Τι είναι η πατρίδα; Στο Black Box μια πολιτική stand up comedy

 




Η προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εφημερίδας κράτησε στο συρτάρι μου ορισμένες κριτικές παραστάσεων που θεωρώ άδικο να μην δημοσιευτούν, έστω και με κάποια καθυστέρηση. Άλλωστε, το ότι δεν παίζονται στη Θεσσαλονίκη, δεν σημαίνει ότι δεν παίζονται αλλού, όπως στην Αθήνα, ας πούμε. Παράδειγμα, η Πατριδογνωσία, μια περφόρμανς που αγγίζει ένα σύνθετο ζήτημα, στο οποίο υπεισέρχονται λογής-λογής παράγοντες, ιδεολογικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, προσωπικοί. Ιδίως τα τελευταία χρόνια, έχει ανοίξει ένα τεράστιο κεφάλαιο που θέτει σε αμφισβήτηση πολλά κεκτημένα του μοντερνίστικου έθνους-κράτους.


Δεν υπερβάλλουμε λέγοντας ότι ο 21ος αιώνας απειλεί να ακυρώσει πολλές από τις βασικές κατακτήσεις και οριοθετήσεις που εισήγαγε και επέβαλε ο ορθολογικός 19ος. Και εννοώ τις κατακτήσεις του Διαφωτισμού. Πράγμα που σημαίνει ότι, ερωτήσεις του τύπου τι σημαίνει έθνος ή ελληνικότητα ή πατριδογνωσία μοιραία ζητούν μιαν άλλη μεταχείριση και άλλες προσεγγίσεις.
Η αριστερά, που υποτίθεται είχε τις απαντήσεις, έδειξε απόλυτα ανίκανη να παρακολουθήσει από κοντά τις ραγδαίες εξελίξεις, να προτείνει εργαλεία αντίστασης στην επέλαση της παγκοσμιοποίησης, με αποτέλεσμα σήμερα να περιφέρει ένα σκονισμένο και ασαφή λόγο περί δημοκρατίας, που καμιά σχέση δεν έχει με την κατάσταση όπως διαμορφώνεται.
Το κείμενο
Αν είναι κάτι που αφαιρούσε πόντους από την πολιτική σάτιρα που έφερε στο  Black Box ο Γεράσιμος Γεννατάς είναι αυτό ακριβώς: ενώ στόχος του ήταν να μας κάνει πιο «σοφούς» ως προς τα πολιτικοκοινωνικά καθέκαστα του τόπου (πατριδογνωσία), στο τέλος κατέληξε στο «μία από τα ίδια».
Θα μου πείτε, το γνωστό σημαίνει αυτόματα και κακό; Βεβαίως, όχι. Απλώς, το γνωστό όσο παραμένει γνωστό δεν έχει ενδιαφέρον, πολλώ δε μάλλον θεατρικό ενδιαφέρον. Πόσες φορές ν’ ακούσουμε για τη χούντα, τους χαφιέδες, το πολυτεχνείο; Σίγουρα αποτελούν σημαντικά ιστορικά τεκμήρια, όμως έχουν καταντήσει το βολικό υλικό πάσης χρήσης και παντός καιρού. Και ως γνωστό ό,τι παραχρησιμοποιείται στεγνώνει. 


Και για να μην είμαι άδικος, ασφαλώς και δεν διαγράφω την προσπάθεια των Γεννατά και Γαλίτη να στοιχειοθετήσουν τις απόψεις τους περί πατριδογνωσίας μέσα από ένα μωσαϊκό από θέσεις, ιδέες και λογοτεχνικά τσιτάτα. Δεν υποβιβάζω το γεγονός ότι προσέτρεξαν σε κείμενα, ασυνήθιστα για το είδος που υπηρετούσαν, ώστε να μας μεταφέρουν αυτά που ήθελαν να πουν. Διόλου τυχαίο και το εναρκτήριο λάκτισμα που επέλεξαν: Μαγιακόφσκι και το περίφημο ποίημά του «Κοριός», όπου ο μεγάλος Ρώσος ποιητής μιλά για τις σχέσεις του ανθρώπου με την εξουσία, για να ακολουθήσουν εναλλάξ κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από τα Παθήματα τυράννων του Ξενοφώντα και τον Επιτάφιο του Περικλή 2500 χρόνια πριν, μέχρι την Ελλάδα της Μέρκελ και του Βατοπεδίου, με ενδιάμεσους σταθμούς Μπρεχτ και φυσικά Γεννατάς και Γαλίτης.  Ένα ταξίδι γνώσης αλλά και απόγνωσης. Εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι σε μια ταπετσαρία με ψηφίδες ανθρώπινης εμπειρίας. Όλα τα συστατικά του κράτους εκτεθειμένα και υπό κρίση. Από τους πολιτικούς μέχρι την εκκλησία, τον στρατό, τη δημόσια διοίκηση, σε πλήρη θέα. Υψηλή και λαϊκή τέχνη, Έλιοτ και Γαλίτης, Μαγιακόφσκι και Γεννατάς, σε ένα πανόραμα από τις αφετηρίες της δημοκρατίας μέχρι το κατώφλι του σπιτιού μας, μέχρι τους άστεγους της Ελλάδας της κρίσης αλλά και των διακρίσεων.


Συντελεστές
 Διαδρομή διανθισμένη με τραγούδια που συνέθεσε ο Γιώργος Κομπογιάννης ειδικά για την περίσταση (για να ακριβολογούμε επάνω στα τραγούδια πάτησε η όλη παράσταση και χτίστηκε), και που στη Θεσσαλονίκη ερμήνευσε ο Βασίλης Μπαμπύνης (αντί του συνθέτη), με τη Φυλένια Σπαχή στο τσέλο. Η Ιστικοπούλου διαμόρφωσε ένα χώρο καθημερινότητας, τον οποίο έτεμνε ένα τεντωμένο σκοινί, όπου βρίσκονταν απλωμένα χαρτάκια-επισημάνσεις, κάτι σαν ιστορικός μπούσουλας. Στα όρια αυτού του προ-χαραγμένου χώρου δόθηκε το μάθημα ιστορίας και μυθιστορίας, ακολουθώντας τη λογική της  κλασικής πολιτικοκοινωνικής stand up comedy και όχι της επιθεώρησης, όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα.
Το ξαναλέω: δεν μ’ έκαναν πιο σοφό τα κείμενα. Περίπου άκουσα αυτά που όλοι γνωρίζουμε παιδιόθεν. Εκείνο που αναγνωρίζω στους συντελεστές είναι ότι ως σύνολο, δημιούργησαν μια ευανάγνωστη εικόνα της ανθρώπινης πορείας. Έδειξαν πώς ο άνθρωπος (εν προκειμένω εμείς οι Έλληνες) πορεύεται διαρκώς σε ένα ναρκοπέδιο, όπου τις νάρκες δεν τις τοποθετούν μόνο οι ισχυροί αλλά και ο ίδιος ο λαός. 


Ερμηνεία
Ο Γεννατάς, ηθοποιός πολυτάλαντος και επικοινωνιακός, κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στα κενά που δημιουργεί το πρόσωπο και τα ποικίλα προσωπεία του, όπως και στα κενά που δημιουργούν οι διάφορες ιστορικές στιγμές μεταξύ τους. Γενικά τα κατάφερε, αν και δεν έλειπαν οι στιγμές αμηχανίας, ιδίως εκεί όπου τα κείμενα δεν τραβούσαν με τίποτα, και εννοώ κείμενα που κιτρίνισε ο χρόνος και τα οποία, κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους να συνταξιοδοτηθούν, να περάσουν στην αποθήκη της μνήμης, ώστε να μην επαναληφθούν. Δεν δίνουν πια υλικό για καλό θέατρο. Σε κάθε περίπτωση, ο Γεννατάς εκμεταλλεύτηκε τις όποιες δυνατότητες του προσέφερε το ποικιλόμορφο υλικό του και σαν καλός τεχνίτης που είναι κατέβασε στην πλατεία αγωνία και άποψη.
Ο Θανάσης Χαλκιάς-σκηνοθέτης, προσπάθησε να παντρέψει τον υποκριτή με το μουσικό. Και εν μέρει τα κατάφερε, αν και θα μπορούσαν αυτά τα δυο να συνυπάρξουν πιο αρμονικά, χωρίς κατ΄ ανάγκη η παρουσία του ενός να αποκλείει την παρουσία του άλλου. Οι γέφυρες από τη μια σκηνή στην άλλη θα μπορούσαν να επιτευχθούν με πιο ευφάνταστο και θεατρικό (παιγνιώδη) τρόπο.
Συμπέρασμα: Μια φιλότιμη όσο και απολαυστική στα σημεία περφόρμανς που θα μπορούσε το κάτι παραπάνω εάν ξέφευγε από την πεπατημένη και δοκίμαζε πιο ριψοκίνδυνες και αποκαλυπτικές βυθίσεις.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
8/02/2015