπου συχνά οι ηθοποιοί διασαλεύουν τη συνοχή του πλήθους, ζητώντας από θεατές είτε να τραγουδήσουν είτε να ανέβουν στη σκηνή είτε να συμμετάσχουν σε κάποιο διάλογο. Οπότε εκεί βλέπει κανείς ότι, μόλις σπάσει ο προστατευτικός κλοιός της ανωνυμίας, όλα γίνονται δυνάμει ενοχλητικά, ακόμη και το γέλιο του διπλανού μας.


Η κότα και το αβγό
Και για να επανέλθουμε εκεί όπου αρχίσαμε. Τόσο ο Λαζόπουλος όσο και ο Σεφερλής (κυρίως) γνωρίζουν πολύ καλά πώς να εκμεταλλευτούν τη δυναμική της ζωντανής θεατρικής επικοινωνίας. Παίζοντας διαρκώς με εύκολα αναγνωρίσιμες και ευπώλητες ιδέες και εικόνες, δημιουργούν την επιθυμητή συλλογικότητα. Κι εδώ μπαίνει και το παμπάλαιο θέμα της κότας με το αβγό.
Όταν ένας θεατής γίνεται μέρος μιας μάζας, ποιος θα (κατα)κρίνει τις επιλογές του; Όταν τα πράγματα παρεκτρέπονται, ποιος θα λογοδοτήσει και σε ποιον; Όταν χειροκροτεί μετά μανίας σκουπίδια, σε πιο βαθμό ευθύνεται που αυτά ακριβώς τα σκουπίδια επιβιώνουν και διαμορφώνουν το κοινό γούστο ή σε ποιο βαθμό ευθύνεται ο καλλιτέχνης που τα τροφοδοτεί (και βγάζει χρήματα μέσα από αυτά);
Ο  φιλόσοφος Σπινόζα
Και για να μετακινηθούμε λίγο έξω από τη θεατρική αίθουσα, σε ποιο βαθμό ευθύνεται το άτομο όταν, εκμεταλλευόμενο τη δυνατότητα που του παρέχει η υψηλή τεχνολογία, με τα likes και όλα τα παρεμφερή «ψηφοδέλτια», ενώνει τη φωνή του με εκείνη του ανώνυμου ιντερνετικού πλήθους και όλοι μαζί βραβεύουν, ως καλύτερους, καλλιτέχνες που κάθε άλλο παρά έχουν τα ποιοτικά εχέγγυα να βραβευτούν; Ποιος είναι σε αυτήν την περίπτωση, και σε όλες τις άλλες, το θύμα και ποιος ο θύτης;
Μήπως ισχύει εν προκειμένω η ρήση του Μπρεχτ που λέει ότι κάθε λαός έχει και την κυβέρνηση (ή τους καλλιτέχνες) που του αξίζουν ή μήπως ισχύει εκείνη του μεγάλου φιλόσοφου Σπινόζα, ο οποίος ήταν της άποψης ότι η κυριαρχία ανήκει εξ ορισμού στο πλήθος που είναι κτήτοράς της και όχι στο «μονάρχη ή την αριστοκρατία» που είναι απλώς κάτοχοί της κατ’ ανάθεση. Με τα δικά του λόγια: «η κυριαρχία […] καθορίζεται από τη δύναμη όχι του καθένα αλλά του πλήθους». Και στην ερώτηση, ποια είναι η κινητήρια δύναμη της άσκησης εξουσίας, ο Σπινόζα απαντά: τα πάθη και οι επιθυμίες του πλήθους.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ

Συμπέρασμα
Ο Σπινόζα, όπως και ο Μπρεχτ αργότερα, έγραψαν σε μια εποχή κατά την οποία η εξουσία ήταν και ορατή και συγκεντρωμένη (και άρα ελέγξιμη). Σήμερα, στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας, η διασπορά των εξουσιαστικών κέντρων (και η καλλιτεχνία έχει τα εξουσιαστικά της κέντρα) έχει κάνει τα πράγματα απείρως πιο σύνθετα και επικίνδυνα. Ποιος θα ξεχωρίσει το αληθινό από το ψεύτικο;
Πρώτη δημοσίευση: Παράλλαξη 13.04.2015